Ο κανόνας μία πρόσληψη για κάθε αποχώρηση στο Ελληνικό Δημόσιο θα αρχίσει να εφαρμόζεται μέσα στο 2018, σύμφωνα με την Όλγα Γεροβασίλη, η οποία άσκησε κριτική στη Νέα Δημοκρατία, διότι υπόσχεται την επαναφορά του 1 προς 5. Όπως τονίζει, ενώ η κυβέρνηση πέτυχε μια νέα συμφωνία με τους θεσμούς, η Ν.Δ. υπόσχεται επιστροφή στα πρώτα μνημονιακά χρόνια.
Σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης εξηγεί ότι οι θεσμοί κατά τη διαπραγμάτευση δέχθηκαν πως ο κανόνας, που είχε ξεκινήσει από το 1 προς 5 για να φτάσει κάποια στιγμή στο 1 προς 2, «δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές ανάγκες του Δημοσίου, ήταν ασφυκτικός και έπρεπε να διορθωθεί».
«Αυτή η αλλαγή έχει θετικό πρόσημο σε δύο επίπεδα», σημειώνει και εξηγεί: «Και στο πολιτικά συμβολικό, μιας και με την αναλογία πια στο 1:1 είναι πανθομολογούμενο ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν αποτελούν το βαρίδι του κράτους, όπως έδειχνε η διαρκής αποστέωση του Δημοσίου μέσω πολλαπλάσιων αναχωρήσεων σε σχέση με τις προσλήψεις. Και στο πολιτικά και λειτουργικά ουσιαστικό, μιας κι έχουμε πλέον τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τη δυσλειτουργία κρίσιμων τομέων του κράτους, να έχουμε μια μίνιμουμ βάση αναφοράς ώστε να οργανώσουμε την αναβάθμιση του δημόσιου τομέα για να γίνει πυλώνας στήριξης της “δίκαιης ανάπτυξης”».
Και τονίζει ότι για την κυβέρνηση και την ολιτική αντίληψή της αυτό σημαίνει ότι η δίκαιη ανάπτυξη «διασφαλίζεται κι επιταχύνεται όχι με την “αυτορρύθμιση της αγοράς”, αλλά μέσα από ισχυρές, παραγωγικές κι αποτελεσματικές δημόσιες δομές».
Όσον αφορά τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας και τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, που υπόσχεται ότι θα επαναφέρει τον κανόνα προσλήψεων-αποχωρήσεων στο 1 προς 5, σημειώνει:
«Επιφυλάσσει δηλαδή για το Δημόσιο και τους ανθρώπους του επιστροφή στην αρχή των μνημονίων. Πρακτικά, αυτή η δημόσια δήλωση του κ. Μητσοτάκη σημαίνει μηδενικές προσλήψεις, αν συνυπολογίσουμε τις ανελαστικές προσλήψεις, όπως π.χ. ενστόλων. Είναι απολύτως συνεπής η δήλωσή του με την σκληρή νεοφιλελεύθερη ιδεολογία τόσο του επικεφαλής όσο και της ηγετικής ομάδας της Ν.Δ.».
Επισημαίνει δε ότι η σωστή στελέχωση του δημοσιου τομέα, οι οριζόντιοι θεσμοθετημενοι κανόνες και ο αποτελεσματικός έλεγχος «ποτέ δε συνέφεραν την άναρχη επιχειρηματικότητα, την κρατικοδίαιτη στρεβλή επιχειρηματικότητα, την επιχειρηματικότητα μιας ολιγομελούς διαπλεκόμενης ελίτ».
«Η αποθέωση του ιδιωτικού και της ιδιοκτησιακής αντίληψης για το κράτος δεν ανέχεται δημόσιους θεματοφύλακες κανόνων αδειοδότησης, λειτουργίας κι εργασιακών δικαιωμάτων. Δεν ανέχεται η λογιστική προσέγγιση της κοινωνίας το κοινωνικό κράτος», συμπληρώνει.
Επίσης, κατηγορεί την αξιωματική αντιπολίτευση για διγλωσσία, λέγοντας ότι αρνητική εντύπωση προκαλεί και το γεγονός πως ταυτόχρονα μ’ αυτήν την ιδεολογική γραμμή, οι βουλευτές της ΝΔ διαρκώς ασκούν κριτική στην κυβέρνηση για υποστελέχωση νοσοκομείων και δημοσίων υπηρεσιών στους νομούς τους.
