Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για πολλά χρόνια στη διάρκεια του 20ού αιώνα η Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου δεν ήταν γνωστή μόνο ως γιορτή των ερωτευμένων, αλλά ως «η ημέρα της σφαγής» στο Σικάγο των ΗΠΑ.

Εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό της 14ης Φεβρουαρίου 1929 τέσσερις ένοπλοι, από τους οποίους οι δύο φορούσαν στολές αστυνομικών, εισέβαλαν σε ένα γκαράζ, όπου βρίσκονταν εφτά άντρες, σχεδόν όλοι μέλη της συμμορίας του Αντελαρντ Κούνιν, γνωστότερου ως Τζορτζ Μοράν ή «Κοριός».

Οι εισβολείς διέταξαν τους άντρες να σηκωθούν και να παραταχθούν με το πρόσωπο στραμμένο σε έναν ασβεστωμένο τοίχο. Δεν υπήρξε αντίσταση.

Πιθανόν οι άντρες του Μοράν να πίστεψαν ότι ήταν μια συνηθισμένη έφοδος της αστυνομίας, που θα τελείωνε με την κατάσχεση μερικών μπουκαλιών με ουίσκι.

Ωστόσο, πριν προλάβουν να σκεφτούν οτιδήποτε άλλο, δύο αυτόματα όπλα, ένα πιστόλι και ένα περίστροφο, άρχισαν να τους «γαζώνουν».

Η εφημερίδα «New York Times» έγραψε ότι ήταν «η πιο ψυχρή σφαγή συμμοριών στην ιστορία του υπόκοσμου αυτής της πόλης».

Οταν έφτασε η αστυνομία, συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από 160 κάλυκες από το γεμάτο αίματα τσιμεντένιο δάπεδο, όπως έγραφε η έκθεση αυτοψίας που συνόδευε τις ιατροδικαστικές εκθέσεις και βρέθηκαν, προ τριετίας, τυχαία σε μια αποθήκη της τοπικής Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας.

Μετά τη «Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου» (St. Valentine’s Day Massacre), όπως έμεινε γνωστή αυτή μέρα, και τον αποδεκατισμό της συμμορίας του Μοράν, ο διαβόητος Αλ Καπόνε ή «Σημαδεμένος» κυριάρχησε σε όλο το Σικάγο.

Στη πραγματικότητά όμως αυτό ήταν η αρχή του τέλους και του ιταλικής καταγωγής γκάνγκστερ, ο οποίος μπορεί να κατάφερε να εξαφανίσει όλα τα εναντίον του αποδεικτικά στοιχεία, αλλά οι αρχές άρχισαν να κινούνται μεθοδικά για τη σύλληψή του για άλλες υποθέσεις.

Οι δύο πρωταγωνιστές, ο Μοράν και ο Καπόνε, είχαν υπό τον έλεγχό τους όλες τις παράνομες δραστηριότητες στο Σικάγο εξουσιάζοντας ο πρώτος το βόρειο τμήμα της πόλης και ο δεύτερος το νότιο.

Η «πίτα» είχε μεγαλώσει μετά την ποτοαπαγόρευση, που επιβλήθηκε το 1920. Η παράνομη παραγωγή και πώληση αλκοολούχων ποτών ήταν πιο αποδοτική από την «προστασία», τον «τζόγο» και το λαθρεμπόριο καπνού.

Υπολογίζεται μάλιστα ότι ο «Σημαδεμένος», που ήλεγχε και τη πορνεία, έφτασε να έχει ετήσια έσοδα της τάξης των 60 εκατομμυρίων δολαρίων!

Ο «Κοριός», παιδί μιας οικογένειας Γάλλων μεταναστών που σε ηλικία 21 χρονών είχε φυλακιστεί ήδη τρεις φορές, μιλούσε περιφρονητικά για τον Καπόνε λόγω της ενασχόλησής του με την πορνεία.

Ομως ο «Σημαδεμένος» είχε πολύ περισσότερες διασυνδέσεις εξαγοράζοντας αστυνομικούς και δικαστές και μεγάλο λαϊκό έρεισμα εξαιτίας των αγαθοεργιών του.

Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1924 οι αρχές του Σικάγο μετρούσαν 16 δολοφονίες σχετικές με τις συμμορίες, έφτασαν το 1929 τις 64!

Η σύγκρουση είχε γίνει «μετωπική». Ο Μοράν και οι άντρες του επιχείρησαν να σκοτώσουν τον Καπόνε ενώ έτρωγε στο εστιατόριο ενός ξενοδοχείου.

Ομως, παρότι έριξαν περισσότερες από 1.000 σφαίρες, ο «Ιταλός» κατάφερε να ξεφύγει.

Λέγεται πως ανήσυχος ο Καπόνε επιχείρησε να έρθει σε μια συμφωνία με τη συμμορία του βόρειου τομέα, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ταυτόχρονα έμαθε πως ο Μοράν έδινε αμοιβή 50.000 δολάρια σε όποιον τον σκότωνε. Ετσι αποφάσισε να «ακυρώσει» το εναντίον του «συμβόλαιο» και ταυτόχρονα να εκδικηθεί τον θάνατο δύο στενών συνεργατών του. Στόχος δεν ήταν ο αποδεκατισμός της συμμορίας αλλά η εξόντωση του Μοράν.

Το σχέδιο επεξεργάστηκε το πρωτοπαλίκαρο του Καπόνε, Βιτσέντζο Γκιμπάλντι, γνωστός με το ψευδώνυμο Τζακ Μακ Γκαρν και με το παρατσούκλι «πολυβόλο», και υλοποιήθηκε από μέλη άλλων μικρότερων ομάδων, όπως η «Μοβ συμμορία» του Ντιτρόιτ.

Σύμφωνα με αυτό, θα έκλειναν ραντεβού με τον Μοράν σε μέρος της επιλογής του με δέλεαρ ένα φορτίο ακριβό ουίσκι.

Οι άνθρωποι του Καπόνε μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς θα αναλάμβαναν τα υπόλοιπα.

Ο Μοράν «τσίμπησε» το δόλωμα και η συνάντηση ορίστηκε για τις 10.30 το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου στο γκαράζ της εταιρείας S.M.C. Cartage Company, στην οδό Κλάρκ 2122, στο βόρειο Σικάγο, όπου στάθμευαν τα φορτηγά του.

Τέσσερις άντρες του Καπόνε έφτασαν με δύο αυτοκίνητα, που έμοιαζαν με περιπολικά. Κατ’ άλλες πηγές το ένα, μια μαύρη «Κάντιλακ», ήταν κλεμμένο περιπολικό.

Οι δύο άντρες φορούσαν στολή αστυνομικού και άλλοι δύο ήταν με πολιτικά. Στη γύρω περιοχή είχαν ακροβολιστεί δεκάδες συνεργάτες τους, τσιλιαδόροι κ.λπ

Καθώς πλησίαζε η ώρα του ραντεβού, μπήκε στο γκαράζ ένας σωματώδης άντρας που έμοιαζε με τον Μοράν. Ομως ήταν ο βοηθός λογιστή της «βόρειας συμμορίας» και ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου, Αλμπερτ Γουέινσακ (Albert Weinshank).

Οι «αστυνομικοί» νομίζοντας ότι έφτασε ο στόχος τους αποφάσισαν να δράσουν. Με καταδρομική επιχείρηση αιφνιδίασαν τα εφτά άτομα που βρίσκονταν μέσα και τους διέταξαν να σταθούν με την πλάτη στον τοίχο.

Αμέσως εισέβαλαν και οι άλλοι δύο με τα πολιτικά και, χωρίς δεύτερη κουβέντα, τους γάζωσαν με τα όπλα τους.

Οι περίοικοι άκουσαν τους παρατεταμένους πυροβολισμούς και ειδοποίησαν την αστυνομία. Οπως έλεγαν μάρτυρες, είδαν δύο άτομα με πολιτικά να βγαίνουν από το γκαράζ με ψηλά τα χέρια και να ακολουθούν δύο ένοπλοι «αστυνομικοί».

