Οταν γράφει κανείς, δεν νιώθει κανένα είδος ελευθερίας. Είτε είσαι σπουδαίος, είτε μέτριος, είτε “ανύπαρκτος”, η αρρώστια παραμονεύει και σε χτυπάει. Το στομάχι σου καίγεται, τα χέρια σου τρέμουν, οι ταχυπαλμίες στήνουν χορό. Εκτός και αν είσαι τελείως αναίσθητος και τα καταφέρνεις. Η διαδικασία της γραφής είναι παντού η ίδια. Αλλάζει μόνο η μορφή του κειμένου. Οταν τελειώσεις, δίνεις τον τίτλο και το πετάς στην “αιωνιότητα”… Από εκεί και πέρα σε περιμένουν άλλες στενοχώριες. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…
Αυτά έλεγε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» για την περιπέτεια της γραφής ο πολυγραφότατος Μάνος Ελευθερίου πέρσι τον Νοέμβριο με αφορμή το πρώτο του θεατρικό έργο «Ο πατέρας του Αμλετ», που παρουσιάστηκε στο θέατρο «Θησείον», σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη, με ερμηνευτή τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη.
«Ο χάρος βγήκε παγανιά», «Το παλικάρι έχει καημό», «Σ’ αυτή τη γειτονιά», «Η σούστα πήγαινε μπροστά», «Αλλος για Χίο τράβηξε», «Μαλαματένια λόγια», «Παραπονεμένα λόγια», «Κάτω απ’ τη μαρκίζα», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι», «Αμλετ της Σελήνης», «Δεν είμαι άλλος», «Είναι αρρώστια τα τραγούδια», «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες», «Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά», «Στων αγγέλων τα μπουζούκια», «Μη χτυπάς σ’ ένα σπίτι κλειστό» …
Και ποιος δεν έχει σιγοτραγουδήσει αυτά τα τραγούδια. Τραγούδια αγαπημένα, που δεν πέρασαν ποτέ στη λήθη του χρόνου, στίχοι γραμμένοι από ένα σπουδαίο ποιητή, στιχουργό και πεζογράφο, τον Μάνο Ελευθερίου, που έφυγε χθες από τη ζωή από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 80 ετών. Η πολιτική κηδεία του θα γίνει αύριο Τρίτη στις 12.00, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Δεν είναι μόνο οι στίχοι που έγραψε για πάνω από 400 τραγούδια, λόγια που μελοποιήθηκαν από μεγάλους συνθέτες και μιλούν για τον έρωτα, τη μοναξιά, τους κοινωνικούς αγώνες, την πολιτική, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση, θέατρο, μελέτες, αρθρογραφούσε και έκανε ραδιόφωνο για χρόνια.
Γεννήθηκε το 1938 στη Σύρο και ήταν γιος ναυτικού. Σε ηλικία 14 ετών έρχεται με την οικογένειά του στην Αθήνα και τα πρώτα εφτά χρόνια κατοικούν στο Χαλάνδρι. Το 1960 μετακομίζουν οικογενειακώς στο Νέο Ψυχικό.
Θα εργαστεί στις εκδόσεις του Reader’s digest από το 1963 έως το 1980, απ’ όπου και θα συνταξιοδοτηθεί, αλλά παράλληλα με τη δουλειά του γράφει, γράφει ασταμάτητα.
Η πρώτη του επαφή με την ποίηση και τη λογοτεχνία γίνεται στην παιδική ηλικία, συνεχίζεται στα χρόνια του Γυμνασίου αλλά και στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, όπου εκεί αρχίζει δειλά και να γράφει. Σκαρώνει τους πρώτους του στίχους, ανάμεσά τους και το τραγούδι «Το τρένο φεύγει στις οχτώ» που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Μετά το Γυμνάσιο γράφεται στο τμήμα Θεάτρου της Σχολής Σταυράκου αλλά και στη Σχολή του Καρόλου Κουν, την οποία εγκαταλείπει το 1957 χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Δεν τον ενδιαφέρει να γίνει ηθοποιός, θέλει όμως να γνωρίσει το θέατρο καθώς αυτό που επιθυμεί είναι να γράψει για το θέατρο. Γι’ αυτό άλλωστε παρακολουθεί ως ακροατής και τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου για δύο χρόνια. Δίνει μάλιστα και στίχους του στον τότε διευθυντή της Σχολής, τον Αγγελο Τερζάκη, ο οποίος τους διαβάζει και τον ενθαρρύνει να συνεχίσει να γράφει.
Το 1962 σε ηλικία μόλις 24 ετών δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός» και δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορούν τα δύο πρώτα βιβλία του με διηγήματα «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή».
