ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Μ’ έναν αναστεναγμό που έμοιαζε σαν να ήταν η τελευταία της ανάσα, ψέλλισε από μέσα της ότι: εκείνο που η γλώσσα δεν μπορούσε να μεταφράσει το είχε εκφράσει με κάλλος τραγικό το σπαρακτικό κελάηδημα του Ορνερο του Μπουένος Αϊρες». Με αυτή τη φράση κλείνει το διήγημα της «Περί της αδυναμίας μετάφρασης της λέξης νόστος» η Αργεντίνα συγγραφέας και μεταφράστρια Μάρτα Σίλβια Ντίος Σανζ, που ζει στη χώρα μας εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Αφορμή γι’ αυτή τη συνομιλία μας είναι η δίγλωσση έκδοση των διηγημάτων της «Το μαρμάρινο δάκρυ και άλλες ιστορίες» (μετάφραση Κονστάνς Ταγκόπουλος, εκδόσεις Γαβριηλίδης). Μου είπε ότι το επόμενο λογοτεχνικό της βήμα είναι να γράψει λογοτεχνία κατευθείαν στα ελληνικά. Διαβάζοντας το πρώτο της βιβλίο τής το εύχομαι ολόψυχα.

● Μάρτα, γιατί επέλεξες την Ελλάδα;

Μάλλον με επέλεξε. Πρέπει να πάμε περίπου δεκαοκτώ χρόνια πίσω για να θυμηθώ κι εγώ. Γεννήθηκα στο Μπουένος Αϊρες.

Από τα δεκαπέντε μου χρόνια ήθελα να γίνω γιατρός για να μπορώ να πάω στους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα». Ηθελα να προσφέρω, οπότε μπήκα στην Ιατρική Σχολή.

Πριν ολοκληρώσω το τρίτο έτος, πέρασα μια υπαρξιακή κρίση γιατί είχα μπει με άλλες προσδοκίες και αλλιώς εξελισσόμουν. Δεν μου άρεσε η μηχανιστική αντιμετώπιση των ασθενών.

Απογοητευμένη κατέφυγα από την Ιατρική Σχολή στη Φιλοσοφική Σχολή του Μπουένος Αϊρες. Γράφτηκα στον κύκλο σπουδών με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία.

● Γιατί στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία;

Εξαιτίας του πατέρα μου. Υπήρξε ο μεγάλος μου μέντορας. Η αρχαία ελληνική γραμματεία, ποίηση και τέχνη δεν μου ήταν άγνωστες.

Ετυχε να γεννηθώ σ’ ένα σπίτι με πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη. Ο πατέρας μου πού και πού μου μιλούσε για τους Τραγικούς, μου διάβαζε στίχους από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα.

Είχα από το σπίτι μια βαθιά ελληνιστική παιδεία. Οχι μόνο όμως. Ο πατέρας μου μιλούσε συχνά για ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας σαν να ήταν υπαρκτά πρόσωπα. Μιλούσε γι’ αυτούς σαν να ζούσαν μαζί μας.

● Δηλαδή; Πώς γινόταν αυτό;

Μιλούσε με τέτοιο πάθος για χαρακτήρες, ας πούμε από τους Αθλιους του Βικτόρ Ουγκό, που όταν ήμασταν παιδιά νομίζαμε πως αυτά τα πρόσωπα υπήρχαν!

Στο σπίτι μας αυτό που λέμε κουλτούρα δεν ήταν κάτι επιφανειακό αλλά πολύ ουσιαστικό.

Στη Φιλοσοφική γνώρισα έναν σπουδαίο δάσκαλο, πολύ γνωστό στην Αργεντινή, τον καθηγητή Λεάνδρο Πίγκλερ, ο οποίος με μύησε στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, όμως αυτό έγινε μέσα από την εμπνευσμένη ματιά του Νίτσε.

Εγινα βοηθός του στα 21 μου χρόνια. Επειτα από έναν χρόνο, επειδή μπήκα στον κόσμο των ελληνιστικών σπουδών μέσα από αυτή την υπαρξιακή και βιωματική κατάσταση, αποφάσισα για δεύτερη φορά να παρατήσω τις σπουδές μου.