Ολοι μαζί μπήκαν στο ένα αυτοκίνητο και εξαφανίστηκαν.

Προφανώς ήταν και αυτό μέρος της «σκηνοθεσίας», ώστε να φύγουν όλοι ανενόχλητοι και, όπως φαίνεται από δημοσιεύματα, να υπάρχει τις πρώτες ώρες η αίσθηση ότι είχε γίνει στο γκαράζ επιχείρηση από πραγματικούς αστυνομικούς, ίσως διεφθαρμένους.

Οταν έφτασαν οι εκπρόσωποι του νόμου, βρήκαν στον τόπο του μακελειού έξι πτώματα πισώπλατα χτυπημένα.

Ο έβδομος, ο Φρανκ Γκούζενμπεργκ (Frank Gusenberg), παρότι είχε δεχτεί 14 σφαίρες ήταν ακόμα ζωντανός.

Μεταξύ των αστυνομικών ήταν και ένας που είχε μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά με τους αδελφούς Γκούζενμπεργκ και αμέσως αναγνώρισε τον Φρανκ.

Σκύβοντας πάνω του τον ρώτησε: «Ποιος σε πυροβόλησε;»

Ο Γκούζενμπεργκ ακολουθώντας τον «νόμο της σιωπής» απάντησε: «Κανένας… κανείς δεν με πυροβόλησε».

Ο τραυματίας διακομίστηκε στο νοσοκομείο, όπου πήγε και ο αστυνομικός που τον ρώτησε ξανά ποιος τον πυροβόλησε. Ο Γκούζενμπεργκ και πάλι δεν απάντησε. Λίγο αργότερα άφησε την τελευταία πνοή του, χωρίς να έχει παραβιάσει την «ομερτά».

Εκτός από τον γερμανικής καταγωγής Φρανκ Γκούζενμπεργκ, στα θύματα της επίθεσης συγκαταλέγονται ο αδελφός του Πίτερ, ο Αλμπερτ Κάτσλεκ με το ψευδώνυμο Τζέιμς Κλαρκ, ο Ανταμ Χάιερ, ιδιοκτήτης του γκαράζ, και ο Γουέινσακ.

Οι παραπάνω ήταν γνωστά μέλη της «βόρειας συμμορίας». Μαζί τους εκτελέστηκαν άλλα δύο άτομα, που δεν ήταν σεσημασμένοι: ο ένας ήταν ο οπτικός Ρέινχαρτ Σκουίμερ, ο οποίος ακολουθούσε τη συμμορία γοητευμένος από τους κινδύνους της ζωής των γκάνγκστερ και, όπως κατέθεσε αργότερα η μητέρα του, είχε γνωρίσει τον Μοράν όταν του πούλησε γυαλιά και είχε πάει μαζί του σε μερικούς αγώνες μπέιζμπολ.

Ο άλλος ήταν ο μηχανικός αυτοκινήτων Τζον Μέι, που μάλλον βρέθηκε «τη λάθος ώρα στο λάθος μέρος», καθώς είχε κληθεί να πάει για να επιδιορθώσει ένα αυτοκίνητο.

Η είδηση της σφαγής συγκλόνισε τις ΗΠΑ. «Αιματηρά σύγκρουσις κακούργων εντός του Σικάγου» έγραφε, στις 15 Φεβρουαρίου 1929, η ομογενειακή εφημερίδα της Νέας Υόρκης, «Εθνικός Κήρυξ», η οποία στο ρεπορτάζ σημείωνε ότι «εν όνομα ανεπήδησε κατά την έρευναν της αστυνομίας, σήμερον, το όνομα του Αλφόνσου Καπόνι, του περιβόητου αρχισυμμορίτου».

Λίγες μέρες αργότερα ο Τζορτζ Μοράν μιλώντας στους δημοσιογράφους παραβίαζε τους άγραφους νόμους και δήλωνε ότι «μόνο ο Καπόνε σκοτώνει έτσι».