Το 1964 παρουσιάζεται στην ελληνική δισκογραφία. Συνεργάζεται με τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή καθώς και τον Μίκη Θεοδωράκη (1967), συνεργασία όμως που διακόπτεται λόγω της δικτατορίας και τα συγκεκριμένα τραγούδια θα κυκλοφορήσουν τελικά το 1970 στο Παρίσι. Επόμενοι μεγάλοι σταθμοί είναι ο «Αγιος Φεβρουάριος» το 1971 με τον Δήμο Μούτση και ο δίσκος «Θητεία» με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, του οποίου η ηχογράφηση αρχίζει το Νοέμβριο του 1973, διακόπτεται λόγω των γεγονότων του Πολυτεχνείου και τελικά κυκλοφορούν το 1974 στη μεταπολίτευση.
Ο Μάνος Ελευθερίου θα συνεργαστεί με όλους σχεδόν τους Ελληνες συνθέτες: Δήμο Μούτση, Γιάννη Μαρκόπουλο, Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Σπανό, Σταύρο Κουγιουμτζή, Θάνο Μικρούτσικο, Σταύρο Ξαρχάκο, Μάνο Χατζιδάκι, Γιώργο Ζαμπέτα, Σταμάτη Κραουνάκη, Διονύση Τσακνή, Χρήστο Λεοντή, Γιώργο Χατζηνάσιο, Ηλία Ανδριόπουλο, Λουκιανό Κηλαηδόνη, Θανάση Γκαϊφύλλια, Χρήστο Νικολόπουλο, Αντώνη Βαρδή.
Και δεν σταματάει να γράφει. Ανάμεσα στα βιβλία που εκδίδει είναι το «Μαύρα μάτια» για τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920. Κι άλλα όπως «Ο νοητός λύκος», «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου», «Βλέμματα από την Ελλάδα», «Παραμονή Πρωτοχρονιάς», «Η πόρτα της Πηνελόπης», «Το νεκρό καφενείο», «Ενα καράβι, καραβάκι…», «Είναι αρρώστια τα τραγούδια», «Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί», «Του Γενάρη το φεγγάρι», «Ενα καράβι μια φορά», «Αναμνήσεις από την Οπερα», «Το μυστικό πηγάδι», «Μαθήματα μουσικής/Τα ξόρκια», «Τα όρια του μύθου».
Το 1994 εκδίδεται η πρώτη του νουβέλα με τίτλο «Το άγγιγμα του χρόνου». Το 2004 δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ο καιρός των χρυσανθέμων», το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2005. Το 2006 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές» (εκδόσεις Μεταίχμιο) για την ηθοποιό Ελένη Παπαδάκη, που εκτελέστηκε από το ΕΑΜ. Και ακολουθούν «Ανθρωπος στο πηγάδι» το 2008, «Πριν απ’ το ηλιοβασίλεμα» το 2011, «Φαρμακείον εκστρατείας» το 2016, όλα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, που το 2013 συγκέντρωσε σε έναν τόμο με τίτλο «Τα λόγια και τα χρόνια» όλους τους στίχους του.
Παράλληλα γράφει και εικονογραφεί παραμύθια για παιδιά και επιμελείται την έκδοση λευκωμάτων: «Ενθύμιον Σύρας», «Ο ίσκιος της Αθήνας». Και βέβαια τη σημαντική μελέτη του «Το Θέατρο στην Ερμούπολη τον εικοστό αιώνα» (τέσσερις τόμοι). Στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90 αρθρογραφεί και έχει ραδιοφωνικές εκπομπές στον «Αθήνα 9,84» και στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το 2013 βραβεύεται για την συνολική προσφορά του από την Ακαδημία Αθηνών.
Το θέατρο συνάρπαζε τον Μάνο Ελευθερίου, άρχισε να γράφει παράλληλα με τους στίχους από την εποχή όπου υπηρετούσε τη θητεία του, το 1961. Κείμενα που στην πάροδο των χρόνων τα άφηνε στην άκρη. «Καμιά φορά τα διορθώνω» μας είχε πει σε μια συνέντευξή του, «ίσως κάποτε βρουν άλλο δρόμο. Και τα βιβλία ή οι ποιητικές συλλογές απευθύνονται στο κοινό, χωρίς ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Είναι ένα μυστικό θέατρο που το παίζει μόνος του ο αναγνώστης. Η επαφή όμως με το κοινό του θεάτρου έχει άλλη μαγεία».
H Σύρος, ο Μαρκόπουλος και ο Μούτσης
Αποσπάσματα από ένα κείμενο του Νίκου Ορφανού με αφορμή τη συνάντησή του με τον Μάνο Ελευθερίου, που δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό The Machine.
● Για το έργο του «Θητεία» που ηχογραφήθηκε μέσα στη χούντα.
