Με αφορμή δημοσίευμα, σύμφωνα με το οποίο η χώρα μας αρνείται να επενδύσει στην τεχνογνωσία του διεθνούς φήμης κέντρου πυρηνικών ερευνών σχετικά με τους καρκινοπαθείς, Ελληνες ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι πρέπει να καλύψουμε πριν απ’ όλα τις ανάγκες μας στις άκρως απαραίτητες θεραπείες μέσω ακτινοβολίας
«Αν ενδιαφέρεσαι πραγματικά για τον Ελληνα ασθενή, είναι αλλού οι προτεραιότητες· δεν είναι στα πρωτόνια». Ο δρ Γιώργος Πισσάκας, συντονιστής διευθυντής του ακτινοθεραπευτικού-ογκολογικού τμήματος του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας, μιλά στην «Εφ.Συν.» και είναι απόλυτα σαφής.
Ο χθεσινός θόρυβος σε ΜΜΕ με αφορμή δημοσίευμα με τον βαρύγδουπο τίτλο «Ελληνικό “όχι” στο CERN – Αφήσαμε σε άλλους τεχνογνωσία για τους καρκινοπαθείς» ήταν εκκωφαντικός. Ολοι συζητούσαν για αυτή την τεχνογνωσία/επένδυση, το καινοτόμο σύστημα ακτινοβολίας των καρκινικών όγκων με δέσμη πρωτονίων, που «χτυπά» τον όγκο «στην καρδιά του» και τον καταστρέφει.
Και πως η χώρα μας την απέρριψε αφήνοντας σε άλλες -Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, ακόμη και Μαυροβούνιο, όπως ανέφερε το δημοσίευμα- να διεκδικούν την εγκατάσταση στο έδαφός τους της Μονάδας Ακτινοβολίας Καρκινικών Ογκων που αναπτύχθηκε στα εργαστήρια του CERN και την οποία η Ελλάδα αρνήθηκε να διεκδικήσει. Μάλιστα, σημειωνόταν, όποια χώρα αναλάβει την επένδυση, κόστους 100 εκατομμυρίων ευρώ, θα έχει κατ’ αποκλειστικότητα τη χρήση και εφαρμογή της για το σύνολο των κρατών της Βαλκανικής Χερσονήσου, της Βόρειας Αφρικής και πιθανότατα και της Τουρκίας.
Αυτή ήταν και η αφορμή για να αναζητήσει η «Εφ.Συν.» τον μάχιμο δρα Γ. Πισσάκα.
«Τώρα κοροϊδευόμαστε; Σκεφτόμαστε τα πρωτόνια την ώρα που δεν έχουν καλυφθεί οι βασικές ανάγκες της χώρας σε ακτινοθεραπεία;» λέει και ξεκαθαρίζει: «Οποιος ενδιαφέρεται πραγματικά για τον καρκινοπαθή, ας λύσει πρώτα τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη χώρα μας και μετά ας αρχίσει να σκέφτεται τα πρωτόνια».
Η προσπάθεια που γίνεται, εξηγεί, αφορά την πρόσβαση των ογκολογικών ασθενών σε αξιοπρεπή ακτινοθεραπεία, έναν από τους βασικούς πυλώνες αντιμετώπισης του καρκίνου, με συμμετοχή στο 40% των ιάσεων από τη νόσο. «Εχουμε να αντιμετωπίσουμε μία πραγματικότητα αναμονών 3-5 μηνών στην Αθήνα. Αρκούν 30 εκατ. ευρώ για να γίνονται έγκαιρα οι θεραπείες. Ας τα δώσει η πολιτεία για τις ακτινοθεραπείες και μετά συζητάμε για τα υπόλοιπα».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εφαρμογή των πρωτονίων στους ογκολογικούς ασθενείς αφορά πολύ λίγες περιπτώσεις. «Η υπεροχή των πρωτονίων έναντι των σύγχρονων ακτινοθεραπειών είναι ελάχιστη», θα πει.
Την ίδια ώρα η ακτινοθεραπεία που θα χρειαστεί να λάβουν κάποια στιγμή στη διάρκεια της νόσου 6 στους 10 ασθενείς, οι περισσότεροι από τους οποίους θα υποβληθούν στη «ριζική» μορφή της, όπως ονομάζεται, µε σκοπό την ίαση, είναι μία εξαιρετικής ακρίβειας θεραπεία που παρέχει προστασία στους φυσιολογικούς ιστούς.
