Καλοκαίρι – δέκα βλέμματα
Υπό σκιάν
Για έκτη συνεχή χρονιά, το «Ανοιχτό Βιβλίο» φιλοξενεί πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δέκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας και αφηγηματικής ροπής, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες, ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες επιμένουν τόσο στην κριτική πυξίδα όσο και στη λογοτεχνική απόλαυση). Μετά τη Βασιλική Ηλιοπούλου, τον Δημήτρη Φιλιππίδη, τον Παντελή Μπουκάλα, τη Ρούλα Γεωργακοπούλου και τον Γιάννη Γορανίτη, το αφηγηματικό νήμα τυλίγει η κριτικός λογοτεχνίας και πεζογράφος Μαρία Στασινοπούλου.
Η Ιστορία και επαναλαμβάνεται και αναθερμαίνεται και μας πάει πίσω. Κι ας λένε οι θεωρίες το αντίθετο. Καλοκαίρι του εβδομήντα πέντε, έναν χρόνο μετά την ύπουλη εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και με τον φόβο καινούργιας ανάφλεξης στη σχέση μας με τον γείτονα, αποφασίζουμε να πάμε για διακοπές στη Μυτιλήνη. Είναι η πρώτη φορά που επισκεπτόμαστε το νησί. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι «η ζωή συνεχίζεται».
Στην Κύπρο, η διαχωριστική γραμμή είναι πια γεγονός. Εκεί η ζωή τουφεκίζεται με διεθνείς συμφωνίες. Οι πρόσφυγες, διακόσιες χιλιάδες. Εναν χρόνο τώρα, περιμένουν δικαίωση. Πολλοί οι αγνοούμενοι, περισσότεροι οι χαμένοι.
Εμείς κάνουμε τουρισμό. Είπαμε, η ζωή συνεχίζεται. Διασχίζουμε το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη. Το αυτοκίνητο χάνεται ανάμεσα στα ατέλειωτα λιόδεντρα, τα γραφικά χωριουδάκια, τους στρατιωτικούς καταυλισμούς, τις μουριές και τις πικροδάφνες, για να ξαναβγεί σε λίγο πλάι στις αλυκές. Κάποια στιγμή, πετάχτηκε μπροστά μας ζωντανός ο πίνακας του Θεόφιλου «Ο κόλπος της Γέρας». Ιδιος κι απαράλλαχτος.
Το νησί στρατοκρατείται. «Mines», Νάρκαι, Νάρκαις, Νάρκες -ανάλογα με τις γνώσεις του λοχία- μας προειδοποιούν κάθε στιγμή. Δίπλα στη θάλασσα, κοντά στην πόλη, πάνω στους λόφους, στα δρομάκια τα εξοχικά που άλλοτε βαδίζανε ξέγνοιαστοι κι ερωτευμένοι. Παντού ναρκοθετημένες περιοχές, παντού συρματοπλέγματα, μας βυθίζουν ασυναίσθητα στη σιωπή.
Από τη Χώρα παίρνουμε τον πάνω δρόμο, που μέσα από την Καλλονή θα μας φέρει στην Πέτρα και στον Μόλυβο. Σε νιώθω δίπλα μου να κοιτάς έκπληκτη και αδιόρατα φοβισμένη.
Από μακριά αγναντέψαμε την Παναγιά της Πέτρας. Το εκκλησάκι πάνω στον βράχο. Και πάλι ο Θεόφιλος μπροστά μας. Θυμάσαι; Κοίτα, ίδιο είναι, και το αεροπλάνο λίγο πιο ψηλά, έτσι όπως το ’χε φανταστεί και το ζωγράφισε εκείνος.
Η θάλασσα μας καλωσόρισε ανταριασμένη. Αυτό το κύμα που ’σπαζε στη νεροδαρμένη ακρογιαλιά θα συντρόφευε τις κατοπινές μας νύχτες. Το ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα. Μία συμπαθητική πανσιόν από πέτρα, ξύλο και τσιμέντο, με χωριάτικη διακόσμηση και φιλόξενη διάθεση.
Το άλλο πρωί μάθαμε για τις νάρκες που παρέσυρε το κύμα. Ενα αυτοκίνητο με στρατιώτες όργωσε κυριολεκτικά την παραλία. Τους λείπουν, λέει, στο μέτρημα τέσσερις νάρκες. Τις άρπαξε τα χαράματα η φουσκοθαλασσιά. Τις πήρε μέσα, είπανε. Κανείς δεν είναι σίγουρος.
Λες να κινδυνεύουμε; Ρώτησες φοβισμένη.
Ο κίνδυνος, τα επικίνδυνα, υποψιάζομαι πως σου δένουν τη γλώσσα τόσες μέρες. Είναι οι φλόγες που ξερνάνε και τις δικές μου σκιές.