Δεν είχαν καμία σχέση με το άμεσο περιβάλλον μου. Δεν είχαν σχέση δηλαδή με την Ελλάδα. Μου φάνηκαν όλα πάρα πολύ στείρα. Δεν ήθελα να γίνω μια φιλόλογος που απλώς μετέφραζε τον Ομηρο ή τον Αισχύλο.

Εκανα τότε μια συμφωνία με τους γονείς μου, να αφήσω τις σπουδές μου και να έρθω για σαράντα μέρες στην Ελλάδα μόνη μου.

Ηθελα να δω τους αρχαιολογικούς χώρους, να καταλάβω τι εστί Ελλάδα και μετά να επιστρέψω στην Αργεντινή και να συνεχίσω τις σπουδές μου.

● Αλλά; Δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα, φαντάζομαι…

Για όλα φταίει μια ανατολή στους Δελφούς…

● Τι συνέβη; Ερωτεύτηκες;

Ναι. Αλλά όχι κάποιον άντρα. Ερωτεύτηκα το συναίσθημα εκείνο. Είχα πάει στους Δελφούς και όταν επέστρεψα από τον αρχαιολογικό χώρο και το μουσείο ο ξενοδόχος με ρώτησε: Πότε φεύγεις; Του λέω «αύριο» και εκείνος μου είπε ότι αν ήθελα όντως να καταλάβω τι σημαίνουν Δελφοί έπρεπε να δω την ανατολή του ήλιου σε ένα σημείο που εκείνος θα μου έλεγε.

Πήγα το επόμενο βράδυ. Μου είχε πει να δω τη μετάβαση από το σκοτάδι στο φως. Το έκανα από ένα συγκεκριμένο σημείο σε έναν βράχο.

Αισθάνθηκα κάτι πολύ βαθύ. Ηταν πολύ δυνατό βίωμα. Αυτό που κατάλαβα ήταν ότι πρέπει να επιστρέψω πάλι στην Ελλάδα για να συνεχίσω την πορεία μου εδώ.

● Σημαντική απόφαση…

Δεν το έκανα με τη σκέψη ότι θα βρω τις απαντήσεις προφανώς στα πολλά ερωτήματα που κουβαλούσα μέσα μου, αλλά εδώ βρισκόταν ο δρόμος που έπρεπε να βαδίσω.

Ηταν τόσο δυνατό που δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Για πρώτη φορά η λέξη «μοίρα» έπαψε να είναι μέσα μου μια αφηρημένη έννοια.

Επέστρεψα στην Αργεντινή, βρήκα ένα δάσκαλο νεοελληνικής γλώσσας, σε έξι μήνες πήρα το δίπλωμα επάρκειας που απαιτεί το Πανεπιστήμιο Αθηνών για να γραφτεί κάποιος εκεί.

Και έτσι τον Αύγουστο του 2002 ήρθα στην Ελλάδα, γράφτηκα και σπούδασα ελληνική φιλολογία.

● Ολο αυτό ακούγεται πολύ ωραίο, σαν τον μαγικό ρεαλισμό που έχουν οι Λατινοαμερικανοί συγγραφείς, αλλά φαντάζομαι πως θα αντιμετώπισες και δυσκολίες όταν ήρθες.

Δεν ήρθα με καμία υποτροφία. Εχω ζήσει σε υπόγεια, έχω πεινάσει, έχω δουλέψει πάρα πολύ σκληρά. Πολλές φορές με ρωτάνε «πώς άντεξες;».

Εχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι που είχα τα πάντα. Αλλά δεν ήθελα να πάρω χρήματα από τους γονείς μου.

Ηρθα μόνο με ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Γνώρισα την απελπισία, τη μοναξιά, τη θλίψη, την κούραση, την εξάντληση.

Στην ερώτηση λοιπόν γιατί δεν γύρισα πίσω η απάντηση ήταν η ερώτηση: Γιατί ήρθα εδώ; Γι’ αυτή την ανατολή στους Δελφούς, γι’ αυτό άντεξα.

Οταν κάτι έχει να κάνει με τη μοίρα, η μοίρα σε τεστάρει. Κατά πόσο δηλαδή είσαι διατεθειμένος να αγωνιστείς για το όνειρό σου. Πρέπει να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων, του καλέσματος.

