Ποια είναι η Μαντάμ ντε Σταλ; Αρκετά χρόνια πριν πιάσω στα χέρια μου το βιβλίο της, «Κορίννα ή η Ιταλία»(Πόλις), είχα διαβάσει την ιστορία αυτής της ανατρεπτικής προσωπικότητας και προοδευτικής γυναίκας, όπως την αφηγείται η συγγραφέας Francine du Plessix Gray, σε μια βιογραφία με τίτλο «Μαντάμ ντε Σταλ, έρωτας και πολιτική στη Γαλλική Επανάσταση» (εκδόσεις Κριτική).
Εκεί έμαθα για την υπερευαισθησία της που σε ηλικία 12 ετών την οδήγησε σε έναν οδυνηρό νευρικό κλονισμό. Εκεί έμαθα ότι πολλοί άνδρες, ισχυροί πολιτικοί και σπουδαίοι διανοούμενοι, την ερωτεύθηκαν παράφορα.
Ηταν μια στρουμπουλή και όχι ιδιαίτερα όμορφη γυναίκα για τα δεδομένα της δικής μας εποχής.
Ο Ισίδωρος Μπουρντόν, ένας από τους πρώτους νευρολόγους, πρόδρομος της ψυχανάλυσης στην Ευρώπη με το έργο του «Φυσιογνωμία και φρενολογία», είχε γράψει το 1842: «Τα χρόνια της Επανάστασης, όπου έζησε η Ζερμέν ντε Σταλ, επέδρασαν στον χαρακτήρα της.
Εκείνη την εποχή, κατά την οποία ο καθένας άλλαζε ξαφνικά όνομα και κατάσταση, θέση και περιουσία, η Μαντάμ ντε Σταλ άλλαξε, τρόπον τινά, φύλο. […] Μετατράπηκε σε άνδρα, την εποχή που πολλοί ευγενείς μεταβάλλονταν σε πολίτες. Παρέμεινε, όμως, πάντα ένας ιδιοφυής άνθρωπος, φίλη πιστή, ενθουσιώδης και αφοσιωμένη.
Η Ευρώπη του 18ου και 19ου αιώνα, η Γαλλική Επανάσταση, ο Ροβεσπιέρος, ο Μέγας Ναπολέων, σπουδαία γεγονότα και εμβληματικές προσωπικότητες πέρασαν μπροστά από τα μάτια της γυναίκας που σήμερα έχουμε την τύχη να διαβάζουμε το βιβλίο της «Κορίννα ή η Ιταλία» από τις εκδόσεις Πόλις, σε μια εξαιρετική επιμέλεια της ακαταπόνητης Κατερίνας Σχινά και της εξίσου εξαιρετικής Τούλας Τόλια που το μετέφρασε.
Δυο λόγια για την υπόθεση: Στην Ιταλία του 1807 η χαρισματική ποιήτρια Κορίννα γνωρίζει και ερωτεύεται τον Σκοτσέζο λόρδο Οσβαλντ Νέλβιλ. Δυο άνθρωποι που προέρχονται από διαφορετικές κουλτούρες συγκρούονται με πολιτικοκοινωνικούς διαξιφισμούς με αποτέλεσμα η ερωτική τους σχέση να εγκλωβιστεί ανάμεσα στην πάντα διαχρονική αντιπαλότητα του πάθους και του καθήκοντος.
Η Ρώμη, η Νάπολη, η Καμπανία, η Βενετία και η Φλωρεντία είναι ο γεωγραφικός καμβάς του βιβλίου κάνοντας την Ιταλία συμπρωταγωνίστρια σ’ αυτό το σχεδόν επικό έργο της Μαντάμ ντε Σταλ.
