Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τέσσερα άλογα έφερε κάποιος ευλογημένος πολίτης στα τελευταία οικόπεδα πρασίνου και ελιάς που βρίσκονται μπροστά από το σπίτι μου, κοντά στην Κνωσό, να βοσκήσουν το πολύτιμο χορτάρι. Το κόκκινο άλογο με άσπρες βούλες στον λαιμό χλιμίντριζε το βράδυ στου φεγγαριού την απλωσιά και γέμιζε η γειτονιά με τα χαμένα σήμαντρα της φύσης. Ηχούσαν οι σιωπές και οι ψίθυροι του εσωτερικού ρυθμού που λεηλάτησε ανελέητα ο ηλεκτρονικός χρόνος. Μια αυγή ήρθε ο Κνώσιος Επιμενίδης, το καβαλίκεψε και κάλπασε στο αστρικό του πεπρωμένο.

Το μαύρο άλογο, ατίθασο, σηκωνόταν όρθιο, στεκόνταν στα πισινά του πόδια σαν χορευτής σε έκσταση. Μετά, κατέβαινε στα τέσσερα και έσκαβε με τα μπροστινά του πόδια το χώμα σαν να ήθελε να φυτέψει τους σπόρους που δεν θα γεννηθούν ποτέ στων πόλεων τη στειρότητα. Αιθέρας ιδεών γινόταν το χώμα στης οικουμένης την αγωνία. Μεσάνυχτα πέρασε ο Εμπεδοκλής με το θεϊκό του μένος κρατώντας τον κρατήρα της Αίτνας στον ώμο του.

Με την ηφαίστεια λάβα να τρέχει στα ρουθούνια του, φλεγόμενοι στίχοι στης συνήθειας το βόλεμα. Ψιθύρισε ακατάληπτα λόγια για Ριζώματα στ’ αυτί του αλόγου, το έλυσε, πήρε το χαλινάρι του και έτρεξε μπροστά στην Κνωσό, θύοντας στα δάκρυα της προσφυγιάς. Η λευκή φοράδα ήσυχη και αμέριμνη βοσκούσε κάτω από τις γερόντισσες ελιές. Η Μεγάλη Αρκτος κατέβαινε κρυφά τη νύχτα και της κρατούσε συντροφιά. Χτένιζε τη μακριά χαίτη της, φλογίζονταν οι ελπίδες της Πολιτείας. Στις οθόνες των κινητών σπόροι φωτιάς τινάχτηκαν στης λήθης την έρημο.

Τα ευκίνητα αυτιά του άσπρου αλόγου έγιναν πίδακες ιδεών στη μουσική της ουτοπίας. Τριποδισμοί ελευθερίας, φωνήεντα του Διαστήματος εισβάλλουν στα ηλεκτρονικά κυκλώματα. Η εικόνα υποκλίνεται στον Λόγο. Παύση πληροφορίας. Γνώση σοφίας κατακλύζει τον νου. «Οι φοράδες που με πάνε όσο μακριά ποθεί η ψυχή μου/ μ’ εκτόξευσαν μπροστά, σαν μ’ έφεραν στου θεού το ξακουστό στρατί», ψάλλει ο Παρμενίδης. Ιππεύει τη λευκή φοράδα ο φιλόσοφος, η Μεγάλη Αρκτος τού παιανίζει τον ρυθμό της Αλήθειας μέχρι την είσοδο στην Κνωσό.

Το τέταρτο άλογο, γεμάτο μαύρους και λευκούς μαιάνδρους, σιωπηλό. Απλωνόταν πάνω του ο αστερισμός της Ανδρομέδας, χλιμίντριζε δίπλα του, του ‘φτιαχνε χαίτη αστραπής και κεραυνό αγγέλων. Στροβιλιζόμενος στο φως και στο σκοτάδι το πήρε ο Ηράκλειτος στην Εφεσο. Στον Λόγο τους ακόνισε ο Βελουχιώτης ξίφος.