Μπορεί το τοπίο να σου μαυρίζει την ψυχή. Αλλά πάνω στα αποκαΐδια, εκεί όπου ακόμη και την ημέρα όλα φαίνονται σκοτεινά, η μυρωδιά του καμένου σού κάθεται στον λαιμό και σου κοκκινίζει τα μάτια, ανθεί η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη.
Είναι εκεί όπου η υπάλληλος του δήμου βλέποντάς σε πελαγωμένη στη χαρτούρα και τη γραφειοκρατία, μπορεί να τολμήσει να σου ζητήσει να σε πάρει «μια αγκαλίτσα», γιατί της θυμίζεις τη μητέρα της.
Είναι εκεί όπου οι γείτονες που γλίτωσαν το σπίτι τους, μπορεί να φιλοξενούν τους λιγότερο τυχερούς ανθρώπους της γειτονιάς, εφόσον έχουν χώρο.
Είναι εκεί όπου οι επαγγελματίες που θα έρθουν να σου δουλέψουν τόσες ώρες στον ήλιο, για να εντοπίσουν τη βλάβη σε ό,τι έχει απομείνει από το καμένο σου σπίτι –χωρίς να μπορείς να τους δώσεις ούτε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, γιατί δεν έχεις πια όχι ψυγείο αλλά ούτε ένα ποτήρι– στην ερώτηση «Τι σας οφείλουμε;» σου απαντούν «Τι λέτε, εσείς χάσατε το σπίτι σας κι εμείς θα σας πάρουμε λεφτά; Τίποτα δεν μας χρωστάτε…».
Και είναι αυτή η αφιλοκερδής προσφορά που συγκινεί: «Εκείνο το βλέμμα του αυτονόητου, όταν έλεγαν “εμείς θα πάρουμε λεφτά από εσάς;”. Μπορεί να είχαμε χάσει την περιουσία μας, αλλά τότε συγκλονιστήκαμε και δακρύσαμε…».
Αυτή την ανθρωπιά και ευγένεια νιώθουν την ανάγκη να μας μεταφέρουν, «την προσφορά των ανθρώπων που κάνουν τη δουλειά τους και δεν είναι υποχρεωμένοι να μας συνδράμουν. Και ότι όλοι κάνουν τόσο καλά τη δουλειά τους, από τους εθελοντές που στάθηκαν από την πρώτη στιγμή κοντά μας για να μας δώσουν ένα μπουκάλι νερό μέχρι το πόσο εξυπηρετικοί είναι στις υπηρεσίες, που, αφού τα χάσαμε όλα, έπρεπε να καταθέσουμε τα δικαιολογητικά, κι εκείνοι να θέλουν να βοηθήσουν, να δουν αν είναι σωστές οι αιτήσεις, όταν από το σοκ αδυνατείς ακόμη και να συμπληρώσεις τα στοιχεία…».
Η απαρίθμηση αυτών των μικρών μα τόσο σημαντικών δειγμάτων αβρότητας δεν εξαντλείται: οι εθελοντές που βοηθούν να μοιραστεί η βοήθεια στους πυρόπληκτους, οι υπάλληλοι στις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες όπου απευθύνεσαι και κάνουν τα πάντα για να σε εξυπηρετήσουν, όπως και οι τεχνικοί των διαφόρων κλιμακίων από τη ΔΕΗ μέχρι το υπουργείο Υποδομών, που έχουν ξεκινήσει τις εργασίες για την απομάκρυνση των επικίνδυνων καμένων, την αποκατάσταση του δικτύου, την καταγραφή των αναγκών και μιας σειράς ελέγχων που δεν συγκρατεί ο νους.