Ομως ο Αλ Καπόνε είχε ακλόνητο άλλοθι, καθώς όχι μόνο φρόντισε να βρίσκεται στο σπίτι του στη Φλόριντα, αλλά το πρωί της μοιραίας μέρας είχε κανονίσει εκεί συνάντηση με έναν δικηγόρο ενισχύοντας τη θέση του και με μια μαρτυρία.

Επίσης άλλοθι είχε φροντίσει να έχει και το πρωτοπαλίκαρό του Τζακ ΜακΓκαρν.

Οι έρευνες των αρχών δυσκολεύονταν από την απροθυμία των αυτοπτών μαρτύρων να καταθέσουν. Ομως προς στιγμήν φάνηκε ένα… φως, όταν ένας οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, ονόματι Ελμερ Λιούις, εμφανίστηκε στην Αστυνομία και είπε πως λίγα λεπτά πριν από τη σφαγή πέρασε κοντά από την είσοδο του γκαράζ και είδε τον οδηγό του σταθμευμένου οχήματος, που έμοιαζε με περιπολικό.

Οπως είπε ο Λιούις, ο οδηγός του «περιπολικού» φορούσε στολή αστυνομικού και του έλειπε ένα μπροστινό δόντι.

Η περιγραφή ταίριαζε απόλυτα με έναν γνωστό κακοποιό, που λεγόταν Φρέντ Μπουρκ ή «Φονιάς» (Fred «Killer» Burke).

Ωστόσο ο Μπουρκ, που συνήθιζε να φοράει αστυνομικές στολές όταν έκανε ληστείες, είχε εξαφανιστεί.

Ενας άλλος ύποπτος που είχε εντοπιστεί από την αστυνομία, ο Τζον Σκαλίζε (John Scalise) δολοφονήθηκε τρεις μήνες μετά τη σφαγή από τον Καπόνε, πριν οδηγηθεί σε δίκη.

Η υπόθεση φαινόταν ότι έκλεινε, όταν ένα ασήμαντο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 14 Δεκεμβρίου 1929 στον δρόμο για τον Αγιο Ιωσήφ του Μίσιγκαν, ανέτρεψε τα ποινικά δεδομένα.

Το τροχαίο έγινε περίπου στις 7.30 το βράδυ σε μια διασταύρωση. Είχαν συγκρουστεί ελαφρά το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Φόρεστ Κουλ και επέβαινε η γυναίκα του και η μικρή κόρη τους με το αυτοκίνητο του… Φρεντ Νταν, ενός απομονωμένου ιδιοκτήτη μιας εξοχικής κατοικίας που είχε φτάσει τους τελευταίους μήνες στην πόλη.

Ο «Νταν», που φαινόταν να έχει καταναλώσει αλκοόλ, προθυμοποιήθηκε να πληρώσει τη ζημιά και συμφώνησε με τον Φόρεστ Κουλ να κατευθυνθούν στο κέντρο της πόλης για να «χαλάσει» υψηλής αξίας χαρτονομίσματα.

Πραγματικά οι δύο άντρες ξεκίνησαν με τ’ αυτοκίνητά τους, αλλά κάποια στιγμή ο «Νταν» επιτάχυνε και χάθηκε.

Ο Κούλ σταμάτησε τον νεαρό αστυνομικό Τζόζεφ Τσαρλς Σκάλαϊ (Skalay) και του εξήγησε τι συνέβη.

Τότε εμφανίστηκε το άλλο αυτοκίνητο και μετά από σύντομη καταδίωξη ακινητοποιήθηκε σε ένα ερημικό σημείο.

Ο αστυνομικός πλησίασε και ξαφνικά ο οδηγός έβγαλε ένα «45άρι» και πυροβόλησε τρεις φορές.

«Ο Σκάλαϊ πέθανε χωρίς να μάθει ποτέ ποιος ήταν ο πραγματικός ρόλος του στην ιστορία του πολέμου των συμμοριών» αναφέρει ένας ιστορικός ερευνητής.

Ο δράστης ξέφυγε, αλλά τα στοιχεία που άφησε πίσω του αποκάλυψαν ότι πίσω από το ψευδώνυμο «Φρεντ Νταν» βρισκόταν ο Φρέντ Μπουρκ.