Οι καρκινοπαθείς στις μέρες μας είναι περισσότερο μόνοι τους. Η σκιά του θανάτου, η ασθένεια και οι πολυεπίπεδες αλλαγές αποτελούν συνεχείς προκλήσεις για αναθεώρηση απέναντι στη ζωή, στον εαυτό τους, στον κόσμο. Σε αυτή τη δύσκολη συνθήκη προστίθεται και μια πολιτεία που δεν στέκεται δίπλα τους, αλλά απέναντί τους, βάζοντας εμπόδια, επιβαρύνοντάς τους. Το πρόβληµα της ακτινοθεραπείας δεν έχει στην πραγµατικότητα δύσκολη λύση. Αρκεί µόνο η πολιτική βούληση, που δυστυχώς µέχρι σήµερα ουδέποτε υπήρξε, επισημαίνει.
«Είναι πραγματικά οδυνηρό να κάνουμε μια τέτοια συζήτηση. Δεν είναι μόνο αυτή η κυβέρνηση, είναι και όλες οι προηγούμενες που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν για τον αγώνα που κάνει ένας καρκινοπαθής για την ακτινοθεραπεία του», λέει ο πρόεδρος της Εταιρείας Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας. «Αν δεν ήταν οι δωρεές του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος…»
«Πλήρης αδιαφορία»
Η θέση της Ελληνικής Εταιρείας Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας είναι ο ασθενής να κάνει καλή θεραπεία στον χρόνο που πρέπει.
«Θέλει να πληρώνει το κράτος τον ιδιώτη; Ας το κάνει. Θέλει το Δημόσιο; Ας το κάνει. Δεν μπορεί όμως να αφήνει τον ασθενή χωρίς λύση», λέει ο Γ. Πισσάκας και θυμάται τον σημαντικό γιατρό και ακαδημαϊκό Δημήτρη Τριχόπουλο, ο οποίος είχε πει: «Δεν μπορεί να χάνουμε τη μάχη με τον καρκίνο για μερικά εκατομμύρια ευρώ»…
Η ακτινοθεραπεία στον πόλεµο κατά του καρκίνου, λέει o δρ Πισσάκας, δεν είναι στο σύνολό της µια ακριβή θεραπεία. Οµως στην Ελλάδα εξακολουθεί να αντιµετωπίζεται από το ελληνικό Δηµόσιο µε πλήρη αδιαφορία και απαξίωση. Και αυτό είναι σαφές αν δούµε πόσα µηχανήµατα ακτινοθεραπείας υπάρχουν στη χώρα µας.
Αποτέλεσµα, ο δηµόσιος τοµέας έναντι του ιδιωτικού να υστερεί και ποσοτικά και ποιοτικά. Και τώρα συζητάμε για το CERN, το κομμάτι των πρωτονίων που έχει διάφορους μνηστήρες οι οποίοι συγκρούονται μεταξύ τους: το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας. Θα συμμετέχει και ο ιδιωτικός τομέας; Οι εταιρείες πάντως που εμπορεύονται την τεχνολογία θα επιθυμούσαν να καταστραφούν όλα τα μηχανήματα και να αντικατασταθούν με πρωτόνια.
Η φασαρία με τα πρωτόνια και οι υπόνοιες για ολιγωρία του τομέα Ερευνας και Καινοτομίας του υπουργείου Παιδείας ενόχλησαν τον Κώστα Φωτάκη, αναπληρωτή υπουργό, ο οποίος με ανακοίνωσή του μίλησε για «επιστημονική σκοπιμότητα για την ανάπτυξη ανάλογης υποδομής στην Ελλάδα».
Κι εξηγεί: «Το υψηλό κόστος της επένδυσης σε συνδυασμό με το πειραματικό ακόμη στάδιο της αποτελεσματικότητας και την περιορισμένη ευρύτητα εφαρμογών της συγκεκριμένης μεθόδου καθιστούν την ανάπτυξη ενός κέντρου πρωτονικής θεραπείας στην Ελλάδα εγχείρημα ανώριμο στην παρούσα φάση – ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι στις συνήθεις και κατά πολύ οικονομικότερες ακτινοθεραπείες έχουν ήδη σημειωθεί σημαντικές βελτιώσεις στον περιορισμό των παρενεργειών».
Το θέμα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο καθώς αφορά την έρευνα και την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στην Υγεία, τομέα υψηλής προτεραιότητας για το υπουργείο που έμπρακτα προωθεί την ανάληψη σχετικών πρωτοβουλιών, όπως η Εμβληματική Δράση για τη δημιουργία Εθνικού Δικτύου Ιατρικής Ακριβείας με έμφαση στην Ογκολογία.
Τέλος, επισημαίνει ότι «τέτοιου είδους πιέσεις για τη διαμόρφωση επιστημονικών επιλογών, μέσω της δημιουργίας θορύβου στον Τύπο, είναι όχι μόνον αντιδεοντολογικές και αντιεπιστημονικές, αλλά συχνά υποκρύπτουν τακτικισμούς εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών που υποκινούνται από ιδιοτελή κίνητρα».
