Στον σκυλοκαβγά ΣΥΡΙΖΑ-Νέας Δημοκρατίας περί βίας μετά τον ξυλοδαρμό του Μπουτάρη από τους ακροδεξιούς τραμπούκους και την έφοδο στο Συμβούλιο της Επικρατείας από τα μπουσουλώντα νήπια του «Ρουβίκωνα», μια σημαντική διάσταση του προβλήματος παρέμεινε αφανής.
Ή μάλλον, καλά κρυμμένη. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι οι μονομάχοι συμφωνούν στο εξής αλλά το κρύβουν: ότι ο ένας είναι ένοχος και συνεπώς ο άλλος αθώος. Δηλαδή, αποκλείεται να φταίνε και οι δύο.
Δεν ξέρω αν θα είχε νόημα να τους υπενθυμίσει κανείς μερικά πράγματα προφανή και αυτονόητα, τα οποία τους συμφέρει να αγνοούν: για παράδειγμα, ότι είναι υπερθετικά απλουστευτικό να αποδίδουμε σε πολυσύνθετα φαινόμενα όπως η έξαρση της κοινωνικής διχόνοιας που καταλήγει στη χρήση της βίας μία μόνο διάσταση, μία μόνο λύση και έναν μόνο ένοχο.
Μέσα όμως στην αντάρα της κομματικής αντιπαράθεσης, με τις κάμερες της τηλεόρασης να ρολάρουν, το ζητούμενο είναι πώς θα την πεις στους απέναντι, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει βιασμό της κοινής λογικής. Ας θυμηθούμε τον Αίσωπο: «Ανθρώπων έκαστος δύο πήρας φέρει. Την μεν έμπροσθεν, την δε όπισθεν», ή μεταφρασμένο, όλοι κουβαλάμε δύο σακιά. Το ένα μπροστά όπου βάζουμε τα λάθη των άλλων για να τα βλέπουμε και το δεύτερο πίσω στην πλάτη μας, όπου βάζουμε τα δικά μας για να μην τα βλέπουμε.
Σας συνιστώ να διαβάσετε το κείμενο του Γιώργου Οικονόμου με τίτλο «Η άνοδος της βαρβαρότητας», δημοσιευμένο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» την Πέμπτη 24 Μαΐου, όπου προβάλλει ανάγλυφα τόσο το πολυδιάστατο της κρίσης όσο και το επερχόμενο αδιέξοδο.
Από τη μια, ο πωρωμένος εθνικιστικός λόγος που ναι μεν εκφράζεται κατά κύριο λόγο από τη νεκραναστημένη εθνικοφροσύνη της Δεξιάς, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει σε χώρους της υποτιθέμενης «καθαρής» Αριστεράς (π.χ. η Λιάνα Κανέλλη του ΚΚΕ ή το φλέρτ της ΛΑ.Ε. και της Ζωής Κωνσταντοπούλου με τα συλλαλητήρια των Μακεδονομάχων). Και από την άλλη μεριά, η διάχυτη αίσθηση ότι όσοι από τους δικούς μας καταφεύγουν στη βία, μπορεί να μην έχουν δίκιο, χωρίς όμως να έχουν εντελώς άδικο.
Κι όλα αυτά ενώ η Χρυσή Αυγή καραδοκεί, μητροπολίτες κηρύττουν το μίσος για ό,τι διαφορετικό, και πολλοί πιστεύουν ότι μόνο ο Σώρρας με τα 600 δισ. μπορεί να μας σώσει. Σε αυτό το αποκαρδιωτικό και απειλητικό φόντο εγγράφεται η τιτανομαχία Τσίπρα-Μητσοτάκη στη Βουλή: «Εσείς φταίτε»-«Οχι, εσείς φταίτε».
Αν δούμε πιο προσεκτικά την τακτική των δύο μεγάλων κομμάτων, θα διαπιστώσουμε ότι στηρίζεται στο εξής σόφισμα ή, καλύτερα, τη μισή αλήθεια: ισχυρίζονται ότι οι ακραίοι δεν ανήκουν στο κόμμα τους. (Με κάποιες εξαιρέσεις, όπως λ.χ. ο δήμαρχος Αργους που είναι μέλος της Ν.Δ. ή ο Πάνος Καμμένος που μοιράζεται το τραπέζι του υπουργικού συμβουλίου με τους Συριζαίους και ο οποίος παρακίνησε κάποιους αγανακτισμένους να λιντσάρουν τον Πάχτα).
Ομως η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπούν κατά κάποιο τρόπο τη Δεξιά και την Αριστερά ή τουλάχιστον έτσι εκλαμβάνονται. Και τούτο σημαίνει ότι περιβάλλονται από τον δικό τους όμορο χώρο. Από τον χώρο αυτό εκπηγάζουν κατά κανόνα ο ακραίος λόγος και η βία. Για παράδειγμα, ο Παναγιώτης Ψωμιάδης μπορεί να μην ανήκει σήμερα στη Ν.Δ., αλλά αριστερός δεν είναι. Το ίδιο ισχύει για τον «Ρουβίκωνα» και την Αριστερά.
Το πώς τα δύο κόμματα αντιδρούν απέναντι στον όμορο φανατισμό προδίδει την καμουφλαρισμένη ιδιοτελή στάση τους: καταδικάζουμε μεν, κατανοούμε δε. Με άλλα λόγια, η φραστική καταδίκη γίνεται για να μπορούμε να λέμε μετά ότι έγινε, ενώ ταυτόχρονα είναι σαφές ότι δεν ενοχληθήκαμε ιδιαίτερα. Ο,τι συνέβη ακριβώς με τους νεκρούς της Μαρφίν: ουδείς στην Αριστερά ενέκρινε· όλοι όμως αρχειοθέτησαν το συμβάν με το σκεπτικό ότι οι φόνοι που βαραίνουν τους αντιπάλους μας κρίνονται πιο σημαντικοί και συνεπώς δεν πρέπει να ξεχαστούν.
Φαντάζομαι τον αντίλογο: όλα αυτά υπαινίσσονται απάλειψη της διάκρισης Αριστεράς-Δεξιάς και ταυτόχρονα παραπέμπουν στη θεωρία ταύτισης των δύο άκρων. Πράγματι υπάρχουν άνθρωποι που το επιδιώκουν.
Εχοντας όμως παρακολουθήσει τη συζήτηση στη Βουλή, δεν νομίζω ότι οι αντιδεξιοί οφείλουν να διαλέξουν ανάμεσα σε αυτή τη στάση και την οπαδική, για να μην πω χουλιγκανική υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί μπορώ να σκεφτώ μια τρίτη εκδοχή: ότι η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς παραμένει αλλά αίρεται σε ένα επίπεδο ανώτερο, πιο ουσιαστικό.
Πώς θα το πετύχει η Δεξιά δεν με απασχολεί. Δικό τους θέμα. Οσο για εμάς, δεν με παίρνει ο χώρος να επεκταθώ. Δηλώνω απλώς την απέχθειά μου για το κουτσαβάκικο νεο-πασοκικό ύφος του ΣΥΡΙΖΑ.
