«Σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουμε έναν πρόεδρο που έπλασε τον αφορισμό πως μέλη των μέσων ενημέρωσης, τα οποία δεν υποστηρίζουν εξόφθαλμα τις πολιτικές της τωρινής αμερικανικής κυβέρνησης, είναι “εχθροί του λαού”. Πρόκειται για ένα από τα πολλά ψέματα που εκτόξευσε αυτός ο πρόεδρος, όπως ο τσαρλατάνος του παλιού καιρού έριχνε “μαγική” σκόνη ή νερό σε ένα πλήθος γεμάτο ελπίδα»...
Συντονισμένη ανταπάντηση στις βιτριολικές επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ ενάντια στα μη φίλια προς εκείνον ΜΜΕ έδωσαν, χθες, μέσω των κύριων άρθρων τους, η Boston Globe και άλλα 343 μικρά και μεγάλα έντυπα ανά την αμερικανική επικράτεια, που ανταποκρίθηκαν στο σχετικό κάλεσμα της φιλελεύθερης εφημερίδας της Μασαχουσέτης.
«Η επιμονή πως οι αλήθειες που δεν σου αρέσουν είναι “ψευδείς ειδήσεις” (fake news) είναι επικίνδυνη για την ψυχή της δημοκρατίας. Και το να χαρακτηρίζεις δημοσιογράφους “εχθρούς του λαού” είναι επικίνδυνο, τελεία» έγραφαν οι -«αποτυχημένοι», κατά Τραμπ- New York Times, στον μιντιακό όμιλο των οποίων ανήκει και η Boston Globe.
Ηταν η αντεπίθεση μερίδας του συστημικού (συχνά διαπλεκόμενου και διόλου… αθώου του αίματος) Τύπου στον αποκαλούμενο «βρόμικο πόλεμο κατά της ελευθεροτυπίας», που έχει κηρύξει ο Αμερικανός πρόεδρος, εξαπολύοντας συκοφαντικές κατηγορίες σε βάρος δημοσιογράφων και ΜΜΕ που τον στηλιτεύουν.
Το κακό, όμως, σε κάποιο βαθμό έχει ήδη συντελεστεί. Η -παντός καιρού- ατάκα του περί «ψευδών ειδήσεων» έχει καθιερωθεί πια διεθνώς, με τον ίδιο να συλλαμβάνεται ψευδόμενος μπροστά στις κάμερες και ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος να εισάγουν ύπουλα στον δημόσιο διάλογο εξωφρενικούς, δυστοπικούς όρους, όπως «εναλλακτικά γεγονότα» (alternative facts), χειραγωγώντας την κοινή γνώμη.
Αρκετές εφημερίδες, πάντως, επέλεξαν να μη λάβουν μέρος στην εκστρατεία, κάνοντας δικαίως την αυτοκριτική τους.
«Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι υπεύθυνος για τη διάβρωση της εμπιστοσύνης στα μέσα ενημέρωσης. Στερείται αξιοπιστίας για να καταφέρει κάτι τέτοιο. Τη ζημιά στην υπόληψή μας την προκαλέσαμε μόνοι μας», γράφει στο κύριο άρθρο της η Detroit News.
Κατά της πρωτοβουλίας τάχθηκε, μεταξύ άλλων, το Politico, εκτιμώντας πως θα γυρίσει μπούμερανγκ και θα ανατροφοδοτήσει τα (ενίοτε συνωμοσιολογικά) σενάρια του Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών περί συσπείρωσης των ΜΜΕ που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς, με στόχο να τους πλήξουν στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοέμβρη. Ούτε προφήτης να ’ταν…
«ΤΑ ΜΙΝΤΙΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ. Είναι πολύ κακό για τη Σπουδαία Χώρα μας… ΑΛΛΑ ΚΕΡΔΙΖΟΥΜΕ!», τουίταρε, χθες, ο Τραμπ, βρίσκοντας ευκαιρία να ξαμολήσει νέα ομοβροντία επιθετικών μηνυμάτων, στα οποία κατακεραύνωσε και την Boston Globe για «συμπαιγνία» με άλλες εφημερίδες.
Ανάκληση άδειας
Παράλληλα, μαίνεται η θύελλα αντιδράσεων που προκάλεσε η εντολή Τραμπ για ανάκληση της άδειας ασφαλείας και πρόσβασης σε απόρρητα αρχεία του πρώην επικεφαλής της CIA και σφοδρού επικριτή του, Τζον Μπρέναν, με πρόσχημα την «αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά» και τις «εξοργιστικές κατηγορίες» του.
Ο άκρως αμφιλεγόμενος Μπρέναν (που έχει υπηρετήσει πιστά τέσσερις Αμερικανούς προέδρους) καυτηριάζει ασταμάτητα τον Τραμπ πως συνεργάστηκε με τη Ρωσία για να κερδίσει τις εκλογές του 2016 και πως επιδιώκει να παρεμποδίσει τη σχετική έρευνα του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μιούλερ.
Μετά την απόφαση ανάκλησης της αδείας του, μίλησε για «πολιτικά υποκινούμενη» ενέργεια, προκειμένου να εκφοβιστεί και να σιωπήσει, χαρακτηρίζοντας «κουταμάρες» τη μόνιμη επωδό του Τραμπ περί μη συμπαιγνίας του με τη Μόσχα.
Εκτιμάται πως η υπόθεση Μπρέναν ανακινήθηκε τώρα ως απόπειρα αντιπερισπασμού από τη νέα κατακραυγή σε βάρος του Τραμπ που πυροδότησε η Αφροαμερικανή πρώην παίκτρια του ριάλιτι «Apprentice» (που παρουσίαζε ο μεγιστάνας-πρόεδρος) και μετέπειτα βοηθός στον Λευκό Οίκο, Ομαρόζα Μάνιγκολτ Νιούμαν, η οποία αποπέμφθηκε από τη θέση της.
Μέσω κυκλοφορίας βιβλίου και δημοσιοποίησης υποκλαπέντων ηχητικών αποσπασμάτων από ιδιωτικές συνομιλίες στον Λευκό Οίκο, η Νιούμαν καταγγέλλει τον Τραμπ για ρατσισμό, μισογυνισμό και ψεύδη, στρέφοντας πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας.
Επιβεβαιώνοντάς την, ο πρόεδρος την αποκάλεσε «σκυλί» και «τρελαμένο κλαψιάρικο απόβρασμα», ζητώντας εξοργισμένος νομική προσφυγή εναντίον της, επειδή παραβίασε τη συμφωνία εμπιστευτικότητας που είχε υπογράψει, όταν άρχισε να δουλεύει στον Λευκό Οίκο.