«Την ίδια ακριβώς στιγμή που σε κάποιο έντυπο, τηλεοπτικό και ηλεκτρονικό μέσο η ηγεσία τους μάς κατηγορεί ότι διογκώνουμε το κράτος. Μονά-ζυγά, δηλαδή, δικά τους. Με την σοβαρότητα και την εγκυρότητα του δημόσιου λόγου, όμως, βαριά τραυματισμένη. Κι αυτή τους η διγλωσσία, αν και εξηγείται από τη σύγχυση στέρησης της εξουσίας, πολιτικά είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη».
Σε ερώτηση για πώς έχει μειώσει η σημερινή κυβέρνηση το κόστος του κράτους, η Όλγα Γεροβασίλη αναφέρει ότι το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που εφαρμόζεται απαντά στις παθογένειες του κράτους, όπως οι ρουσφετολογικές προσλήψεις, η ανορθολογική κατανομή του προσωπικού, οι υπερκοστολογήσεις, η έλλειψη διαλειτουργικότητας ψηφιακών συστημάτων, η αδυναμία ουσιαστικής ενσωμάτωσης των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών και η γραφειοκρατία.
Ως παραδείγματα προς αυτή την κατεύθυνση αναφέρει «το νέο σύστημα κινητικότητας και τα ψηφιακά περιγράμματα, τη χρήση ψηφιακών υπογραφών, τη διακίνηση εγγράφων σε ηλεκτρονική μορφή, τη αξιοποίηση υποδομών cloud με τη φιλοξενία ολοένα και περισσότερων πληροφοριακών συστημάτων του Δημοσίου σε ένα υπολογιστικό κέντρο».
Επίσης, προσθέτει, ότι η κυβέρνηση πορεύεται «στην κατεύθυνση εξορθολογισμού δομών και υπηρεσιών, ενίσχυσης των διοικητικών πράξεων με κανόνες διαφάνειας και σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία. Και, προφανώς, απέχει παρασάγγας απ’ την πρακτική που όλοι -και κυρίως το ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου- θυμόμαστε με αποστροφή, του πολλαπλασιασμού του αριθμού των εργαζομένων με τις αποδοχές τους και τη συνακόλουθη διαθεσιμότητα και απόλυσή τους».
Τέλος, αναφορικά με τις κατηγορίες της Ν.Δ. ότι έχουν γίνει προσλήψεις στο Δημόσιο με τη μορφή συμβάσεων ορισμένου χρόνου περισσότερες από όσες απαιτούνται, η υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης τονίζει ότι τις τελευταίες δεκαετίες «είχε στηθεί μια βιομηχανία συμβασιούχων ορισμένου χρόνου από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Αντί για την ορθολογική κάλυψη των πραγματικών αναγκών του Δημοσίου, προτιμήθηκε το εμπόριο ελπίδας με ομήρους εργαζόμενους, ανάλογα με τις πελατειακές ανάγκες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, εκτινάσσοντας έτσι τον αριθμό των συμβασιούχων. Το δικό μας μοντέλο είναι προσανατολισμένο στις σταθερές και μόνιμες σχέσεις εργασίας και οι προσλήψεις ορισμένου χρόνου να γίνονται εκεί όπου υπάρχουν εποχικές ανάγκες».
Επίσης, τονίζει, ότι όσον αφορά στον αριθμό του μόνιμου και του μη μόνιμου προσωπικού «τα σχετικά νούμερα είναι αναρτημένα στη Διαύγεια και είναι προσβάσιμα σε όλους. Αν μπει κάποιος στον κόπο απλά να τα δει, διαψεύδονται πλήρως οι ισχυρισμοί της αντιπολίτευσης. Και, φυσικά, πλεονάζον προσωπικό δεν υπάρχει στο Δημόσιο, πόσο μάλλον γιατροί όπως ισχυρίστηκε τελευταία ο πρόεδρος της Ν.Δ.».
«Με το σύγχρονο, ψηφιακό σύστημα οργανογραμμάτων και περιγραμμάτων εργασίας, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πού υπάρχουν πραγματικές ανάγκες και να καλύψουμε τα κενά, κάνοντας στοχευμένες προσλήψεις. Το ΕΣΚ εξορθολογίζει την ανακατανομή τού υπάρχοντος προσωπικού με αντικειμενικό τρόπο. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αναγκαία αναβάθμιση του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά, που περνούν από τη διαρκή αναβάθμιση των δεξιοτήτων του. Οι αντιπολιτευτικές κραυγές δεν είναι ικανές να αναστείλουν αυτή την προσπάθεια».
