Ηταν ξυπόλητος. Με μαύρα πόδια και μια αντάρα στο βλέμμα. Στάθηκε μπροστά από ένα μαγαζί που πουλούσε κινητά, μπαταρίες και άλλα τέτοια. Που συνεχώς αλλάζουν ώστε οι κατασκευάστριες εταιρείες να καρπώνονται το μέγιστο των χρημάτων, αφού υπόσχονται τον επίγειο παράδεισο, όπου η επιθυμία της ταχύτητας στην επικοινωνία θα πραγματωθεί εδώ και τώρα.
Αναποδογύρισε τον κάδο απορριμμάτων. Ανησύχησα. Σκέφτηκα ότι θα έβγαιναν από το μαγαζί να τον επιπλήξουν. Ομως όχι.
Εκείνος άδειασε με ιερή προσοχή το περιεχόμενο στο πεζοδρόμιο, σήκωσε τον κάδο, τον επανέφερε στην προηγούμενη θέση του και μάζεψε με προσοχή τα περιβλήματα των ηλεκτρονικών καταλοίπων. Τα έβαλε στις τσέπες του γκρίζου σαν αιθαλομίχλη ξεχειλωμένου παντελονιού του που το στήριζαν κάτι ξεφτισμένες τιράντες.
Υπέθεσα ότι με αυτά και άλλα μαζέματα μπορεί να τροφοδοτεί –πενιχρά για τον ίδιο– το πλούσιο παρεμπόριο που ανθεί στο κέντρο της Αθήνας. Παραλλαγή αυτού που ανθεί σε κάθε κατακτημένη πόλη από καταβολής ανθρώπων και πόλεων.
Δεν τόλμησα να τον πλησιάσω. Δεν τολμάμε να μιλήσουμε στους άστεγους της πόλης μας. Που τον Αύγουστο μοιάζουν πολλαπλάσιοι. Καθώς η πόλη αδειάζει από τους ενταγμένους στους φόρους και τη διευρυμένη και ανελέητη οικονομική επίθεση πολίτες της, μπορείς να διακρίνεις στους ερειπωμένους και ερημωμένους δρόμους της τα άγρια βλαστάρια της, τα μη ενταγμένα, τα περιπλανώμενα. Που ήταν πάντα εκεί. Αλλά χάνονταν μέσα στο πλήθος.
Τώρα η πόλη τούς ανήκει. Ανακατεμένοι. Ελληνες και ξένοι, μια πολυεθνική αυτοκρατορία του ζόφου. Οπου για να επιβιώσεις πρέπει να παλέψεις άγρια, όπου ο οίκτος εκτός της μικρής ομάδας που μπορεί να αποτελείται και μόνο από ένα πρόσωπο, απουσιάζει.
Οταν πριν από χρόνια τους είδα στο Παρίσι, σκέφτηκα ότι στην Ελλάδα δεν είχαμε και αυτήν τη δυστυχία. Θα μπορούσε βεβαίως κανείς από την ασφάλεια της κοινωνιολογικής ανάλυσής του να πει ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο των μεγαλουπόλεων και να κάνει μετρώντας και βγάζοντας ποσοστά επί του πληθυσμού μια επιτυχημένη ανακοίνωση σε ένα ακόμα συνέδριο για τη δυστυχία του άλλου.
Ομως όχι. Δεν είναι μοιραίο αυτό το φαινόμενο. Δεν είναι περίεργοι ή τρελοί αυτοί που πιάνουν πάτο. Που δεν μπόρεσαν να συνάψουν μία έστω εικονική σύμβαση για καθαριότητα σε ένα δήμο. Με τη γνώση της πόλης που είναι η πατρίδα τους θα μπορούσαν πατώντας στα τραυματισμένα της πεζοδρόμια να γίνουν οι σημερινοί οδοδείκτες για μια αναδιάρθρωση του ανθρώπινου έξω από τα προγράμματα αποδιάρθρωσης.
Ο ξυπόλυτος αυτοσχέδιος δεξιοτέχνης της ανακύκλωσης με τα μαύρα πόδια μάς έδινε μάθημα περιβαλλοντικής και τελικά πολιτικής ευαισθησίας και αξιοπρέπειας.