Και είναι αυτά που θέλει να κρατήσει από τη συμφορά η συνομιλήτριά μας και να τα μοιραστεί μαζί μας, έτσι σαν έναν φάρο, για να φωτίζει το μονοπάτι της ζωής, που οφείλει να συνεχιστεί…
«Ποιες δυνάμεις επιστρατεύει ο άνθρωπος για να κρατηθεί όταν τα ’χει χάσει όλα;» ρωτάμε. «Ολα, μα όχι, γιατί όταν καταφέραμε να φτάσουμε σε ένα ασφαλές σημείο, κοιταχτήκαμε με τον άντρα μου και καταλάβαμε ότι είχαμε σωθεί. Επιζήσαμε…».
Το σπίτι τους στο Κόκκινο Λιμανάκι «κάηκε κατά τα δύο τρίτα, οι όροφοι έπεσαν και έτσι προστάτευσαν το μικρό παλιό πέτρινο σπιτάκι που είχαν φτιάξει οι γονείς στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και ο μηχανικός που το είδε μας είπε ότι είναι εντάξει, θα μπορούσαμε να μείνουμε σε αυτό αφού το φτιάξουμε. Κι έτσι πήραμε θάρρος… Δεν έχουμε άλλο σπίτι, είναι η μόνιμη κατοικία μας».
Εκεί είχαν εγκλωβιστεί αυτοί οι δύο άνθρωποι που διανύουν την όγδοη δεκαετία της ζωής τους, αφού, πριν καλά καλά το καταλάβουν, τους είχε ζώσει η φωτιά κι εκείνοι –τι άλλο να κάνουν;– έριχναν νερό…
Ομως η ζωή έχει ανάγκη από μια κανονικότητα για να συνεχιστεί: «Ερχόμαστε κάθε μέρα 9 με 2 για να κάνουμε δουλειές, σε ένα μήνα θα αρχίσουμε να βάφουμε για να μπούμε, ήρθε το νερό, μας έδωσαν προσωρινά εργοταξιακό ηλεκτρικό για να έχουμε φως…».
Η κουβέντα είναι δύσκολο να μην έρθει και στο πολύ μεγάλο κακό, στα κουκουνάρια που πετάγονταν σαν χειροβομβίδες, στην εφιαλτική κατάσταση που κόστισε τη ζωή σε σχεδόν 100 ανθρώπους, στους καπνούς και στη θάλασσα στην οποία κάποιοι κατάφεραν να διασωθούν. Στον χαμό των 26 ανθρώπων στο οικόπεδο στο τέλος του δρόμου προς τη θάλασσα…
«Κι εσείς πώς γλιτώσατε;» «Ο θεός άνεμος άλλαξε τη φορά της φωτιάς από τη Ραφήνα και την πήγε προς το Μάτι, έτσι μπορέσαμε να βγούμε από το σπίτι. Μπορεί να καίγονταν τα σπίτια και τα δέντρα σαν λαμπάδες, αλλά δεν ερχόταν πια η φωτιά πάνω μας…».
Ετσι, βγήκαν στον δρόμο με τα ρούχα που φορούσαν και σαν από ένστικτο με την τσάντα: τουλάχιστον μια ταυτότητα, ένα κινητό, μια κάρτα όταν όλα τα άλλα έχουν χαθεί στη φωτιά.
Νιώθει τυχερή που δεν είχε τα εγγονάκια της εκείνη την ημέρα και εκφράζει την αγωνία της να υποστηριχτεί ο κόσμος σε ψυχικό επίπεδο και κυρίως τα «παιδιά που βιώνουν μια εφιαλτική κατάσταση τοπίου…».
Στο μωσαϊκό που συνθέτουν οι αφηγήσεις μετά την καταστροφή, η ιστορία της κ. Α. Κ. (τα στοιχεία της στη διάθεση της εφημερίδας) μεταφέρει την ευγνωμοσύνη για την καλοσύνη των ανθρώπων, όπως τη βίωσε στην οδό Δρυάδων – όπως βάφτισε τον δρόμο που οδηγούσε στο δάσος ο πατέρας της, περισσότερα από πενήντα χρόνια πριν, με μια χειροποίητη πινακίδα που σώθηκε…
