«Greeks Bearing Gifts» (Δαναοί δώρα φέροντες) είναι ο τίτλος του βιβλίου του Φίλιπ Κερ, που κυκλοφόρησε μόλις λίγες μέρες μετά το θάνατό του στις 23 Μαρτίου 2018. Για την ακρίβεια, το βιβλίο αυτό είναι το «προτελευταίο» του Φίλιπ Κερ αφού το 2019 θα εκδοθεί το οριστικά τελευταίο του βιβλίο του οποίου δεν έχει ακόμα ανακοινωθεί ο τίτλος.
Εδώ ο ίδιος ο Κερ –και όχι οι Δαναοί– είναι αυτός που φέρνει ένα μεγάλο δώρο στους πολυάριθμους και πιστούς Έλληνες αναγνώστες του, αφού το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του διαδραματίζεται στην Ελλάδα του 1957, την Ελλάδα του «Karamanlis». Και ο συγγραφέας μάς θυμίζει πράγματα που έχουμε ξεχάσει, όπως τη δίκη, την καταδίκη σε 25 χρόνια φυλάκιση και την απελευθέρωση ύστερα από οκτώ μήνες του διαβόητου εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν που έδρασε στη Θεσσαλονίκη επί Κατοχής. Πράγματα δυστυχώς ξεχασμένα, όχι όμως ξεπερασμένα και όχι άσχετα με ό,τι ζούμε τα τελευταία χρόνια.
Και σ’ αυτό το βιβλίο, όπως και σε καμιά δεκαριά άλλα του Κερ, κεντρικός ήρωας είναι ο Μπέρνι Γκούντερ, που έχει πλέον με το σπαθί του κατακτήσει μια θέση στο πάνθεον των μεγάλων ντετέκτιβ της αστυνομικής λογοτεχνίας. Το φαινομενικά παράδοξο είναι ότι ένας Άγγλος (για την ακρίβεια, Σκοτσέζος) συγγραφέας διάλεξε για πρωταγωνιστή των ιστοριών του έναν Γερμανό, όπως ο Ιούλιος Βερν διάλεξε έναν Άγγλο, τον Φιλέα Φογκ, για να κάνει τον «Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες».
Είναι σίγουρο ότι το βιβλίο, του οποίου αναμένεται σύντομα η έκδοση και στα Ελληνικά, θα σημειώσει επιτυχία στη χώρα μας – και το αξίζει. Υπάρχουν αρκετές πινελιές γραφικότητας, αλλά συγχωρετέες. Γενικά, ας μην περιμένουμε ύμνους στην ελληνική λεβεντιά, τον αττικό ουρανό, «tzatziki», «syrtaki». Καλά λόγια έχει να πει ο συγγραφέας για τα τσιγάρα Καρέλια, το μπαρ της Μεγάλης Βρετανίας, έναν έντιμο Έλληνα αστυνομικό που δεν παίρνει «fakelaki» και μια μελαχρινή Ελληνίδα καλλονή, την Έλλη (από το Εlisabeth) που θα βρεθεί στο δρόμο του κεντρικού ήρωα, του Βερολινέζου πρώην αστυνομικού Μπέρνι Γκούντερ και, όπως εύκολα μαντεύουμε, δεν μπορεί παρά να υποκύψει στη μεσόκοπη γοητεία του. Μόνο ο ερειπωμένος Παρθενώνας, όπως θα δούμε στο τελευταίο κεφάλαιο, στέκεται σαν ακατάλυτο σύμβολο όχι του αιώνιου κάλλους, αλλά του ανθρώπου που αλλάζει και υπάρχει παρά τις ανεπούλωτες πληγές του.
Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει το συγγραφέα είναι η πρόσφατη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, η θέση της στην Ευρώπη και οι εκκρεμείς λογαριασμοί της με τους ναζί εγκληματίες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Φυσικά, το βιβλίο αυτό δεν είναι πολιτικό δοκίμιο· μυθιστόρημα δράσης είναι με το απαραίτητο σασπένς, με γοργό ρυθμό και προσωπικό, αναγνωρίσιμο ύφος.
Η Ελλάδα που απεικονίζεται στο βιβλίο ανήκει στη Δύση ή μάλλον ποθεί ολόψυχα να ανήκει στη Δύση. Οι Έλληνες που συναντά ο Μπέρνι Γκούντερ μένουν εκστατικοί μπροστά στην οικονομική ισχύ της Γερμανίας και τον πρωταγωνιστικό ρόλο της στην Ευρώπη. («Τι τα θέλουμε τα όπλα, τα τουφέκια, τα σπαθιά», αφού «τα μάρκα μιλούν, τα μάρκα λαλούν, τα μάρκα λογαριάζουν», για να παραφράσουμε το παλιό γνωμικό.) Ακόμα και η μοιραία γυναίκα του βιβλίου, μια κομμουνίστρια που πιστεύει στην επανάσταση, βλέπει να μην υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Ωστόσο και αυτή η «βαμμένη» αριστερή δηλώνει ότι το «Όχι» του ’40 το είπε ο Μεταξάς και όχι ο λαός!