Ακολούθησε έρευνα στο σπίτι του και μέσα σε μια ντουλάπα βρήκαν δύο αυτόματα όπλα, τα οποία διαπιστώθηκε ότι είχαν χρησιμοποιηθεί στη «σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου».

Δυστυχώς όμως εκτός από αυτά δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία για να καταδικαστεί ο Μπουρκ για την εμπλοκή του στη σφαγή και έτσι η υπόθεση παραμένει μέχρι σήμερα «ανοιχτή» για τις αρχές.

Ο τόπος του εγκλήματος (2122 Ν. Clark Street) έγινε τουριστική ατραξιόν μέχρι το 1967, οπότε η αποθήκη κατεδαφίστηκε.

Ο αιματοβαμμένος τοίχος της εκτέλεσης αποσυναρμολογήθηκε τούβλο τούβλο και πουλήθηκε σε δημοπρασία στον Καναδό επιχειρηματία Τζορτζ Πάτεϊ, ο οποίος τον ξανάχτισε μέσα στο μπαρ που διατηρούσε στο Βανκούβερ του Καναδά.

Ο ίδιος όταν έκλεισε το μπαρ πούλησε κομμάτια προς 1.000 δολάρια το ένα!

Στη μεγάλη οθόνη το μακελειό αποτέλεσε τμήμα της δράσης στις ταινίες «Μερικοί το προτιμούν καυτό» του Μπίλι Γουάιλντερ (1959) και «Σημαδεμένος» (1932) και το κύριο θέμα της ταινίας του Ρότζερ Κόρμαν «Νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου» (1967).

Τέλος, η «Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου» ενέπνευσε μουσικούς, όπως τον Τζέιμς Τέιλορ («Valentine’s Day») και τον ράπερ 50 Cent («The Massacre», άλμπουμ του 2005).

Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης

Αλφόνσο Γκάμπριελ Καπόνε, γνωστός ως Αλ Καπόνε (1899-1947)

Υστερα από τη «Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου» η αστυνομία άρχισε συστηματικές προσπάθειες για τη σύλληψή του.

Τον Μάιο του 1929 συνελήφθη για παράνομη οπλοφορία, καταδικάστηκε σε διετή κάθειρξη, αλλά αποφυλακίστηκε εννέα μήνες αργότερα λόγω καλής διαγωγής.

Υστερα από πολύχρονες έρευνες του επιθεωρητή Ουίλσον, ο Καπόνε καταδικάστηκε, το 1931, σε κάθειρξη 10 ετών για φοροδιαφυγή. Ενα χρόνο αργότερα μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ατλάντα και στη συνέχεια στο φοβερό Αλκατράζ. Λίγο μετά το 1935 εμφάνισε συμπτώματα συφιλιδικής παράνοιας και άρχισε να νοσηλεύεται σε νοσοκομείο.

Αποφυλακίστηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1939, αφού πλήρωσε 37.617,51 δολάρια και αποσύρθηκε στο κτήμα του στη Φλόριντα. Απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς στις 25 Ιανουαρίου 1947.

Αντελαρντ Κούνιν, γνωστός ως Τζορτζ Μοράν ή «Κοριός» (1893-1957)

Μετά τον αποδεκατισμό της συμμορίας του κατόρθωσε, με όσους είχαν απομείνει, να κρατήσει τον έλεγχο της επικράτειάς του μέχρι το τέλος της ποτοαπαγόρευσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Βέβαια «η συμμορία του βόρειου τομέα» δεν ανέκτησε ποτέ πλήρως τη δύναμή της ή την προηγούμενη θέση της στον υπόκοσμο του Σικάγου.

Ο Μοράν έφυγε τελικά από την περιοχή και για να εξασφαλίσει τα προς το ζην επιδόθηκε σε απάτες και μικροληστείες.

Στις 30 Απριλίου 1939 καταδικάστηκε για μια απάτη και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου 1943.

