Από τον πρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, κ. Κωνσταντίνο Μάρκου, λάβαμε την παρακάτω επιστολή:
Αξιότιμε κ. Διευθυντά
Τους τελευταίους μήνες η έγκριτη εφημερίδα σας μέσω του συντάκτη σας Δ.Τ. επανειλημμένα έχει αναφερθεί στις διαδικασίες που έχουν θεσπισθεί και ακολουθούνται από την Πολιτεία, και ειδικότερα από το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας, όσον αφορά την εμφύτευση αορτικών βαλβίδων (TAVI). Οντας καθημερινός αναγνώστης της «Εφ.Συν.», είμαι βέβαιος ότι δεν έχω χάσει καμιά συνέχεια. Διαπιστώνοντας στα αρχικά δημοσιεύματα μια μονομερή και επιμένουσα αναφορά στο 401 ΓΣΝ δεν θεώρησα σκόπιμο να παρέμβω, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο νοσοκομείο έχει ειδικό καθεστώς, ειδικούς μηχανισμούς λειτουργίας, ελέγχων και ειδικούς υπεύθυνους κανόνες επικοινωνίας με την κοινή γνώμη.
Με την πάροδο του χρόνου και μετά από μία (1) και μοναδική ολιγόλεπτη τηλεφωνική επικοινωνία του Δ.Τ. μαζί μου, κατά την οποία προφανώς οι εξηγήσεις μου όχι μόνο δεν κρίθηκαν επαρκείς αλλά ούτε καν αξιομνημόνευτες στην «Εφ.Συν.», ο προσανατολισμός των δημοσιευμάτων άλλαξε και στράφηκε εναντίον του ΚΕΣΥ και εμού προσωπικά. Στην προσπάθεια αυτή εργαλειοποιήθηκαν και στοχοποιήθηκαν και άλλα νοσοκομεία του ΕΣΥ, όπως το «Αττικόν» και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πάτρας με πληθώρα ανακριβειών, όπως εντελώς ενδεικτικά ότι τάχα το τελευταίο πήρε έγκριση από το ΚΕΣΥ για εμφύτευση TAVI χωρίς να δικαιούται, επειδή τυγχάνει να είμαι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πάτρας. Ουδέν ψευδέστερον αυτού. Το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πάτρας δεν έχει πιστοποιηθεί γιατί δεν έχει ακόμα καρδιοχειρουργό. Μόλις χθες σε επιστολή του στην εφημερίδα σας ο καθηγητής Σ. Ηλιοδρομίτης ανέδειξε αντίστοιχες ανακρίβειες για το «Αττικόν». Το προφανές των ανακριβειών καθιστούσε περιττή κάθε διάψευση. Αλλωστε η ιατρική κοινότητα είναι μικρή και η δραστηριότητα του ΚΕΣΥ τόσο διαφανής, ούτως ώστε ο καθένας, καλοπροαίρετος ή κακοπροαίρετος, ξέρει την αλήθεια. Στο φύλλο σας όμως της 23/7/2018 αφιερώσατε το πρωτοσέλιδο και το editorial της εφημερίδας. Κατόπιν αυτού θέλω να έχετε μια σύντομη πραγματική ενημέρωση τόσο εσείς, όσο και οι αναγνώστες σας. Ο Δ.Τ. είμαι βέβαιος ότι την έχει.
Οι ΤAVI όπως και οι παρόμοιες τεχνικές MITRACLIP συνιστούν μια εντυπωσιακή ιατρική εξέλιξη των τελευταίων ετών, που αφορά την εγκατάσταση είτε αορτικής είτε μιτροειδούς βαλβίδας χωρίς τη διενέργεια ανοιχτού χειρουργείου. Η τεχνική αυτή εισέβαλε ραγδαία διεθνώς στην ιατρική πρακτική, αντικαθιστώντας τις αντίστοιχες καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, με ό,τι σημαίνει αυτό πρώτα και κύρια για τον ασθενή, αλλά και για τον γιατρό. Ταυτόχρονα, όπως δυστυχώς και κάθε νέα καινοτόμα ιατρική εξέλιξη, η τεχνική αυτή είναι πανάκριβη. Η διεθνής ιατρική κοινότητα θέσπισε επιστημονικούς όρους και προϋποθέσεις για τη χρήση των δύο μεθόδων, τις οποίες το ΚΕΣΥ έχει αποδεχτεί και εφαρμόζει. Ομως, όπως σε κάθε νέα τεχνική που ακόμα εξελίσσεται, τα δεδομένα της αλλάζουν ραγδαία, μπορώ να πω σε ζωντανό χρόνο. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ξεκίνησε και άρχισε η συστηματική καταγραφή της όλης δραστηριότητας με σκοπό την αποτύπωση της κατάστασης και τη βελτίωσή της. Το γεγονός αυτό οδήγησε πρόσφατα το ΚΕΣΥ σε νέα πρόταση προς το υπουργείο για την έκδοση επικαιροποιημένων των όρων και των προϋποθέσεων για τη λειτουργία των κέντρων. Την πρόταση αυτή σε κάποια από τις πολλές αναφορές του o Δ.Τ. βάπτισε «το πλυντήριο του ΚΕΣΥ».