Είναι φυσικό να μας ενδιαφέρει το «πώς μας βλέπουν οι ξένοι». Μόνο που ο μακαρίτης Φίλιπ Κερ δεν ήταν ένας τυχαίος ξένος, αλλά ένας ξένος υποψιασμένος, που όσο ζούσε ενδιαφερόταν ζωηρά και για την πολιτική –και όχι μόνο σαν φόντο για τα μυθιστορήματά του. Κάποιοι Έλληνες μοιάζουν με καρικατούρα, όπως ο Έλληνας αντιπρόσωπος μιας μεγάλης γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας: με πράσινο παπιγιόν, πρασινωπό κουστούμι κι ένα σηματάκι-τριφύλλι του Παναθηναϊκού στο πέτο –αθεράπευτος Βάζελος γαρ.
Η απόδοση του κλίματος της Ελλάδας της εποχής πρέπει να ήταν κοπιώδης για τον συγγραφέα που προφανώς δεν περιορίστηκε στην επιτόπια έρευνα αλλά τον βοήθησαν Έλληνες φίλοι και συνεργάτες. Γνώριμα ονόματα δρόμων, κτιρίων, προϊόντων. Φυλακές Αβέρωφ, ακόμα και μια αναφορά στη Μακρόνησο, όπως και σε ένα ναυάγιο στο Κατάκωλο! Το κέντρο της Αθήνας πρέπει να ήταν θορυβώδες: παντού σκούτερ, μουσική από το ραδιόφωνο («αμείλικτα χαρούμενη» τη χαρακτηρίζει) και μπόλικο μονοξείδιο του άνθρακα στην πλατεία Συντάγματος! Η περιγραφή φαίνεται ακριβής, με εξαίρεση μια λεπτομέρεια: τότε δεν υπήρχε τηλεόραση στην Ελλάδα. Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν οι ταινίες «Ο Δράκος» του Κούνδουρου, με μια σύντομη περιγραφή της υπόθεσης, όπως και «Η μάσκα του Δημητρίου» που παιζόταν τότε σε έναν αθηναϊκό κινηματογράφο –ένας έμμεσος φόρος τιμής στον μεγάλο Έρικ Άμπλερ, τον πνευματικό πατέρα του λεγόμενου «κατασκοπευτικού θρίλερ» (spy thriller), που έγραψε το εμβληματικό ομότιτλο μυθιστόρημα στο οποίο βασίστηκε η ασπρόμαυρη ταινία του 1944 με τον Πίτερ Λόρε και τον έξοχο Σίντνεϊ Γκρίνστριτ.
Πολλά βιβλία του Φίλιπ Κερ με πρωταγωνιστή τον Μπέρνι Γκούντερ έχουν εκδοθεί στα Ελληνικά και οι Έλληνες αναγνώστες του τελευταίου βιβλίου δεν θα απογοητευθούν. Η σκιά του επικείμενου θανάτου που πλανιόταν πάνω από τον συγγραφέα, αφού υποθέτουμε ότι έγραψε το «Greek Bearing Gifts» ενώ ήξερε ότι είχε καρκίνο, δεν στοιχειώνει, δεν βαραίνει το βιβλίο. Ίσως υπονοείται με κομψότητα και χιούμορ, αφού ο κεντρικός ήρωας, πριν έρθει στην Αθήνα ως εκτιμητής μιας γερμανικής μεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας, εργάζεται, με αλλαγμένο όνομα, βοηθός στο νεκροτομείο ενός νοσοκομείου στο Μόναχο και, για να συμπληρώσει τον πενιχρό του μισθό, γίνεται μερικής απασχόλησης «κοράκι» σε ένα γραφείο κηδειών –γεγονός που δίνει στον Φίλιπ Κερ την ευκαιρία να κάνει αρκετά αστειάκια γύρω από το θάνατο και τη ματαιότητα του επίγειου βίου –π.χ., μη βρίσκοντας στο νεκροτομείο ένα σεντόνι να σκεπάσει ένα διαμελισμένο πτώμα, ο Γκούντερ χρησιμοποιεί μια πετσέτα που γράφει «Mickey Mouse Club», απομεινάρι από την εποχή που στο κτίριο στεγαζόταν το αμερικανικό νοσοκομείο. Μόνο που δεν το κάνει για πλάκα, αλλά από συμπόνια.
Ο τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να ήταν «Η εξιλέωση» ή «Η επανόρθωση» ή «Η επιμονή της μνήμης». Ο Μπέρνι Γκούντερ δεν συγχωρεί τη χώρα του για τα εγκλήματά της, ούτε για τον εναγκαλισμό της κυβέρνησής του με πολλά στελέχη του Χίτλερ. Δεν συγχωρεί και τον εαυτό του για τους δικούς του συμβιβασμούς ενόσω ήταν στέλεχος της πολιτικής και αργότερα της στρατιωτικής αστυνομίας του Γ΄ Ράιχ. Ναι μεν δεν ήταν μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά κάποτε αναγκάστηκε να φορέσει τη στολή της Γκεστάπο. Και, σε αντίθεση με την πολιτική ηγεσία της πατρίδας του (καγκελάριος ήταν τότε ο Αντενάουερ), ο Γκούντερ δεν ξεχνά, δεν θέλει να ξεχάσει. Πάντως, αυτό το ωραίο και εύκολο στην ανάγνωση βιβλίο δεν είναι μόνο για να ξεχνιόμαστε.
