Ονόματα του κομμουνισμού(1) προφανώς, διότι τα Φαντάσματα του Μαρξ(2) επιστρέφουν κατονομάζοντας το πένθος: «Συνίσταται», γράφει ο Ντεριντά, «στον πειρασμό να προσδίδουμε οντότητα στα λείψανα. Να τα καθιστούμε παρόντα, να ταυτίζουμε τους ίσκιους και να εντοπίζουμε τους νεκρούς». Και ο Αριστείδης Μπαλτάς με αυτή την εργασία του πένθους του, μεταξύ διαλεκτικού υλισμού και αντιδιαλεκτικού κοινοβουλευτισμού, επιμένει να ονομάζει. Κυρίως, να διερωτάται πώς μπορεί κανείς να βραδυπορεί σε σχέση με το τέλος της Ιστορίας και πώς «η κομμουνιστική πολιτική πρακτική δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική αρχών, όπως συμπυκνώνεται στην ουσιαστική δημοκρατία» (Μπαλτάς, σελ. 22).
Η εμμονή όμως του θεωρητικού στοιχειώνει ένα άλλο ουσιαστικότερο ερώτημα, κάποιου που κάνει ένα βήμα μπροστά και λέγει: «Επιτέλους θα ήθελα να μάθω να ζω».
«Ομως ποιος θα τον μάθαινε; Και, επιπλέον, ο ίδιος θα το μάθει ποτέ;» Διότι, πριν απ’ όλα, τι σημαίνει «μαθαίνω να ζω»; Ο Ζακ Ντεριντά απαντά εξ ονόματός μας: «Το να ζεις, εξ ορισμού δεν μαθαίνεται παρά μονάχα από τον άλλον στην παρυφή της ζωής».
Εμείς τι έχουμε ήδη μάθει στην παρυφή;
Αυτό νομίζω δηλώνει και η μελαγχολική φιγούρα του Αριστείδη Μπαλτά στο Σινικό Τείχος, στη φωτογραφία του εξώφυλλου του νέου του βιβλίου: Εναν άνθρωπο (έναν Υπουργό) στην παρυφή.
Ή και έναν πιστό στρατιώτη στα τείχη της Ελσινόρης.
Ή, ακόμη, τον Αμλετ σκεπτικό, όταν το φάντασμα του πατέρα του απευθύνει το «Remember me».
Να επιμείνω; Οταν η λογική του φαντάσματος (του πατέρα; του κομμουνισμού;) δείχνει προς την κατεύθυνση μιας σκέψης του συμβάντος η οποία «υπερβαίνει αναγκαστικά μια διπολική ή διαλεκτική λογική, εκείνη που διακρίνει ή αντιδιαστέλλει την έμπρακτη πραγματικότητα από την ιδεατή», τότε, στην τειχοσκοπία της φωτογραφίας ο Μπαλτάς μοιάζει να έχει την τύχη του Αστυάνακτα. Ο Νεοπτόλεμος τον εκσφενδονίζει από τα τείχη, αφήνοντας άταφα τα διαμελισμένα του μέλη στα πεδινά των εδράνων της Βουλής. Ομως, η (από)ριψη του Μπαλτά -επειδή είχε ήδη συμβεί, διότι η υπουργοποίηση και η αποπομπή του θα έπρεπε στο εξής να σημειώνουν το τέλος μιας περατής ιστορίας- οφείλει τώρα, in media res, να αξιολογηθεί από την κυβερνώσα Αριστερά με αφετηρία τη μαρξιστική της κληρονομιά.
Νά τι αντιπροσωπεύουν για μένα οι πρώτες σελίδες του πολυσέλιδου βιβλίου του, όπου η κατηγορηματική άρνηση να αναφερθεί στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ και η αποφυγή οποιασδήποτε αποτίμησης της κυβέρνησής του (η οποία, όπως σημειώνει, «μόνο εκ των υστέρων θα μπορούσε να αναληφθεί») αναδεικνύει μια εμμονή προς τα ονόματα του κομμουνισμού. Οχι ασφαλώς ως «αθεράπευτη ιδεοληψία» του συγγραφέα, αλλά ως διερώτηση του κατά πόσο η Ιστορία έχει τελειώσει, ενώ μόλις αρχίζει – τη στιγμή που επαναφέρει στα τείχη τα φαντάσματα.
ΥΓ: Κατά τη μυθολογία, ο Νεοπτόλεμος σκοτώθηκε στους Δελφούς από τον Ορέστη.
1. Α. Μπαλτάς, Ονόματα του κομμουνισμού, εκδ. Πατάκη, 2018. 2. Ζ. Ντεριντά, Τα φαντάσματα του Μαρξ, εκδ. Εκκρεμές, 1995.
