Εστία φωτιάς για την κυβέρνηση η έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα (άρθρο 4) που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα μαζί με τη μελέτη για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Η έκθεση δεν διαφέρει σε τίποτα από τις προηγούμενες, με το Ταμείο να κινείται στην ίδια «ρητορική» για μη αναστροφή των μεταρρυθμίσεων (αγορά εργασίας, δημόσια διοίκηση, «κόκκινα» δάνεια) και τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων (σ.σ. αυτή τη φορά από τον τομέα των κρατικών δαπανών), ώστε να διασφαλιστούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που δεν τα θεωρεί επιτεύξιμα σε βάθος χρόνου.
Σε αυτή τη φάση το ΔΝΤ δέχεται το βασικό σενάριο του μεταμνημονιακού πλαισίου ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο προβλέπει πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Ομως οι εκτιμήσεις του διαφέρουν από αυτές που έχει ενσωματώσει η ελληνική πλευρά στο Μεσοπρόθεσμο για πλεονάσματα που κλιμακώνονται ώς το 5,19% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, τα οποία θα τις δώσουν την ευχέρεια για στοχευμένες παροχές και φοροελαφρύνσεις.
Στην επιστολή του, η οποία συνοδεύει την έκθεση του άρθρου 4 για την Ελλάδα, ο εκπρόσωπος της χώρας μας στο ΔΝΤ Μιχάλης Ψαλιδόπουλος μεταφέρει την ενόχληση των ελληνικών αρχών επειδή «δεν προβλέπεται καθόλου πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος από το 2019 ώς το 2022».
Οι βουλευτικές εκλογές το 2019 είναι για το ΔΝΤ ακόμη ένα μεγάλο πρόβλημα όχι μόνο για το γεγονός ότι οι πολλές από τις μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα έχουν να κάνουν με την αποτελεσματικότητα του Δημοσίου, αλλά για τον αυξημένο κίνδυνο χαλάρωσης της κρατικής μηχανής.
Σύμφωνα με τον διεθνή οργανισμό, «οι εκλογές θα μπορούσαν να μειώσουν τον ρυθμό υλοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή να οδηγήσουν ακόμη και σε ανατροπή τους. Επίσης μια αλλαγή πλεύσης «ενδέχεται να προκαλέσει απώλεια εμπιστοσύνης από τις αγορές και να συμπιέσει τη ρευστότητα και τα πλεονάσματα».
Μεγάλο κίνδυνο για το ΔΝΤ αποτελούν και οι δικαστικές αποφάσεις (για μισθούς, συντάξεις) οι οποίες, εφόσον ενεργοποιηθούν, θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη δημοσιονομική εξυγίανση και τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Στις προβλέψεις για τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας το ΔΝΤ λαμβάνει ως δεδομένες τις προνομοθετημένες περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο από το 2019 και το 2020, ενώ συστήνει στην κυβέρνηση να παγώσει τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και να μην πειράξει τη μνημονιακή διάταξη με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Τονίζει δε ότι η όποια προσαρμογή των κατώτατων μισθών θα πρέπει να είναι συνετή και σύμφωνη με την πορεία της παραγωγικότητας, ώστε να μην υπάρξει επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα.
Από την άλλη προτείνει μείωση του ΦΠΑ και δημιουργία ενιαίου συντελεστή με πλήρη κατάργηση εξαιρέσεων/εκπτώσεων και μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνει το ΔΝΤ για τις τράπεζες θεωρώντας ότι «παραμένουν ευάλωτες» και εκφράζεται η άποψη ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες.
Το Ταμείο βλέπει την ανάπτυξη να εξασθενεί μετά το 2019 (σ.σ. σχετικός πίνακας) που θα ενεργοποιηθούν τα μέτρα των περικοπών και να υποχωρεί στο 1,2% στο τέλος του 2023. Σε ό,τι αφορά την ανεργία, ακόμη και μετά το τέλος του μεταμνημονιακού προγράμματος θα παραμείνει σε διψήφιο αριθμό. Βέβαια θα σημειώσει μεγάλη πτώση από το 19,9% το 2018 στο 14,1% το 2023.