● Στην Ελλάδα, αγαπάμε πολύ λογοτέχνες της Αργεντινής, τον Μπόρχες, τον Κορτάσαρ, τον Σάμπατο. Πώς έκανες εσύ αυτή τη γέφυρα και άρχισαν οι μεταφράσεις Ελλήνων λογοτεχνών στη γλώσσα σου;

Η Ελλάδα και η Αργεντινή αλληλοσυμπληρώνονται μέσα μου. Αυτή είναι η γέφυρα που έφτιαξα.

● Με ποιον τρόπο;

Αργεντινή για μένα είναι το Μπουένος Αϊρες. Η τεράστια μεγαλούπολη. Και από την άλλη πλευρά, Ελλάδα για μένα δεν είναι η Αθήνα.

Είναι το Αιγαίο, το μωσαϊκό όπου συγκλίνουν το Βυζάντιο και ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός. Φαινομενικά οι δύο κόσμοι δεν έχουν σημεία επαφής, αλλά εμπλουτίζουν ο ένας τον άλλον.

● Μου κάνει εντύπωση που δεν μου μίλησες για τον Παρθενώνα, ας πούμε, που μπορεί να συγκινήσει κάθε τουρίστα που έρχεται στην Ελλάδα. Εσύ νιώθεις ακόμη επισκέπτρια ή έχεις ενσωματωθεί;

Λατρεύω την Αθήνα, αλλά σαν χώρος, σαν αίσθηση, για μένα κυριαρχεί το Αιγαίο. Θέλω να ενσωματωθώ.

Παραδίδω μαθήματα ισπανικών και κάνω εδώ σεμινάρια για τον Μπόρχες, τον Κασάρες και άλλους.

Επινόησα μια μέθοδο εκμάθησης της ισπανικής γλώσσας μέσα από την ποίηση του τάνγκο. Μετέφρασα Καζαντζάκη και Παπαδιαμάντη στα ισπανικά.

● Είναι πάντως δύο δύσκολες περιπτώσεις Ελλήνων λογοτεχνών για μετάφραση.

Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Αλλά άκουγα τη γλώσσα τους σαν μουσική. Πρέπει να αγαπάς το κείμενο που πρόκειται να μεταφράσεις. Και να ακούς. Να ακούς την ιδιαίτερη φωνή που βγαίνει από το βιβλίο.

Στην περίπτωση του Παπαδιαμάντη έχουμε μια λυρική καθαρεύουσα, πολύ ωραία καθαρεύουσα που συνυπάρχει με την ντοπιολαλιά της Σκιάθου.

Αυτό το ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να μεταφραστεί σε καμία γλώσσα. Διότι αν εγώ ανατρέξω σε μεσαιωνικά ισπανικά θα βγει ένα πράγμα τελείως άλλο.

Αυτό που πρέπει να κάνει ο μεταφραστής είναι να καταλάβει την αισθητική λειτουργία της γλώσσας.

● Ο Μπόρχες και ο Σάμπατο έχουν «δημιουργήσει» λογοτεχνικές σχολές. Λόγια τους έχουν γίνει μέχρι και συνθήματα στις πλατείες. Ποιο είναι αυτό το κοινό χαρακτηριστικό των δύο λαών για να μπορούν οι ποιητές μας να μιλούν στην καρδιά των ανθρώπων;

Κάτι που συνδέει τους δύο λαούς είναι ότι ποτέ δεν έγιναν αποικίες. Είμαστε λαοί που έχουμε επίγνωση ότι η ελευθερία μπορεί να χαθεί και να κερδηθεί μέσα από τον αγώνα.

Μέσα στην ψυχή του Ελληνα και του Λατινοαμερικανού η ελευθερία είναι το πιο σημαντικό αγαθό, άρα μια υπαρξιακή διάσταση στη λογοτεχνία ενώνει και συνδέει τους δύο λαούς.

Οταν το ιστορικό γίγνεσθαι είναι συνδεδεμένο από τη διαρκή πάλη για την ελευθερία, αυτό χρωματίζει όλες τις εκφάνσεις της τέχνης.

● Ηρθες στην Ελλάδα μια εποχή που έμπαινε σε μεγάλες οικονομικές περιπέτειες, από μια Αργεντινή που επίσης έζησε τραγικές στιγμές από την οικονομική κρίση. Πώς είδες τους Ελληνες; Μεταμορφώθηκαν, διεκδίκησαν, απογοητεύτηκαν;

Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Αργεντινή, αλλά ναι, είδα μερικά σημάδια στην Ελλάδα που μου θύμισαν πολύ την Αργεντινή πριν από την κρίση.