Μην τρομάζεις, σε καθησύχασα, οι νάρκες αυτές είναι αντιαρματικές και, για να εκραγούν, πρέπει να πατήσει επάνω τους βάρος από τετρακόσια κιλά και βάλε. Συνεπώς, δεν έχουμε φόβο.
Οι μέρες κυλάνε. Δεν ξέρω γιατί, όμως συνεχώς αναβάλλουμε το ανέβασμα στην Παναγιά της Πέτρας, περίοπτη από κάθε σημείο του χωριού.
Δύο μέρες πριν πάρουμε τον δρόμο για τον Μόλυβο, την ώρα που ο ήλιος λαμπάδιαζε τη θάλασσα στην άκρη του ορίζοντα, βρεθήκαμε να μετράμε κοντανασαίνοντας τα σκαλιά του βράχου. Στο πλάτωμα, λίγο πιο κάτω από την εκκλησιά, μας υποδέχτηκαν τρεις φαντάροι με τα όπλα στον ώμο και τα ράντζα στο ύπαιθρο.
Κρύψτε τη μηχανή, απαγορεύονται οι φωτογραφίες, είπε ο ένας.
Σου φάνηκε παράξενο. Γιατί; Σου ’κανα νόημα με τα μάτια να μη δευτερώσεις την κουβέντα. Μπήκαμε στην εκκλησιά κι απόμεινες να θαυμάζεις ένα ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι κι ένα παλιό εκκρεμές. Υστερα βγήκαμε και έτρεξες να ανέβεις τα σκαλιά προς το καμπαναριό. Ο νεωκόρος σού έφραξε το δρόμο.
Απαγορεύεται, κορίτσι μου.
Σου είπα απαγορεύεται, μη ρωτάς άλλα, επανέλαβε ο νησιώτης, με το ύφος ανθρώπου που κατέχει σπουδαίο μυστικό.
Σούφρωσες τα χείλια και άνοιξες διάπλατα τα μάτια από απορία. Πλησίασε τότε ο φαντάρος, που σε έγδυνε με το βλέμμα από την πρώτη στιγμή, και σε πληροφόρησε συνωμοτικά: «Εχουμε ένα κανόνι επάνω». Αυτό δεν το περίμενες, όταν λίγο πριν προσκύναγες την Παναγιά κι ευχόσουνα, το ξέρω, για την ειρήνη του κόσμου. Η καμπάνα και το κανόνι, η οργή και η αγάπη, δίπλα δίπλα, σε μια ιερόσυλη συνύπαρξη. Το ένα περίμενε, η άλλη ηχούσε κάθε τόσο την ώρα του όρθρου, της απόλυσης και του εσπερινού, με μια τρεμάμενη αίσθηση υπεροχής. Ως πότε;
Κατεβήκαμε αμίλητοι. Είχαμε πια αγαπήσει τη σιωπή.
Θα ήταν μεσάνυχτα την ώρα που ακούσαμε την έκρηξη. Δεν ξέραμε τι να φανταστούμε. Το πρωί, μάθαμε το μαντάτο. Εσκασε μια νάρκη, απ’ αυτές που είχε παρασύρει το κύμα. Πώς έγινε, ρώτησες αλαφιασμένη, αφού ήταν αντιαρματικές, μου είχες πει, και θέλανε βάρος πολύ για να εκραγούν.
Βάρος είχε το τρίκυκλο, Μυρτώ, που δανείστηκε ο Θεόφραστος, αυτός με τη σούστα που πουλάει τα ζαρζαβατικά. Υποχρεώθηκε και το πήρε για να σηκώσει άμμο από την παραλία, πέρα στην Αναξο, και να χτίσει παράνομα μια καμαρούλα να στεγαστούν με την οικογένειά του, είπε ο Δημήτρης ο ιδιοκτήτης της πανσιόν. Το φόρτωσε για τα καλά και ξεκίνησε για να προλάβει το χτίσιμο πριν ξημερώσει. Για κακή του τύχη, όμως, πάτησε πάνω σε μια από τις χαμένες νάρκες και ανατινάχτηκαν κι αυτός και ο μεγάλος του γιος. Δεν έμεινε τίποτε. Μόνο κόκαλα, σάρκες και αίματα πάνω στα σιδερικά, δίπλα στις πικροδάφνες.
Πήραμε την απόφαση να σταματήσουμε το ταξίδι. Οι νάρκες που παράσυρε το κύμα, ο Θεόφραστος ανάμεσα στις πικροδάφνες και το κανόνι στο κλουβί της καμπάνας ήταν ό,τι μας είχε σφραγίσει πιο πολύ, αυτό το καλοκαίρι.
Οταν η ζωή κάπου τουφεκίζεται και αλλού ανατινάζεται, δύσκολα συνεχίζεται για τους άλλους.
•Τελευταίο βιβλίο της Μ. Στασινοπούλου είναι η συλλογή διηγημάτων «Χαμηλή βλάστηση» (Κίχλη, 2018).
