Ως «credit positive» χαρακτηρίζει η Moody’s την απόφαση του Eurogroup για την Ελλάδα, καθώς σε σημερινή της ανακοίνωση τονίζει μεταξύ άλλων ότι η συμφωνηθείσα ελάφρυνση του χρέους αναμένεται να διευκολύνει την επιστροφή της χώρας στις αγορές.
Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης, που τοποθετεί την Ελλάδα στη βαθμίδα +Β3, σημειώνει ακόμη ότι η ελάφρυνση του χρέους εξασφαλίζει ότι η κυβέρνηση θα έχει «πολύ ήπιες» χρηματοδοτικές ανάγκες για τα επόμενα 10 χρόνια.
«Θεωρούμε το πακέτο ένα σημαντικό ορόσημο στη συνεχιζόμενη ανάκαμψη της Ελλάδας από τη βαθιά κρίση, χρέους, οικονομική και τραπεζική» τονίζει η ανακοίνωση της Moody’s, αναφέροντας τα μέτρα που αποφασίστηκαν για την 10ετη επιμήκυνση της περιόδου ωρίμανσης και της περιόδου χάριτος των δανείων του EFSF) αλλά και τα 15 επιπλέον δισ. ευρώ.
«Πιστεύουμε ότι η ενισχυμένη εποπτεία διασφαλίζει ότι οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις δεν θα οπισθοχωρήσουν από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν», σημειώνει ο οίκος. Δύο άλλα (μικρότερα) μέτρα ελάφρυνσης του χρέους – η επιστροφή των κερδών από ελληνικά ομόλογα που είχαν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και εθνικές κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης και η ακύρωση μίας προσαύξησης του περιθωρίου του επιτοκίου σε μία από τις δόσεις – συνδέονται και εξαρτώνται από την ολοκλήρωση από την Ελλάδα μίας σειράς μεταρρυθμίσεων τα επόμενα χρόνια, κάτι που «οι πιστωτές ελπίζουν ότι θα είναι ένα περαιτέρω κίνητρο για να παραμείνει η Ελλάδα σε τροχιά».
«Αναμένουμε ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα λάβει υπόψη την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους και τη σημαντικά καλύτερη του αναμενόμενου δημοσιονομική επίδοση, όταν θα επικαιροποιήσει την ανάλυσή του για τη βιωσιμότητα του χρέους τις επόμενες εβδομάδες», προσθέτει. Αν και μία προηγούμενη πρόταση για τη σύνδεση της ελάφρυνσης του χρέους με την οικονομική επίδοση της Ελλάδας δεν αποτελεί μέρος της συμφωνίας, οι πιστωτές είναι ξεκάθαρα δεσμευμένοι να εξετάσουν περαιτέρω αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, αν χρειαστεί, μετά το 2032. Όλα τα στοιχεία αυτά, μαζί με το τρέχον πακέτο, αναμένεται να διασφαλίσουν ότι το ελληνικό χρέος είναι σε βιώσιμη τροχιά», σημειώνει ο οίκος.
Ωστόσο σημειώνει ότι οι προκλήσεις της Ελλάδας παραμένουν σημαντικές, καθώς η συμφωνία απαιτεί μια δέσμευση σε συνετή δημοσιονομική πολιτική και πολύ μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα για αρκετά χρόνια. Ο οίκος σημειώνει ότι η Ελλάδα θα υπόκειται σε στενότερη εποπτεία και παρακολούθηση από άλλες χώρες της Ευρωζώνης που εξήλθαν από προγράμματα στήριξης, «κάτι που παρέχει περαιτέρω διαβεβαίωση ότι οι ελληνικές Αρχές θα εμμείνουν στις δημοσιονομικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις». Ταυτόχρονα, «οι πιστωτές επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους να στηρίξουν την Ελλάδα – με τη μορφή πρόσθετης αναδιάταξης του χρέους μετά το 2032 αν χρειασθεί».
«Αν και η οικονομική ανάπτυξη έχει επιστρέψει και είναι πιθανό να ενισχυθεί περαιτέρω αυτόν τον χρόνο, οι προοπτικές ανάπτυξης είναι μάλλον μετριοπαθείς με 2-2.5% τον χρόνο στην καλύτερη των περιπτώσεων, εκτός αν υπάρξει τεράστια ώθηση στις επενδύσεις», προσθέτει.
