Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έδωσε χθες για άλλη μία φορά το στίγμα της πολιτικής που θέλει να ακολουθήσει μετά τον Αύγουστο. Μια πολιτική που έχει στόχο να δώσει ανάσες σε έναν βαθιά δοκιμαζόμενο λαό, μεγάλο μέρος του οποίου έχει πληρώσει και συνεχίζει να πληρώνει ακριβά τα Μνημόνια.
Πρόκειται για μια πολιτική με την οποία θέλει να δώσει απαντήσεις και μέσα στο κόμμα του και έξω από αυτό. Εξω, είναι ο κόσμος ο οποίος περιμένει κάτι διαφορετικό, κάτι που να αποδεικνύει ότι ο τίτλος «αριστερή κυβέρνηση» δεν είναι μόνο στα λόγια, αλλά και στα έργα.
Από την άλλη, μέσα στο κόμμα του, επιχειρεί να καθησυχάσει τα στελέχη «στα αριστερά» του, τα οποία το τελευταίο διάστημα με πληθώρα δημόσιων τοποθετήσεων εκφράζουν την αγωνία τους για την πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση μετά τον Αύγουστο, με τις νεοφιλελεύθερες δεσμεύσεις που έχει αναλάβει.
Αναμφίβολα το έργο είναι δύσκολο, γιατί είναι η μοναδική κυβέρνηση στην Ευρώπη η οποία κάτω από αυτές τις συνθήκες προσπαθεί να ξεπεράσει μια πρωτοφανή αντίφαση: να επιμένει στον διακηρυγμένο αριστερό προσανατολισμό της και ταυτόχρονα να εφαρμόζει την πολιτική που της επιβλήθηκε, ελπίζοντας να βγάλει τη χώρα οριστικά από το αδιέξοδο.
Τα θετικά μέτρα είναι καλοδεχούμενα. Ωστόσο, δεν αρκούν, γιατί η άλωση της ελληνικής κοινωνίας είναι τέτοια την τελευταία οκταετία που είναι σαν να μοιράζεις ασπιρίνη σε βαριά ασθενή. Αυτό που προέχει είναι να πετύχει το σχέδιο της κυβέρνησης για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, όπως αρκετές φορές έχει περιγραφεί από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα.
Από εκεί και πέρα, κάθε ευρώ που δεν πηγαίνει στις δανειακές υποχρεώσεις, οφείλει να δίνεται ως ανταπόδοση στον ελληνικό λαό, είτε κατευθείαν είτε μέσω υποδομών και υπηρεσιών προς όφελος της κοινωνίας. Αυτό οφείλει να κάνει η κυβέρνηση.
Είναι στο χέρι του Αλέξη Τσίπρα να φέρει πίσω τον κόσμο που πικράθηκε και αποχώρησε το καλοκαίρι του 2015. Είναι στο χέρι του να ανακουφίσει ακόμα και εκείνους που δεν εμπιστεύτηκαν το κόμμα του, αλλά δοκιμάστηκαν εξίσου. Ολο εκείνο τον κόσμο που έβαλε και βάζει πλάτη οχτώ χρόνια τώρα, για να ορθοποδήσει ο τόπος.
