Τις δικές του ενστάσεις απέναντι στο κυρίαρχο κυβερνητικό αφήγημα για τη μεταμνημονιακή εποχή τόνισε χθες ο βουλευτής της Α’ Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Φίλης, μιλώντας στο «Κόκκινο». Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νίκος Φίλης εμφανίζεται επιφυλακτικός για την επόμενη μέρα και πολλάκις έχει εκφράσει την αγωνία του ώστε να μην υιοθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ την ουσία του νεοφιλελευθερισμού που επιτάσσουν οι δανειστές.
«Aν καταλήξουμε, όπως θέλουν οι αντίπαλοί μας και το σύστημα, να καταπιούμε το μνημόνιο, το παλαιό ή το νέο, ως δικό μας, αν υιοθετήσουμε την ουσία του νεοφιλελευθερισμού, τότε υπάρχει αναίρεση της αριστερής φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ» είπε χαρακτηριστικά, ενώ υπογράμμισε ότι για τη μετά το τέλος του προγράμματος εποχή, πρέπει να τεθούν στόχοι και να συγκροτηθούν πολιτικές για τη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με την ευρωπαϊκή, αλλά και για την αντίστοιχη σύγκλιση στο εσωτερικό της χώρας.
Αφησε παράλληλα και μια ουσιαστική αιχμή για τη σχέση κυβέρνησης-κόμματος, λέγοντας «πως στη διαπραγμάτευση που κάνουμε, που δίνει τον αγώνα του ο Ευκλείδης, το κόμμα πρέπει να έχει τη δική του φωνή που να ενισχύει αυτή τη διαπραγμάτευση, με στόχους που μπορεί να μην ταυτίζονται, να είναι παράλληλοι ή συγκλίνοντες, αλλά που αναδεικνύουν την προγραμματική ιδιαιτερότητα του ΣΥΡΙΖΑ».
Νωρίτερα, ο κ. Φίλης τόνισε ότι πρέπει «να είμαστε σαφείς: το μνημόνιο έφτιαξε μια πολύ δύσκολη πραγματικότητα για την Ελλάδα. Ποιοι είναι οι στόχοι βγαίνοντας από τη δανειακή σύμβαση; Γιατί από το μνημόνιο δεν βγαίνουμε, οι 300 τόσοι νόμοι θα υπάρχουν, κάτι μπορούμε να ξηλώσουμε, το παλεύουμε, θα δούμε. Η επιτήρηση δεν θα είναι τόσο σκληρή, αλλά πιο αυστηρή από την Πορτογαλία ή την Ιρλανδία».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στους συμβιβασμούς που αναγκάζεται να κάνει μια κυβέρνηση, ωστόσο υπογράμμισε πως σε όλα αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν και οι πραγματικότητες. «Οπως ψήφισα το καλοκαίρι του 2015 το μνημόνιο με το πιστόλι στον κρόταφο για να μην καταστραφεί η ελληνική οικονομία, με στόχο να κερδίσουμε σε χρόνο και χώρο, τώρα ήρθε η στιγμή, που τελειώνει η δανειακή σύμβαση, να δούμε τι χώρο και χρόνο κερδίσαμε, τι μπορούμε να διορθώσουμε», είπε χαρακτηριστικά.
«Τι επιδιώκουμε εμείς»
Υπογράμμισε παράλληλα ότι «το σημαντικό ερώτημα είναι «τι επιδιώκουμε εμείς και η αντιπολίτευση; Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι που πρέπει να υπηρετηθούν με τις ανάλογες πολιτικές;»» αναφέροντας δύο:
Πρώτος, «η σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με την ευρωπαϊκή, που τρέχει συνεχώς με 2%-2,5% ετησίως, ενώ εμείς τώρα, μετά από δέκα χρόνια ύφεση, μπαίνουμε στην ανάπτυξη, που είναι αναιμική. Θα πάει στο 2%; Θα δούμε. Θέλουμε να το ενισχύσουμε και με ποιες πολιτικές; Μπορούμε, με εκμηδενισμένο Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων (που σημαίνει το 3,5% πλεονάσματα); Πιστεύετε ότι θα γίνουν άμεσες ξένες επενδύσεις της τάξης που εμείς θέλουμε, εάν δεν ρυθμιστεί το χρέος και πάψει να είναι μη βιώσιμο όπως σήμερα; Οχι βέβαια. Είναι απλή λογική».
Δεύτερος, «η σύγκλιση στο εσωτερικό. Η άρση των κοινωνικών αδικιών που προϋπήρχαν και επιδεινώθηκαν με το μνημόνιο. Η μείωση των συντάξεων, του αφορολόγητου όπως γίνεται, παρά τα αντισταθμιστικά, δυστυχώς είναι περαιτέρω λιτότητα, μεγέθυνση ανισοτήτων».