Είδα μια πλασματική ευημερία και ταυτοχρόνως μια παρακμή στον τομέα της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας. Μου έκανε εντύπωση πριν ξεσπάσει η κρίση το πώς οι Ελληνες είχαν αποκοπεί από αυτό που λέμε πολιτισμική παρακαταθήκη.

Ηταν αναπόφευκτο, όπως έγινε και στην Αργεντινή παρ’ όλες τις διαφορές που υπάρχουν, το ότι η κρίση αξιών επέφερε πολιτική και οικονομική κρίση.

Αυτό δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη, δηλαδή επειδή δεν ψηφίσαμε σωστά μία φορά. Αυτό είναι λάθος σκέψη.

● Ερχεσαι από έναν πολιτισμό, από μια χώρα που έχει εμπνεύσει επαναστάσεις, οι λαϊκοί σας ήρωες έχουν γίνει ήρωες όλου του κόσμου. Εμαθα ότι έχεις μια ειδική αδυναμία στον Τσε Γκεβάρα. Μάλιστα πέρυσι είχες συμβάλει να έρθει ο κολλητός του φίλος στην Ελλάδα. Τι νομίζεις πως είναι σημαντικό να γνωρίζουμε για αυτά τα παγκόσμια σύμβολα της ελευθερίας;

Ναι, με τον δημοσιογράφο Θύμιο Κάκκο φέραμε τον μοναδικό φίλο εν ζωή του Γκεβάρα, τον Γκαλίκα Φερέρ. Ο Θύμιος είχε έρθει στην Αργεντινή για την παρουσίαση της μετάφρασής μου στον «Φτωχούλη του Θεού» του Καζαντζάκη.

Του γνώρισα τον Φερέρ. Αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τα μονοπάτια του Τσε στα βουνά της Κόρδοβα και γύρισε ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ το οποίο ακόμα επεξεργάζεται.

Στα φιλοσοφικά τετράδια του Τσε, τα οποία αποτελούν ένα μέρος της έρευνάς μου, διαβάζουμε πολύ εύστοχες παρατηρήσεις του πάνω στην αρχαία ελληνική γραμματεία.

● Μία από τις παρατηρήσεις του;

Ας πούμε, λέει ότι ο Θαλής είναι ο πρώτος φυσικός φιλόσοφος της δυτικής φιλοσοφίας.

Παράδειγμα επίσης της αγάπης του Τσε για την αρχαία Ελλάδα είναι η επιστολή που έστειλε από το Κονγκό στη γυναίκα του όπου της ζητάει περίπου τριάντα βιβλία.

Από τα τριάντα, τα είκοσι είναι αρχαία ελληνικά κείμενα. Αυτό που εμπνέει όλο τον κόσμο από τον Γκεβάρα είναι αυτό που είχε πει: ο πραγματικός επαναστάτης είναι κατ’ αρχάς σε διαρκή επανάσταση με τον εαυτό του.

Εάν επαναπαύεσαι δεν είσαι επαναστάτης, γίνεσαι γραφειοκράτης της επανάστασης. Ο αληθινός επαναστάτης βρίσκεται σε διαρκή αναθεώρηση των αξιών του και των γνώσεών του.

Ο άνθρωπος που διατίθεται κάθε μέρα, συμβολικά το λέει ο Νίτσε, να πεθαίνει και να ξαναγεννιέται. Να σου πω ένα περιστατικό που μου συνέβη;

Οταν πηγαίνω στην Αργεντινή βοηθάω έναν ιερέα πολύ σημαντικό. Κάνω μαθήματα, σεμινάρια σε φαβέλες.

Κάποια στιγμή με πήγανε σε ένα εργοστάσιο και βρέθηκα απέναντι σε 50-60 εργάτες ηλικιωμένους που δούλευαν πάρα πολύ σκληρά ακόμα.

Εβλεπες χέρια σκασμένα, μάτια κόκκινα, πρόσωπα κουρασμένα, και όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι που είχαν αποφασίσει στα εξήντα τους χρόνια να πάνε στο Δημοτικό σχολείο για να μάθουν γράμματα.

Ο ιερέας, ο Φρανσίσκο Αλπέιρα, με πήγε στο εργοστάσιο και μου λέει «μίλησέ τους για τον Τσε Γκεβάρα. Λέω τότε μέσα μου: Εγώ; Τι να πω σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Ηταν γίγαντες στα μάτια μου.

