Πυρετώδη μάχη με τον χρόνο, σκάβοντας ακόμα και με τα χέρια -λόγω έλλειψης εξοπλισμού- για να εντοπίσουν επιζώντες στα χαλάσματα κτιρίων, έδιναν χθες ντόπιοι διασώστες στο εξωτικό νησί Λομπόκ της σεισμογενούς Ινδονησίας, επίκεντρο της ισχυρής δόνησης των 6,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που συντάραξε την ευρύτερη περιοχή την Κυριακή το βράδυ τοπική ώρα, προκαλώντας εκατόμβη θυμάτων και εκτεταμένες καταστροφές.
Ο σεισμός ήταν ο δεύτερος απανωτός που έπληξε το Λομπόκ μετά από εκείνον της 29ης Ιουλίου με μέγεθος 6,4 βαθμών, ο οποίος σκότωσε 17 ανθρώπους.
Σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ, απελευθέρωσε ενέργεια πάνω από πέντε φορές μεγαλύτερη συγκριτικά με τον πρώτο – γεγονός που εξηγεί τις βαριές απώλειες σε ανθρώπους και υλικές υποδομές.
Εύλογα, το νέο χτύπημα του Εγκέλαδου προκάλεσε πανικό και μαζική έξοδο κατοίκων και τουριστών, τόσο από το Λομπόκ όσο κι από το γειτονικό νησιωτικό θέρετρο του Μπαλί, αλλά κι από το σύμπλεγμα των τριών κοραλλιογενών νήσων Γκίλι, που ήταν κατάμεστα από ξένους παραθεριστές.

Στις παραδεισένιες, κατά τα λοιπά, ακτές τους εκτυλίσσονταν χθες σκηνές απόγνωσης κι αλλοφροσύνης, που θύμιζαν συνειρμικά -παρά τις προφανέστατες διαφορές- τις τρομερές νωπές εικόνες από το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, αλλά και τη μαύρη επόμενη μέρα των Χριστουγέννων του 2004, όταν το πελώριο τσουνάμι από την ισχυρότατη δόνηση των 9,1 βαθμών έφερνε τον όλεθρο στον Ινδικό Ωκεανό, σκοτώνοντας πάνω από 220.000 ανθρώπους – τους περισσότερους από τους μισούς μόνο στην Ινδονησία.
Εντρομοι και αρκετοί τραυματισμένοι, χιλιάδες τουρίστες κατέφυγαν σε παραλίες των νησιών Γκίλι, προσπαθώντας όπως όπως να επιβιβαστούν σε πλοιάρια για να μεταβούν σε ασφαλή τοποθεσία.
Πανικός

«Ο κόσμος πετούσε τις βαλίτσες του στο κατάστρωμα και χρειάστηκε να δώσω μάχη για να ανεβάσω πάνω τον άντρα μου που αιμορραγούσε» περιέγραφε στο Reuters η Αμερικανίδα Μισέλ Τόμσον.
Παρότι οι τοπικές αρχές έστειλαν επιπλέον σκάφη για να συνδράμουν την άτακτη εκκένωση, περίπου 2.700 άτομα μπόρεσαν να φύγουν, με αρκετές χιλιάδες επισκέπτες και υπαλλήλους ξενοδοχείων να παραμένουν στα Γκίλι, αδημονώντας να τα εγκαταλείψουν.
Η χειρότερη εμπειρία, είπαν πολλοί, ήταν η προειδοποίηση για τσουνάμι, που ήρθε λίγες ώρες αργότερα.
«Ολοι οι ντόπιοι έτρεχαν φρενιασμένοι και κραύγαζαν, την ώρα που φορούσαν σωσίβια. Τους ακολουθήσαμε σε έδαφος με μεγαλύτερο υψόμετρο, σκαρφαλώνοντας σε έναν απότομα ανηφορικό και ανώμαλο λόφο μέσα στο σκοτάδι», διηγήθηκε στο Press Association ο Βρετανός Τζέιμς Κέλσαλ.
Πολλά τουριστικά και μη καταλύματα υπέστησαν ζημιές και στα Γκίλι και στο Μπαλί, όπου έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον δύο κάτοικοι.
Στο διεθνές αεροδρόμιο του κοσμοπολίτικου νησιού επικρατούσε το αδιαχώρητο, με πλήθη τουριστών να επιδιώκουν να αναχωρήσουν άρον άρον.
Το μεγάλο δράμα όμως αφορά τους κατοίκους του Λομπόκ, μεγάλο μέρος του οποίου ισοπεδώθηκε.
Μέχρι χθες είχαν καταγραφεί εκεί 96 νεκροί, όλοι τους Ινδονήσιοι, με τις τοπικές αρχές να εκτιμούν πως ο τελικός απολογισμός των νεκρών «θα αυξηθεί οπωσδήποτε».
Οι τραυματίες ανέρχονταν σε 236, ενώ τουλάχιστον 20.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν από τα ολοσχερώς ή μερικώς κατεστραμμένα σπίτια τους και παραμένουν άστεγοι.

