Πολλαπλά ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε η συναυλία των Μουσικών της Καμεράτας υπό τον Ραμόν Τεμπάρ στην οποία συνόδεψαν τον Γιόζεφ Καλέγια σε ένα ωραίο ρεσιτάλ με άριες από όπερες (29/6/2018). Εντεταγμένη στο Φεστιβάλ Αθηνών αλλά δίχως τη σωστή δημοσιότητα –ένθεν και η δυστυχώς πενιχρή προσέλευση κοινού– η εμφάνιση του διάσημου τενόρου υπήρξε από κάθε άποψη ανεπιφύλακτα απολαυστική.

Προικισμένος με μια υπέροχη λυρική φωνή, επανειλημμένα βραβευμένος σε διεθνείς διαγωνισμούς, με τεράστια σκηνική πείρα και δισκογραφία, ο ταλαντούχος 40χρονος Μαλτέζος μεσουρανεί σήμερα στα διεθνή λυρικά θέατρα έχοντας επάξια καταλάβει τη θέση –και παραλάβει το ρεπερτόριο!– που κάποτε κρατούσαν αστέρες όπως ο Ντομίνγκο και άλλοι. Το ότι το εγχώριο κοινό δεν τον γνωρίζει έχει να κάνει αποκλειστικά με το γεγονός πως η πλειονότητα των Ελλήνων οπερόφιλων αρκείται υποχρεωτικά στη δισκογραφία… Ενθεν η πρώτη εμφάνισή του στην Αθήνα –έστω στο υπαίθριο Ηρώδειο– εκτός από αισθητική ευχαρίστηση λειτούργησε ως ιδανικό, ζωντανό παράδειγμα φωνητικής τέχνης!
Το πρόγραμμα περιλάμβανε απολύτως αναμενόμενες, υπερδημοφιλείς άριες από γαλλικές και ιταλικές όπερες του ώριμου ρομαντισμού και βερισμού. Το πρώτο μισό αφιερώθηκε στον Βέρντι: άρια του Ρανταμές «Ουράνια Αΐντα» από την «Αΐντα», άρια του Μακντάφ «Αχ παιδιά μου…» από τον «Μάκβεθ», άρια του Ροντόλφο «Αχ, να μπορούσα ν’ αρνηθώ την πίστη» από τη «Λουίζα Μίλερ» και άρια του Ντον Αλβάρο «Η ζωή είναι κόλαση» από τη «Δύναμη του πεπρωμένου».
Το δεύτερο μισό μοιράστηκε ανάμεσα στον γαλλικό ρομαντισμό και τον ιταλικό βερισμό: άρια του Ντον Χοσέ «Το λουλούδι που μου πέταξες» από την «Κάρμεν», άρια του Βέρθερου «Γιατί με ξυπνάτε» από τον «Βέρθερο», άρια του Οφενμπαχ «Μια φορά κι έναν καιρό στην αυλή του Αϊζεναχ» από τα «Παραμύθια του Χόφμαν», άρια του Καβαραντόσι «Και λάμπουν τ’ αστέρια» από την «Τόσκα» και «Το παλιό παραμύθι του βοσκού» από την «Αρλεζιάνα».
Ο Καλέγια τραγούδησε με υγιή, λαμπερή και ταυτόχρονα σαγηνευτικά γλυκιά, ρωμαλέα φωνή, διαμορφώνοντας τη φραστική εύπλαστα, ανεπιτήδευτα και με ακρίβεια, φορτίζοντάς την εκφραστικά με μοναδική συγκινησιακή αμεσότητα αλλά καλαίσθητα. Μονάχα σε κάποιο συγκεκριμένο, πολύ περιορισμένο τμήμα της υψηλής περιοχής η φωνή αποκτούσε αίφνης ένα ανεπαίσθητο βραχνό τρέμουλο. Ασυζητητί πιο ταιριαστό στο καθαρόαιμα ιταλικό, ρομαντικό είτε βεριστικό ρεπερτόριο απ’ ό,τι στο γαλλικό (τα γαλλικά του ήσαν καταφανώς στοιχειώδη, με στεγνή προφορά) το απολαυστικό, αρρενωπά στιβαρό τραγούδι του απέπνεε συγκινησιακή αμεσότητα, ζωντάνια και καταφανή σκηνική εμπειρία δίχως να ρέπει σε υπερθεματισμούς τύπου ματσίσμο. Μια ασυζητητί μεθυστική μουσική παρουσία που άφησε δυνατό αποτύπωμα!
Ενδιάμεσα ακούστηκαν ορχηστρικά αποσπάσματα από όπερες των Βέρντι (Εισαγωγή «Ναμπούκο», μουσική μπαλέτου από τον «Μάκβεθ»), Πουτσίνι (Ιντερμέδιο από τη «Μανόν Λεσκό») και Οφενμπαχ (Βαρκαρόλα από τα «Παραμύθια του Χόφμαν»). Αυτό που πρώτα απ’ όλα ξάφνιασε ήταν η ασύλληπτη ποιότητα –μουσικά, τεχνικά, ερμηνευτικά– της εκτέλεσης των ορχηστρικών αποσπασμάτων από το ελληνικό σύνολο υπό τον 40χρονο Ισπανό αρχιμουσικό Ραμόν Τεμπάρ.
Η βραδιά ξεκίνησε με μια μαγευτικής ομορφιάς και φρεσκάδας εκτέλεση της εισαγωγής στον βερντιανό «Ναμπούκο»: ακριβή, εύπλαστη, κομψή, συνάμα ρωμαλέα και σβέλτη, διαπλασμένη με εντός θέματος εκφραστικούς μανιερισμούς και καταφανή φροντίδα στη λεπτομέρεια, κυρίως όμως απαλλαγμένη από κάθε αίσθηση ρουτινιάρικης επανάπαυσης στην εκ του ασφαλούς απόδοση. Εχοντας ακούσει το «Ναμπούκο» από την ΕΛΣ λίγες εβδομάδες νωρίτερα η σύγκριση υπήρξε αυθόρμητη και αποστομωτική…
Καθ’ όλη τη συναυλία ίσχυσαν ίδιες ποιότητες αδιάλειπτης φροντίδας στη λεπτομέρεια και το ρευστό πλάσιμο της φραστικής, τόσο στη συνοδεία του τραγουδιστή όσο και στα άλλα ορχηστρικά αποσπάσματα. Και να σκεφτεί κανείς ότι μαζί με τους Μουσικούς της Καμεράτας συνέπραττε πλειάδα άλλων νέων αλλά και έμπειρων μουσικών˙ με άλλα λόγια, αυτή ήταν η απόδοση ενός περιστασιακής σύνθεσης συνόλου που, όμως, δούλεψε σκληρά υπό τον εμπνευσμένο αρχιμουσικό για να πετύχει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Θα είμαι πολύ κακός αν εδώ εντοπίσω τη διαφορά ανάμεσα σε μια ορχήστρα ελευθέρων επαγγελματιών που δουλεύουν για να (επι)ζήσουν και σε μια θεσμικά προστατευμένων δημοσίων υπαλλήλων με εξασφαλισμένο μισθό;
