Δεν μπορούσες να κοιτάξεις ψηλά χθες. Ο ουρανός ακτινοβολούσε τόσο που μπορούσε να τιμωρήσει ανεπανόρθωτα τα μάτια. Σκούρα γυαλιά, μαγιό, αντηλιακά, καφέδες, αναψυκτικά στην παραλία. Πολυσύχναστη παραλία, κοντά στην πόλη. Τους βλέπω να έρχονται. Εκείνος κι εκείνη. Πατημένα εβδομήντα. Μ’ αρέσει η βερμούδα-μαγιό του. Μπλε, έχει πάνω καραβάκια. Μ’ αρέσει το μαγιό της.
Ολόσωμο μαύρο, μ’ ένα κόκκινο λουλούδι στο στήθος. Αυτός παιδί, αυτή μοιραία γυναίκα. Αυτό νομίζω πως ήταν πάντα. Αλλά και πάλι δεν μπορώ να το πω, δεν τους ξέρω. Βγάζουν από μια μεγάλη σακούλα δυο πτυσσόμενα πολυθρονάκια. Απ’ αυτά που κάθεσαι στην παραλία και είσαι βασιλιάς. Τα πολυθρονάκια είναι ξεθωριασμένα, από ήλιο και ανέμους.
Μπαίνουν στη θάλασσα κι εκεί είναι δυο ξένοι. Κολυμπούν σε απόσταση, αγνοώντας ο ένας τον άλλον. Βγαίνει πρώτα εκείνη, δροσάτο το λουλούδι στο στήθος. Σκουπίζεται, φοράει πεταλουδέ μαύρα γυαλιά. Κοιτά προς τη θάλασσα. Τον ψάχνει ανάμεσα στα πολλά βρεγμένα κεφάλια. Σμίγει τα φρύδια. Κάθεται στο πολυθρονάκι. Αλλά όχι χαλαρά, σε στάση ετοιμότητας. Μπροστά στα πόδια της ξαπλωμένα κορμιά. Γυαλίζουν από τα αντηλιακά. Σηκώνεται και πάλι, ανήσυχη. Λέω: «Τώρα θα πατήσει πάνω τους για να πάει να τον βρει».
Δεν τα πατάει, προχωρά κομψά ανάμεσά τους. Εχει δέσει την πετσέτα γύρω από το στήθος. Σαν φόρεμα. Στην άκρη της θάλασσας ένα κεφάλι ξεπροβάλλει. Εχουν κάνει στην άκρη τα μαλλιά, το άτριχο μέρος της κεφαλής είναι γυμνό, εκτεθειμένο δίχως το άσπρο στέμμα. Κάτι λένε. Εκείνος σηκώνεται. Τα καραβάκια στο μαγιό σε τρικυμία. Λύνει το «φόρεμα», τον τυλίγει προστατευτικά. Του φτιάχνει τα μαλλιά. Και έπειτα ήσυχη πια τον αφήνει να κοιτάζει πέρα βαθιά στο πέλαγος και επιστρέφει στο πολυθρονάκι. Τι πολυθρονάκι, θρόνος μου φάνηκε! Δικαιωματικά ήταν η «βασίλισσα της παραλίας».