Ο σεισμός χτύπησε με σφοδρότητα τη μεγαλύτερη πόλη του νησιού, Ματαράμ, όπου επικράτησαν χαοτικές συνθήκες, καθώς χιλιάδες κτίρια υπέστησαν σημαντικές φθορές, ανάμεσά τους και νοσοκομεία.
Με λιγοστά μέσα, γιατροί και νοσηλευτές πάσχιζαν να περιθάλψουν τόσο μεγάλο αριθμό τραυματιών ενώ, εξαιτίας των ζημιών και των συνεχιζόμενων μετασεισμών, αναγκάστηκαν να μεταφέρουν ασθενείς σε πάρκινγκ ή σε σκιώδη μέρη στο προαύλιο, όπου έστησαν πρόχειρα κέντρα παροχής πρώτων βοηθειών.
Ηλεκτρισμός και τηλεπικοινωνίες είχαν διακοπεί, δρόμοι άνοιξαν κι έγιναν αδιάβατοι, γέφυρες κατέρρευσαν, ενώ σημειώθηκαν και κατολισθήσεις.
Οι διασώστες δεν είχαν καταφέρει μέχρι χθες να προσεγγίσουν χωριά στο βόρειο ορεινό τμήμα του Λομπόκ, που πιστεύεται ότι έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές.
Οργανώσεις αρωγής ζητούν να υπάρξει άμεση μέριμνα για τους χιλιάδες σεισμόπληκτους, πολλοί από τους οποίους αναγκάστηκαν να μείνουν σε σκηνές, χωρίς να έχουν επαρκή εφόδια νερού, τροφής και φαρμάκων.
Ηδη άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες επικρίσεις για ολιγωρία της κυβέρνησης της Ινδονησίας, που δεν έσπευσε να ζητήσει διεθνή βοήθεια για την ανακούφιση των πληγέντων και την ταχύτερη απομάκρυνση των τουριστών.
Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας έστειλαν στρατιώτες, ιατρικό προσωπικό, ελικόπτερα και σκάφη για να συνδράμουν τις επιχειρήσεις εκκένωσης και αρωγής των σεισμόπληκτων.
«Είδα ανθρώπους να τρέχουν για να σώσουν τη ζωή τους, να ουρλιάζουν για βοήθεια στα κινητά τους. Ηταν εξαιρετικά τραυματικό. Τώρα κοιμούνται στο ύπαιθρο και δεν έχουν πλέον τίποτα. Εργαζόμαστε όλο το 24ωρο για να μπορέσουμε να φτάσουμε σε όσο περισσότερους ανθρώπους έχουν ανάγκη», ανέφερε στην Guardian συντονίστρια τοπικής ανθρωπιστικής οργάνωσης.
Παρά τις αναρίθμητες ιστορίες φρίκης για το πώς βίωσαν τη στιγμή του σεισμού και το πανδαιμόνιο που ακολούθησε, κανένας ξένος παραθεριστής δεν συγκαταλεγόταν στους νεκρούς, τουλάχιστον έως χθες.
Τον βαρύτερο φόρο αίματος πληρώνουν οι ντόπιοι, αρκετοί μάλιστα την ώρα που έβγαζαν το μεροκάματο δουλεύοντας στην τουριστική βιομηχανία. Μιλώντας στο Associated Press, o Σαχρίλ περιέγραψε πώς έχασε τον μεγαλύτερο αδερφό του: «Σέρβιρε πελάτες όταν έγινε ο σεισμός. Οι πελάτες μπόρεσαν να διαφύγουν, εκείνος όχι. Το διώροφο κτίριο κατέρρευσε και τον έθαψε. Δεν πρόλαβε καν να φωνάξει για βοήθεια»…
Με περιορισμένα μέσα, οι έρευνες διασωστών για επιζώντες στα ερείπια κτιρίων συνεχίζονταν ακατάπαυστα. Τοπικοί αξιωματούχοι αγωνιούσαν για δεκάδες, όπως υπολογίζουν, εγκλωβισμένους σε τέμενος στο χωριό Λάντινγκ-Λάντινγκ, που ισοπέδωσε ο Εγκέλαδος.
Αντί επιλόγου, θυμίζουμε πως η πολυπληθής, νησιωτική Ινδονησία βρίσκεται πάνω στο λεγόμενο «Δαχτυλίδι της Φωτιάς», ένα τόξο ηφαιστείων και μετακινούμενων τεκτονικών πλακών στον Ειρηνικό Ωκεανό, γι’ αυτό και υφίσταται συχνά πυκνά ισχυρούς σεισμούς και τις συνακόλουθες τραγικές επιπτώσεις.