«Τότε έγραφα συγκλονισμένος απ’ όλα αυτά που ζούσαμε με τη χούντα. Για την ακρίβεια, η “Θητεία” ήταν όπερα για το Γρηγόρη Λαμπράκη. Μας λογόκρινε η χούντα συνεχώς, μας καθυστερούσε, το “ξημερώνοντας μέρα κακή” στο τραγούδι, κανονικά ήταν “ξημερώνοντας Παρασκευή”, γιατί Παρασκευή είχε γίνει το πραξικόπημα. Ή το “να ζεις μ’ αυτή την κομπανία”, κανονικά ήταν “μ’ αυτή τη συμμορία” και εν τω μεταξύ αλλοίωνε και τη ρίμα, γιατί το συμμορία κάνει απόλυτη ομοιοκαταληξία, με το -ρια του προπροηγούμενου στίχου, βλακείες δηλαδή. Μου έλεγε ο Μαρκόπουλος πρέπει να αλλάξουμε αυτό το στίχο, στα “Λόγια και τα χρόνια”, που λέει “και του καημού την πόρτα να χτυπήσεις”, κανονικά έγραφα “και του λαού την πόρτα να χτυπήσεις”, μου έλεγε ο Μαρκόπουλος να βάλουμε “και του λαγού την πόρτα”, άκου τώρα, του λαγού… Εκεί που γράφω “πως το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια, να μην ακούσεις έναν ποιητή”, σκεφτόμουν το Μαγιακόφσκι και πώς αυτοκτόνησε εκεί στη Ρωσία, ένα τέτοιο πράγμα ήθελα να υπενθυμίσω, να υπάρχει εκεί. Σε ένα τηλεφώνημα που είχα κάνει στο Ζαμπέτα, του διάβασα τα “Λόγια και τα Χρόνια”, μόλις τελείωσα μου λέει ο Ζαμπέτας, βρε Μάνο παιδί μου, αυτό δεν είναι τραγούδι, αυτό είναι κατάθεση στον Αρειο Πάγο! Ηταν ωραίος τύπος ο Ζαμπέτας, τον αγαπούσα και μ’ αγαπούσε».
● Για τον «Αγιο Φεβρουάριο» που έγραψαν με τον Δήμο Μούτση.
«Είχα γράψει εγώ κάτι στίχους εμπνευσμένους από το μαρτύριο του Αγίου Στεφάνου, ξέρεις ο Αγιος Στέφανος πέθανε με πολλά μαρτύρια, αλλά είχα γράψει και για διάφορους άλλους θανάτους. Ο Μούτσης κράτησε το άγιος και ήθελε κάτι που να αρχίζει από φι, γιατί είχε μια γκόμενα που λεγόταν ξέρω γω, Φωτεινή, κάτι ήτανε και λέγαμε διάφορους τίτλους, κάποια στιγμή λέει ο Μούτσης, ο Αγιος Φεβρουάριος, αυτό είναι τους λέω, κρατήστε το, μην το ξεχάσουμε».
● Μέρη, πρόσωπα, αισθήσεις, μυρωδιές από τη γενέτειρα Σύρο ήταν μνήμες έμπνευσης για τον Μάνο Ελευθερίου.
«Εκεί που γράφω στο “Κομοδίνο” για “κάμαρες που μύριζαν λιβάνι”, αυτό ήτανε που θυμάμαι κάποτε με ένα φίλο μου, που πηγαίναμε στο σπίτι της κυρίας τάδε, να πάρουμε τα πουκάμισα του πατέρα του. Ο πατέρας του ήτανε πλούσιος και πηγαίναμε σε αυτή την κυρία που ήτανε πουκαμισού, να πάρουμε τα πουκάμισα και αυτή κεντούσε το μονόγραμμα επάνω στο τσεπάκι του ιδιοκτήτη και το σπίτι της μύριζε λιβάνι. Αυτό ήτανε! Πέρυσι που πήγα στη Σύρο, πέρασα από αυτό το σπίτι, χτύπησα, λέω, παρακαλώ να μπω μέσα; κοίταζα έτσι από δω, από κει και πήγα πίσω εβδομήντα χρόνια. “Το σπίτι στην ανηφοριά” θα στο δείξω αν καμιά φορά περάσουμε από τη Σύρο, ή το άλλο που λέω στο “Κι αν φταίει κανείς”, γράφω “δρόμοι γεμάτοι πιπεριές”, είναι ο δρόμος που πήγαινε προς τον Αγιο Παντελεήμονα που ήτανε γεμάτος πιπεριές, πάρα πολύ ωραίο φυτό είναι η πιπεριά, ιδίως άμα είναι ανθισμένο, με αυτούς τους κόκκινους κόκκους, αριστούργημα, μοσχοβολάει! Αλλά είναι κρίμα, ούτε που βάλανε μερικές πιπεριές ακόμη, ούτε που τις προσέχουνε, να τις ποτίσουνε μια φορά, να ρίξουνε λίγο λίπασμα».
ΜΟΥΣΙΚΗ - ΧΟΡΟΣ
Στων αγγέλων τα μπουζούκια
Τραγούδια αγαπημένα, που δεν πέρασαν ποτέ στη λήθη του χρόνου, στίχοι γραμμένοι από ένα σπουδαίο ποιητή, στιχουργό και πεζογράφο, τον Μάνο Ελευθερίου, που έφυγε χθες από τη ζωή από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 80 ετών. Η πολιτική κηδεία του θα γίνει αύριο Τρίτη στις 12.00, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google