Στο προκείμενο, όπως και για άλλες ιατρικές πρακτικές και διαγνωστικές μεθόδους, το ΚΕΣΥ έχει θεσμοθετημένες επιτροπές που στελεχώνονται από ειδικούς έγκριτους επιστήμονες, οι οποίοι γνωμοδοτούν για το σύνολο της δραστηριότητας αυτής, όπως ποιοι ασθενείς μπορούν να υποβληθούν στην επέμβαση και ποια κέντρα μπορούν να το κάνουν. Δύο απαραίτητες διευκρινίσεις: πρώτον, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας, ακόμα και τις πιο δύσκολες μέρες της λιτότητας, δεν έθεσε κανέναν οικονομικό περιορισμό και, δεύτερον, η αρμόδια επιτροπή του ΚΕΣΥ, τα στελέχη της οποίας επί ώρες αφιλοκερδώς συνεδριάζουν, παράγει ένα αποτέλεσμα υψηλού επιστημονικού επιπέδου αλλά και ήθους. Συνολικά εγκρίνονται ετησίως περίπου 1.500 επεμβάσεις, από τις οποίες πραγματοποιούνται περί τις 700-800. Η διαφορά αυτή οφείλεται σε ποικίλους λόγους, μεταξύ των οποίων δυστυχώς δεν μπορούν να αποκλειστούν και ότι κάποιοι ασθενείς δεν «πρόλαβαν».
Η ραγδαία αυτή ανάπτυξη αλλά και η ζήτηση της τεχνικής δημιούργησε τις εξής καταστάσεις:
Πρώτον, πολλά κέντρα τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού τομέα αιτούνται να λάβουν άδεια διενέργειας ΤAVI και MITRACLIP. Παρά το γεγονός ότι τα υπάρχοντα επαρκούν, το ΚΕΣΥ εφόσον ανταποκρίνονται στις ιατρικές απαιτήσεις δεν μπορεί να τους αρνηθεί την αδειοδότηση, δεδομένου ότι ο ρόλος του περιορίζεται από τον νόμο στη διερεύνηση της ύπαρξης ή όχι των επιστημονικών προϋποθέσεων. Ούτε ο υπουργός Υγείας μπορεί να ορίσει ανώτατο αριθμό. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντισυνταγματικό (Ο Δ.Τ. σχολιάζει επιπόλαια ότι το ΚΕΣΥ αδειοδοτεί αφειδώς!).
Δεύτερον, τα διάφορα εγκεκριμένα κέντρα παρουσιάζουν ανισότητα στην προσέλευση ασθενών. Αυτό, όπως αντιλαμβάνεσθε, οφείλεται σε ποικίλους λόγους, όπως η νοσοκομειακή γεωγραφία, η ιστορικότητα των κέντρων, η επιλογή των γιατρών από τους ασθενείς, τα στερεότυπα της κοινωνίας και ενδεχομένως «υπόγειες διαδρομές». Το αποτέλεσμα είναι ότι σε μερικά κέντρα προσέρχονται λίγοι ασθενείς και σε άλλα δημιουργείται λίστα μηνών με ό,τι σημαίνει αυτό.
Τέλος, τρίτον, οι προϋπολογισμοί των νοσοκομείων υφίστανται άνιση επιβάρυνση, με αποτέλεσμα κάποια που έχουν «φήμη» να την πληρώνουν ακριβά (!) και να προσπαθούν εναγωνίως να αντεπεξέλθουν.
Η προσπάθεια αντιμετώπισης των ανωτέρω προβλημάτων οδήγησε στην επικαιροποιημένη πρότασή μας, ούτως ώστε και να υπηρετηθεί η υγεία του κοινού και να διασφαλιστεί η υψηλή ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η διατήρηση των ξεπερασμένων υπαρχουσών οδηγιών θα οδηγούσε σε αναστολή της δραστηριότητας όλων των κέντρων πανελλαδικά, πλην δύο! Αντιλαμβάνεσθε τις συνέπειες.
Κύριε Διευθυντά
δεν θέλω να επεκταθώ σε λεπτομέρειες που θα αποπροσανατόλιζαν τόσο εσάς, όσο και το αναγνωστικό σας κοινό, ούτε πρόκειται βεβαίως να επανέλθω. Αυτονόητο είναι ότι δεν πρόκειται να απαντήσω στα ανακριτικού ύφους ερωτήματα του Δ.Τ. Ολοι μας, και εγώ, και εσείς, και ο Δ.Τ., και οι επιθεωρητές Υγείας και οι γιατροί, και κάθε εμπλεκόμενος προσπαθούμε με τον καλύτερο τρόπο να κάνουμε τη δουλειά μας και κρινόμαστε γι’ αυτό.
Τελειώνω διατηρώντας την πεποίθηση ότι η «Εφ.Συν.» αποτελεί μια σημαντική παράμετρο δημόσιας υποστήριξης του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Σε αυτή την προσπάθεια είμαστε στην ίδια πλευρά. Ομως η συγκεκριμένη παραπληροφόρηση αντικειμενικά κλονίζει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στο Σύστημα και ειδικότερα στα προαναφερθέντα θεμελιώδη δημόσια νοσοκομεία. Αδυνατώ να πιστέψω ότι αυτός είναι ο στόχος του συντάκτη σας.
Με εκτίμηση
Κώστας Β. Μάρκου
Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών
Πρόεδρος Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας
Η απάντηση του συντάκτη της «Εφ.Συν.»
Η έρευνα της «Εφ.Συν.» για τις TAVI έχει βασιστεί σε επίσημα έγγραφα (όπως π.χ. τα πρακτικά του ίδιου του ΚΕΣΥ) και επίσημες καταγγελίες γιατρών.
Το ποιος ψεύδεται, «σχολιάζει επιπόλαια» και ποιος «κάνει καλύτερα τη δουλειά του», ας αφήσουμε να αποδειχτεί από το πόρισμα των επιθεωρητών Υγείας που ήδη ελέγχουν τις TAVI και το ΚΕΣΥ.
Δημήτρης Τερζής
