Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δικαιώθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας δανειολήπτρια κατασκευαστική εταιρεία, σε βάρος της οποίας τράπεζα είχε καταγγείλει την πιστωτική σύμβαση και είχε προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτου στο Σύνταγμα.

Το δικαστήριο με σημαντική απόφασή του σώζει στο παρα πέντε από… τα νύχια της τράπεζας το ακίνητο της εταιρείας, γιατί η τράπεζα τήρησε προσχηματικά τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, ενώ με αυστηρό ύφος επικρίνει τις ενέργειές της επισημαίνοντας ότι, «αν και είχε υποχρέωση, δεν προέβη ούτε σε κατάλληλη λύση ρύθμισης, ούτε σε κατάλληλη πρόταση οριστικής διευθέτησης και απέρριψε χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της εταιρείας, τηρώντας προσχηματικά τον Κώδικα Δεοντολογίας και ενεργώντας καταχρηστικά κατά παράβαση όλων των κανόνων, δεοντολογίας, συναλλακτικών ηθών κ.λπ.».

Στην απόφαση, επισημαίνεται ότι η τράπεζα οφείλει, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κώδικα, να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια συνεργασίας με τον δανειολήπτη.

Το ιστορικό έχει ως εξής: η εταιρεία το 2007 συνήψε χρηματοδοτική μίσθωση με χρηματοδοτικό ίδρυμα με αντικείμενο ακίνητο στο Σύνταγμα, που αποτελούσε και την έδρα της.

Μέσα σε μια τετραετία η εταιρεία αντιμετώπισε προβλήματα ρευστότητας. Ζήτησε και πέτυχε διευκόλυνση και τροποποίηση του αρχικά συμφωνηθέντος προγράμματος αποπληρωμής λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης.

Το 2016 η εταιρεία επανήλθε στην τράπεζα, πρότεινε μια βιώσιμη λύση και «εξασφάλισε την αποπληρωμή των μισθωμάτων μέσω τρίτου απολύτως φερέγγυου υπομισθωτή».

Η τράπεζα δέχτηκε την υπομίσθωση τρίτου, πλην όμως απαίτησε την καταβολή άπαξ όλων των ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ γνώριζε ότι ήταν αδύνατη η καταβολή τους, κινώντας διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ανακοπής της εταιρείας, ακύρωσε τον τίτλο εκτέλεσης και διέταξε την επαναφορά του ακινήτου στην εταιρεία.

Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η εταιρεία δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, διότι αυτές είχαν καταστεί «ιδιαίτερα επαχθείς και το συμφωνηθέν αντάλλαγμα καταχρηστικά υπέρμετρο σε σχέση με την αντιπαροχή».