ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Της Κυριακής Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να πώς έγινε και ερωτεύτηκε την ελευθερία της. Είχε ζήσει μέχρι τα δεκαέξι μέσα σε τέσσερις τοίχους, στο μονότονο περιβάλλον μιας μικρής επαρχιακής πόλης. Ο χρόνος γύριζε σε κύκλους και η γραμμή του ορίζοντα μόλις που φαινόταν μέσα από τα μικρά παράθυρα.

Ο φόβος για τον έξω κόσμο μέχρι τότε ήταν πάντα μαζί της, όπως και ο φόβος του Θεού, των γονιών, του άγνωστου και του διαφορετικού. Συμβαίνει, σε ανθρώπους που μεγαλώνουν με την αδιαπέραστη πανοπλία των καλών τρόπων και των κατά συνθήκη σχέσεων, να αγαπούν έπειτα τόσο πολύ την ελευθερία τους ώστε στα βαθιά γεράματά τους να καταλήγουν μόνοι.

Και τι άλλαξε στα δεκαέξι; Η ζωή. Με τις απρόβλεπτες ανατροπές της αναλαμβάνει να μας αλλάζει ό,τι νομίζουμε πως δεν θα αλλάξει ποτέ. Μόνη έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσει τους κινδύνους της πρωτεύουσας και του δρόμου, να βγει έξω από την προστασία του σπιτιού. Ενας φόβος που την ακολουθούσε πάντα ήταν ο φόβος της «γυναικείας ευθραυστότητας» κατά πώς της έλεγαν.

Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να σταματήσει να αισθάνεται τον πανικό κουλουριασμένο στο στομάχι της. Οι φόβοι της χάθηκαν όμως τελικά μέσα στα αμέτρητα δρομολόγια που έκανε με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο από το σπίτι ώς το εργοστάσιο που δούλευε και πάλι πίσω. Πνίγηκαν στα ντενεκάκια του αναψυκτικού που έπινε κάθε μέρα όταν σχολούσε. «Δεν ξέρω σε ποιο νούμερο ντενεκάκι έπαψα να είμαι ο άνθρωπος που ήμουν», μου λέει. Πάντως τώρα νιώθει σαν τους αμέτρητους μόνους, ελεύθερους και περιπλανώμενους ανθρώπους που ζουν στις όχθες των πόλεων και στους πρόποδες των πολυκατοικιών. Το καπελάκι της το φοράει στραβά και φεύγει όποτε το θελήσει. Βγήκε στη σύνταξη και άρχισε τα ταξίδια.

Της αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν μόνο τον ουρανό πάνω από το κεφάλι τους και… «αυτόν όμως τον σκίζω στα δύο με το αεροπλάνο». «Συνεπώς όλα καλά;», τη ρωτώ με ενδιαφέρον, μπας κι ανακαλύψω και εγώ το μυστικό της ευτυχίας. «Ναι!», όλα καλά μού λέει. Αλλά βλέπω πως σιωπά για αρκετή ώρα. «Ξέρεις μόνο τι μου λείπει; -λέει κάποια στιγμή διστακτικά και συνεχίζει- κάποιος να με προσέχει. Και δεν εννοώ κάποιος να με φροντίζει.

Τα έχω κάνει τα κουμάντα μου. Θα πάω κάπου, θα πληρώσω και θα γηροκομηθώ όταν θα έρθει εκείνη η ώρα. Εννοώ αυτό το βλέμμα που έχω να δω από εκείνο το σπίτι με τα στενά παράθυρα. Ε, αυτό δεν αγοράζεται με τίποτα. Είναι το τίμημα της ελευθερίας…». Σε λίγο έκλεισε τις τελευταίες της σκέψεις κάτω από το καπελάκι της, το φόρεσε στραβά και έφυγε. Ελεύθερη και ωραία… δίχως να την προσέχουν.