Αποφυλακίστηκε και αργότερα καταδικάστηκε δύο φορές σε πολυετείς καθείρξεις για ληστείες. Πέθανε στις 25 Φεβρουαρίου 1957, σε ηλικία 63 ετών, σε φυλακή του Κάνσας.

Βιτσέντζο Αντόνιο Γκιμπάλντι, γνωστός ως Τζακ ΜακΓκαρν ή «πολυβόλο» (Vincenzo Antonio Gibaldi ή Jack McGurn ή «Machine Gun», 1902-1936)

Ο ΜακΓκαρν θεωρείται ο εμπνευστής του σχεδίου της «Σφαγής της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου», αν και αυτό δεν αποδείχτηκε ποτέ. Ωστόσο το 1930 αναγκάστηκε ν’ απομακρυνθεί από τον υπόκοσμο, καθώς δημοσιεύτηκε μια λίστα της Επιτροπής Εγκληματικότητας του Σικάγου με τους 28 πιο επικίνδυνους κακοποιούς και το όνομά του φιγουράριζε στην τέταρτη θέση. Ετσι ο παλιός ερασιτέχνης πυγμάχος, με τον πολύ καλό συντονισμό χεριού-ματιού, επιχείρησε να κάνει καριέρα ως επαγγελματίας παίκτης του γκολφ.

Από το 1933 και μετά βρέθηκε φτωχός και εγκαταλειμμένος και στις 15 Φεβρουαρίου 1936, μία μέρα μετά την έβδομη επέτειο της «Σφαγής της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου», τρεις άντρες με πιστόλια τον σκότωσαν μέσα σε ένα μπόουλινγκ στο Σικάγο.

Οι δράστες παραμένουν άγνωστοι αλλά θεωρείται βέβαιο ότι η δολοφονία του ήταν πράξη αντεκδίκησης για τη «μεγάλη σφαγή», καθώς οι δολοφόνοι έριξαν φεύγοντας μια κάρτα του Αγίου Βαλεντίνου με ένα σημείωμα.

Ο Φρεντ Μπουρκ ή «Φονιάς» (Fred «Killer» Burke, 1893-1940)

Ηταν ληστής και πληρωμένος εκτελεστής. Ωστόσο χάρη σε συνεχείς αλλαγές ταυτότητας κατάφερνε για χρόνια να ξεφεύγει από τον νόμο.

Μετά τη «Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου» εγκαταστάθηκε στον Αγιο Ιωσήφ του Μίσιγκαν με το όνομα Φρεντ Νταν.

Επειτα από τη δολοφονία του αστυφύλακα Σκάλαϊ άλλαξε το όνομά του σε Ρίτσαρντ Φ. Γουάιτ και εγκαταστάθηκε στην αγροτική περιοχή στα βόρεια του Μισούρι, όπου παντρεύτηκε.

Στις 26 Μαρτίου 1931 ένας ερασιτέχνης ντετέκτιβ εντόπισε ότι πίσω από τον κ. Ρίτσαρντ Φ. Γουάιτ βρισκόταν ο καταζητούμενος Φρεντ Μπουρκ, ο οποίος συνελήφθη ειρηνικά χωρίς αντίσταση.

Παρότι αναζητούνταν για παράνομες πράξεις σε πολλές Πολιτείες, οι αρχές αποφάσισαν να οδηγηθεί στο Μίσιγκαν και να δικαστεί για τη δολοφονία του αστυνομικού Σκάλαϊ.

Λίγο πριν από την έκδοση της απόφασης ο Μπουρκ είπε στο δικαστήριο: «Λυπάμαι που σκότωσα αυτό το νεαρό αγόρι».

Αυτή ήταν η μόνη ομολογία που έκανε ποτέ. Δεν μίλησε ποτέ για τη «Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου» ή οποιοδήποτε άλλο έγκλημα.

Πέθανε από ανακοπή καρδιάς στη φυλακή στις 10 Ιουλίου 1940. Αργότερα θα διαπιστωθεί ότι και το Μπουρκ ήταν ψευδώνυμο. Το πραγματικό όνομά του ήταν Τόμας Καμπ (Thomas Camp).