Είκοσι τρεις ημέρες πριν ανοίξουν οι διπλές κάλπες των πρόωρων προεδρικών και βουλευτικών εκλογών στην Τουρκία, οι δημοσκοπήσεις στέλνουν αντικρουόμενα μηνύματα, θολώνοντας κι άλλο το ομιχλώδες πολιτικό τοπίο. «Δύο ακραία παραδείγματα είναι αυτές της Mediar, που δίνει 43,5% στον Ερντογάν στον πρώτο γύρο (των προεδρικών εκλογών), και της A&G που του δίνει 55%», έγραφε χθες στην αγγλόφωνη έκδοση της «Χουριέτ» ο διευθυντής της και έγκριτος πολιτικός αναλυτής, Μουράτ Γιετκίν.
«Εάν επιβεβαιωθεί η A&G», προσθέτει, «ο Ερντογάν θα εκλεγεί από τις 24 Ιουνίου, η κομματική συμμαχία του θα εξασφαλίσει πλειοψηφία στη Βουλή και, χωρίς πια διάκριση εξουσιών, θα εφαρμόσει τάχιστα και πλήρως το προεδρικό σύστημα που εγκρίθηκε οριακά στο δημοψήφισμα του 2017».
«Εάν αντίθετα επιβεβαιωθεί η Mediar, θα υπάρξει δεύτερος γύρος στις 8 Ιουλίου για την προεδρία μεταξύ του Ερντογάν και του Μουχαρέμ Ιντζέ, προεδρικού υποψηφίου του αντιπολιτευόμενου (κεμαλικού) CHP», ενώ στις βουλευτικές εκλογές της 24ης Ιουνίου «η κομματική συμμαχία υπό τον Ερντογάν θα χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντάς τον στην εκτελεστική εξουσία χωρίς τη δυνατότητα νομοθετικής στήριξης».
Πολλά θα εξαρτηθούν «από τα ποσοστά που θα συγκεντρώσουν το (αριστερό, φιλοκουρδικό) HDP και το (ισλαμιστικό) Κόμμα Ευτυχίας», παρατηρεί ο αρθρογράφος της «Χουριέτ», Γιουσούφ Κανλί, χαρακτηρίζοντας τα δύο κόμματα «καινούργιους ρυθμιστές του πολιτικού σκηνικού στη “νέα Τουρκία”». Κάτι για το οποίο πάντως «οι φύλακες» δείχνουν να «έχουν γνώσιν»…
Με συνοπτικές διαδικασίες, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας απέρριψε χθες προσφυγή του CHP για ακύρωση επτά άρθρων του νέου εκλογικού νόμου, για τα οποία το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατήγγειλε λίγο-πολύ ότι ανοίγουν τον δρόμο για ευρεία καλπονοθεία.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η δυνατότητα μεταφοράς ολόκληρων εκλογικών τμημάτων ή καλπών με την επίκληση λόγων ασφαλείας.
Ηδη το -ελεγχόμενο από την Αγκυρα- Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο ανακοίνωσε στις αρχές τις εβδομάδας την εφαρμογή του μέτρου σε συνολικά 19 νοτιοανατολικές επαρχίες, όπου πληθυσμιακά υπερτερούν οι Κούρδοι.
Η αγορά F-35
Στο μεσοδιάστημα, οι τουρκικές αρχές άσκησαν δίωξη σε περισσότερους από 100 πιλότους και χαμηλόβαθμους αξιωματικούς της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, που από την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 κι εντεύθεν υπηρετούν στο εξωτερικό και τώρα, δύο χρόνια μετά, κατηγορούνται ότι ανήκουν στην «τρομοκρατική οργάνωση FETÖ» του Φετουλάχ Γκιουλέν.
Σύμφωνα με τη φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Σαμπάχ», μεταξύ των κατηγορουμένων συγκαταλέγονται Τούρκοι αξιωματικοί που βρίσκονται στις ΗΠΑ για το πρόγραμμα των F-35 (η παράδοση των οποίων στην Αγκυρα παραμένει στον «αέρα»), καθώς και σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ελλάδα.
Μετά πάντως τις προχθεσινές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ότι η Αγκυρα θα αγοράσει από άλλες χώρες μαχητικά αεροσκάφη σε περίπτωση που οι ΗΠΑ δεν επιτρέψουν την παράδοση των F-35, το τουρκικό ΥΠΕΞ έριξε χθες τους τόνους, ανακοινώνοντας την επιστροφή στην Ουάσινγκτον του Τούρκου πρέσβη Σερντάρ Κιλίτς.
Αυτό, ενώ συμπληρώνονταν δύο εβδομάδες από την ανάκλησή του για διαβουλεύσεις μετά τη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ και ενόψει της προγραμματισμένης για τις 4 Ιουνίου συνάντησης του Τσαβούσογλου με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάικ Πομπέο, στην Ουάσινγκτον, με «καυτή» ατζέντα: από τα ανοιχτά μέτωπα στις τεταμένες αμερικανο-τουρκικές σχέσεις και την αγορά από την Αγκυρα των ρωσικών S-400 έως το Συριακό.
Ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσκλησης μετεκλογικά του Τούρκου προέδρου στο Βερολίνο άφησε χθες εν τω μεταξύ η αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος της Γερμανίας, Μαρτίνα Φιτς, ουσιαστικά «αδειάζοντας» τον Τσαβούσογλου που από γερμανικού εδάφους είχε σπεύσει στις αρχές της εβδομάδας να προαναγγείλει πρόσκληση της Ανγκελα Μέρκελ προς τον Ταγίπ Ερντογάν μετά το κλείσιμο της κάλπης της 24ης Ιουνίου…