«Το έργο που προτίθεμαι να αναλύσω είναι ένα ταξίδι και συνάμα ένα μυθιστόρημα», γράφει ο κορυφαίος Γάλλος πολιτειολόγος Μπενζαμέν Κονστάν σε ένα σχετικό άρθρο του το 1829, «… η Κορίννα είναι προϊόν της Ιταλίας, είναι η κόρη αυτού του ουρανού, αυτού του κλίματος, αυτής της φύσης, και σε τούτο ακριβώς οφείλει το έργο την ιδιαίτερη γοητεία του την οποία κανένα ταξίδι δεν θα μπορούσε να μας ασκήσει. Ολες οι εντυπώσεις, όλες οι περιγραφές είναι ζωηρές, ωσεί ζωντανές, επειδή μοιάζουν να έχουν διαπεράσει την ψυχή της Κορίννας και να έχουν φορτιστεί με πάθος».
Εμφανές όταν η ίδια η Κορίννα λέει: «Αλλού, οι ζωντανοί μετά βίας βρίσκουν τόπο για τη γοργή επίγεια πορεία τους και για τους φλογερούς τους πόθους· έδω τα ερείπια, οι ερημιές, τα ακατοίκητα μέγαρα αφήνουν στις σκιές άπλετο χώρο. Μήπως δεν είναι η Ρώμη, τώρα πια, η πατρίδα των μνημάτων».
Η «Κορίννα» είναι το alter ego της Μαντάμ ντε Σταλ. Ενα πρόσωπο υπαρκτό όσο και αυτή. Ισως γι’ αυτό τόσα χρόνια μετά να εξακολουθεί να είναι τόσο ζωντανή και ερωτεύσιμη ηρωίδα για τους αναγνώστες.
Οταν κατά την αφήγηση ο λόρδος Νέλβιλ πρωτοαντίκρισε την Κορίννα η συγγραφέας μάς δίνει την εικόνα του εαυτού της όπως θα επιθυμούσε να είναι: «Η στάση της πάνω στο άρμα ήταν ευγενική και σεμνή· ήταν εμφανές ότι την ικανοποιούσε ο θαυμασμός του κόσμου, όμως ανάμεικτη με τη χαρά ήταν και κάποια αδημοσύνη, σαν να ζητούσε συγγνώμη για τον θρίαμβό της… Η ματιά της είχε κάτι το εμπνευσμένο… Τέλος, κάθε της κίνηση είχε μια χάρη που εξήπτε το ενδιαφέρον και την περιέργεια, τον θαυμασμό και τη συμπάθεια».
Είναι σίγουρο πως ο αναγνώστης από τις πρώτες κιόλας σελίδες θα παραδοθεί στο ταξίδι ενός παντογνώστη αφηγητή που τον παρασύρει να ανακαλύψει την Ιταλία.
Μια Ιταλία που αντανακλά τα προβλήματα της σαρωτικής πραγματικότητας που έφερε η Γαλλική Επανάσταση σε όλη την Ευρώπη.
Η Κορίννα συμπορεύεται με την επαναστατική εποχή, θυσιάζει τον έρωτά της για να ανταποκριθεί στον ρόλο της εμβληματικής για τη χώρα της ποιήτριας.
Μόνο που αυτό τελικά είναι εκείνο το γεγονός που θα οδηγήσει και στο τέλος της ποιήτριας. Το να απαρνιέται κανείς το πιο βαθύ από όλα τα συναισθήματα έχει ανυπολόγιστο κόστος που οδηγεί σε ένα τραγικό τέλος.
Το «Κορίννα ή η Ιταλία» δεν θα πάψει ποτέ να είναι ένα σπουδαίο βιβλίο για τον πιο απλό αλλά και πιο σημαντικό λόγο: Κάθε γυναίκα, κάθε άντρας, σε οποιαδήποτε εποχή, όσα πολλά κι αν έχει καταφέρει στην τέχνη, στη δουλειά του, δεν θα μπορούσε παρά να συμφωνήσει με τα λόγια της Μαντάμ ντε Σταλ, με τα λόγια της Κορίννας: «Για ποιο πράγμα να αγωνιστείς όταν είσαι μόνος στη γη; Ποιος θα μοιραζόταν τις επιτυχίες μου αν κατάφερνα να επανέλθω; Ποιος θα νοιαζόταν για την τύχη μου; Ποιο συναίσθημα θα με ενθάρρυνε στη δουλειά μου; Πάντοτε τη ματιά του θα χρειαζόμουν για ανταμοιβή».
