Για κατάφωρη αδικία σε βάρος δημιουργών που δικαιούνται συγγενικά δικαιώματα κάνει λόγο ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Κινηματογράφου-Τηλεόρασης–Βίντεο και Πολυμέσων, αν δεν εφαρμοστεί το προβλεπόμενο 2% σε τάμπλετ, κινητά και ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Την ίδια ώρα Ελληνες συγγραφείς και εκδότες αποσαφηνίζουν ότι το 2% δεν είναι φόρος αλλά δίκαιη αποζημίωση των δημιουργών, υποχρέωση που επιβάλλει Ευρωπαϊκή Οδηγία.
Σε ανακοίνωσή του, έπειτα από τις αντιδράσεις για το συγκεκριμένο τέλος, ο ΣΕΠΚΤΒ&Π κάνει λόγο για «(παρα)πληροφόρηση» καθώς σημειώνει ότι από το 1993 «με τον Ν. 2121, αρ. 18, επιβάλλεται να αποδίδονται σε πολλούς δημιουργούς τα πνευματικά και συγγενικά δικαιώματα, καθώς και το περιουσιακό δικαίωμά τους μέσω αντίστοιχων Οργανισμών Συλλογικής Διαχείρισης (ΟΣΔ). Και για τον λόγο αυτό ένα 6% επί του τιμήματος εισαγωγής μηχανημάτων αναπαραγωγής ήχου και/ή εικόνας και ήχου θεωρήθηκε ως η ελάχιστη αμοιβή μας για τη μη άσκηση απευθείας των δικαιωμάτων μας κατά των χρηστών…».
Ο Σύνδεσμος τονίζει ότι τώρα επιβάλλεται ένα τέλος και στα τάμπλετ μικρότερης μνήμης, που είναι και η συντριπτική κατηγορία αυτών που πωλούνται στην Ελλάδα, κάτι που δεν προβλεπόταν και «ήταν προφανώς άδικο, γιατί από τη μία δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε την ακρόαση ή την προβολή των έργων μας μέσα από τα tablets, καθώς επίσης και την αντιγραφή και αποθήκευσή τους σε αυτά (όπως επιβάλλει η εφαρμογή στην Ευρωπαϊκή Ενωση του δικαιώματος στην πληροφορία και τη μόρφωση), αλλά από την άλλη δεν μπορούμε να απαιτήσουμε οποιαδήποτε αποζημίωση για τη χρήση των έργων μας από τον τελικό χρήστη».
Χαμηλά έσοδα
Σημειώνει ακόμη ότι είναι μύθος πως στην Ελλάδα καταβάλλεται υψηλό συγγενικό δικαίωμα, επισημαίνοντας ότι σε χώρες με πληθυσμό ανάλογο της Ελλάδας, όπως η Αυστρία, η ετήσια απόδοση κυμαίνεται γύρω στα 10 εκατ. ευρώ, με το Βέλγιο να φτάνει τα 20 και η Πορτογαλία περίπου τα τρία εκατ. ευρώ ετησίως.
Η Γερμανία αποδίδει πάνω από 700 εκατ. ευρώ ετησίως και στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό για το 2017 (άνευ τάμπλετ) κυμάνθηκε γύρω στα 550.000 ευρώ, δηλαδή πέντε φορές λιγότερα απ’ ό,τι στην Πορτογαλία, που έχει το χαμηλότερο έσοδο.
Τα σωματεία των Ελλήνων συγγραφέων και εκδοτών (Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, Εταιρεία Συγγραφέων, Ενωση Ελληνικού Βιβλίου, Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών, Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου, Σύλλογος Ελληνικού Επιστημονικού Βιβλίου και Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Εργων του Λόγου) τονίζουν ότι δεν είναι επιτρέπεται σε μια αναπτυγμένη «χώρα της Δύσης να βαφτίζεται “χαράτσι” η αποζημίωση πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών».
Κάνουν λόγο για θέσπιση δίκαιης αποζημίωσης, τονίζοντας ότι οι άνθρωποι που παράγουν έργο λόγου το οποίο «είναι σχεδόν αδύνατον να κοστολογηθεί αντικειμενικά, είναι χιλιάδες: συγγραφείς, μεταφραστές, δημοσιογράφοι, αρθρογράφοι, επιστημονικοί συντάκτες. Παράλληλα, από το έργο τους βιοπορίζονται ολόκληρες κατηγορίες επαγγελματιών, όπως εκδότες, τυπογράφοι, δάσκαλοι, καθηγητές, επιμελητές κ.ά. Οπως και για τη μουσική και την οπτικοακουστική παραγωγή, έτσι και για τα έργα του λόγου η εύλογη αμοιβή αποτελεί ελάχιστη αποζημίωση για τους δημιουργούς αλλά και όσους εμπλέκονται στα έργα που απολαμβάνουμε όλοι».