Αλλαξε κάτι μέσα μου και τους λέω: Δεν θα σας μιλήσω για τον Γκεβάρα, θα σας μιλήσω για τις αρχές και τα ιδανικά του Γκεβάρα. Είπα: Εσείς με την απόφαση που πήρατε σε δύσκολες συνθήκες να διευρύνετε το πεδίο ελευθερίας που σας έχει δοθεί, ενσαρκώνετε τα ιδεώδη του Τσε Γκεβάρα.

Ας μη μιλήσουμε για τον μύθο αλλά για τις ιδέες του και πώς αυτές μας βοηθούν στην καθημερινότητά μας.

● Ποιος τραγικός ήρωας θα μπορούσε να είναι ο Τσε Γκεβάρα;

Νομίζω ότι συγκλίνει περισσότερο στην Αντιγόνη. Δεν φοβήθηκε τον θάνατο γι’ αυτά που πίστευε. Ο θάνατος νικιέται επειδή ο ήρωας ταυτίζεται με τα ιδανικά του.

● Για να γυρίσουμε στη λογοτεχνία, ποιον Ελληνα ποιητή ή συγγραφέα αγαπούν στην Αργεντινή;

Τον Νίκο Καζαντζάκη. Επειδή έχει μεταφραστεί πολύ στα ισπανικά αλλά και από την ταινία «Ζορμπάς».

Ξέρουν τον Ελύτη, αλλά δεν έχει μεταφραστεί πολύ, και τον Σεφέρη κάπως λιγότερο.

● Εσύ αγαπάς κάποιον ιδιαίτερα;

Τον Καρούζο. Μ’ αρέσουν και τα δοκίμιά του. Πάντως τα δύο βιβλία που πήρα με τα πρώτα χρήματα στην Ελλάδα ήταν τα δοκίμια του Ελύτη, τα οποία με έμαθαν να γράφω και να σκέφτομαι στα ελληνικά.

● Στην Ελλάδα το αργεντίνικο τάνγκο έγινε αγαπημένος χορός…

Το τάνγκο ανθεί εν καιρώ κρίσης. Και στην Αργεντινή με την κρίση αναβίωσε, πιο πριν το βλέπαμε σαν κάτι φολκλόρ, ξεπερασμένο. Δεν το χόρευαν οι νέοι, μόνο οι γέροι.

Εν καιρώ κρίσης όμως και στην Αργεντινή και στην Ελλάδα τι είχαμε ανάγκη; Μια αγκαλιά. Την αγκαλιά του άλλου, έστω και για τα 3-4 λεπτά που διαρκεί το τάνγκο.

Είναι η τρυφερότητα που έχουμε ανάγκη οι άνθρωποι σε δύσκολες στιγμές. Τι είναι το τάνγκο; Να ξέρεις να περπατάς με τον άλλο τη ζωή.

Μέσα από μια ιδιαίτερη αγκαλιά που δεν πνίγει τον άλλο αλλά και δεν τον απομακρύνει.

● Ποιο από αυτά τα τραγούδια αγαπάς πιο πολύ;

Αγαπώ τα πολύ παλιά τραγούδια.

● Θα μας πεις τους στίχους από ένα τελειώνοντας αυτή τη συνέντευξη;

Το Τάνγκο του Garden. Είναι ο ποιητής που επιστρέφει στην πατρίδα του, στο Μπουένος Αϊρες, ύστερα από είκοσι χρόνια και βλέπει την πόλη από μακριά.

Καθώς πλησιάζει αναστοχάζεται τη ζωή του: «Μαντεύω τα φώτα, που από μακριά προμηνύουν την επιστροφή μου. Να επιστρέφεις, με ζαρωμένο μέτωπο, τα χιόνια του χρόνου ασήμωσαν τον κρόταφό μου. Να νιώθεις ότι η ζωή είναι ένα φύσημα, ότι είκοσι χρόνια δεν είναι τίποτα. Πόσο πυρετώδες είναι το βλέμμα που σε ψάχνει και περιπλανιέται ανάμεσα στις σκιές…».

● Μάρτα, νιώθεις ξένη ανάμεσά μας;

Οχι. Εχω κάνει πολλούς φίλους εδώ και είμαι ευγνώμων για την κάθε φιλία.