Σε πρώτη ανάγνωση, ο Ταγίπ Ερντογάν ποτέ δεν ήταν ισχυρότερος απ’ ό,τι σήμερα: όχι μόνον κατάφερε να επιβιώσει από το στρατιωτικό πραξικόπημα-οπερέτα του Ιουλίου 2016, αλλά και εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη συγκυρία για να (εκ-)καθαρίσει το εσωτερικό πολιτικό τοπίο από κάθε σοβαρό ανταγωνιστή, περιλαμβανομένου και του περίφημου derin devlet, του κεμαλικού «βαθέος κράτους».
Σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά το κακοσχεδιασμένο «κίνημα», οι τουρκικές φυλακές αντιλαλούν από τις οιμωγές 50.000 αντιπάλων του, πραγματικών ή φανταστικών, ενώ άλλοι 100.000 δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν ή τέθηκαν σε διαθεσιμότητα.
Ο στρατός και το δικαστικό σώμα, οι δύο κατ’ εξοχήν «ενοχλητικοί» για τον Ερντογάν θεσμοί, έχουν χάσει λόγω των διώξεων μεγάλο μέρος της ισχύος τους, τα ανυπάκουα ΜΜΕ έκλεισαν ή αναγκάστηκαν να αλλάξουν γραμμή και να δοξάζουν νυχθημερόν τον αφέντη και η φιλοδυτική κεμαλική αντιπολίτευση (CHP) έχει «λουφάξει».
Η εξέγερση των Κούρδων στη νοτιοανατολική Τουρκία συντρίφτηκε με στρατιωτικά μέσα, οι ακτιβιστές του πάρκου Γκεζί –το άνθος της τουρκικής νεολαίας– τσακίστηκαν με φυλακίσεις και βασανιστήρια, και το μοναδικό αριστερό, φιλοκουρδικό κόμμα της χώρας (HDP) έχει πρακτικά τεθεί εκτός νόμου, με τόσα στελέχη του πίσω από τα σίδερα.
Συμμαχία με τους «Γκρίζους Λύκους»
Το σημαντικότερο είναι πως στη χώρα έχει επιβληθεί ένα ημιμόνιμο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που ανανεώνεται αυτόματα και επιτρέπει στον Ερντογάν να κυβερνά με διατάγματα, ως ντε φάκτο «δικτάτορας με δημοκρατικό μανδύα»: και η πρόσφατη συμμαχία του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) με τους «Γκρίζους Λύκους» του εθνικιστικού ΜΗΡ, σε συνδυασμό με τις πρωτοφανείς υπερεξουσίες που θα απολαμβάνει ο επόμενος πρόεδρος και εγκρίθηκαν με δημοψήφισμα από τον παραζαλισμένο τουρκικό λαό το 2017, επιτρέπουν θεωρητικά στον Ερντογάν να γίνει σουλτάνος… και με τη βούλα, (ότ)αν κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του 2019.
Εχοντας κυριαρχήσει –έστω και με το αίμα και τη βία– απόλυτα στο εσωτερικό της Τουρκίας, ο αυταρχικός Ερντογάν έχει «απασφαλίσει», το τελευταίο ιδίως διάστημα, εντελώς και στην εξωτερική πολιτική. Πάνε οριστικά οι εποχές του δόγματος της «μαλακής ισχύος» και των σχέσεων καλής γειτονίας του καθηγητή Νταβούτογλου.
Το νέο δόγμα είναι άκρως επιθετικό και φιλοπόλεμο, καθώς ο φέρελπις «σουλτάνος» δεν ακούει πια κανέναν από τους παραδοσιακούς συμμάχους του και απειλεί τους πάντες και τα πάντα, εισβάλλοντας στα κουρδικά καντόνια της βόρειας Συρίας, αποκλείοντας από ξηρά και θάλασσα τους Κούρδους του Ιράκ, εμποδίζοντας το ιταλικό γεωτρύπανο να κάνει τη δουλειά του στην κυπριακή ΑΟΖ και αυξάνοντας συνεχώς το θερμόμετρο των διεκδικήσεων και των παραβιάσεων στο Αιγαίο.
Ποια ευρωπαϊκή προοπτική;
Ταυτόχρονα, το… σουλτανάτο της Αγκυρας τραβάει συνεχώς το σκοινί της αντιπαράθεσης με την κατ’ εξοχήν προστάτιδα δύναμη της Τουρκίας, τις Ηνωμένες Πολιτείες, με αφορμή τη «φιλοξενία» που αυτές παρέχουν στον Γκιουλέν και τους Κούρδους, ενώ στο ναδίρ παραμένουν και οι σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ενωση, περιλαμβανομένων και παραδοσιακών φιλοτουρκικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, όπως η Γερμανία, η Βρετανία και η Γαλλία.
Μόνο τον λυκο- σύμμαχο (και μέχρι πρότινος «εχθρό») Πούτιν δείχνει πλέον να υπολογίζει κάπως ο Ερντογάν, άντε και τους Ιρανούς και το… αδελφό Κατάρ – όλοι οι άλλοι αντιμετωπίζονται ως δυνάμει αντίπαλοι, που υπονομεύουν συστηματικά το μεγαλειώδες πεπρωμένο της Τουρκίας.
Οπως δήλωσε πρόσφατα ένας υψηλόβαθμος Τούρκος αξιωματούχος στην Guardian, «ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά για εμάς ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν έχει τελειώσει ακόμη»: εννοείται για τους μετα-Οθωμανούς όψιμους ιμπεριαλιστές, που αμφισβητούν ευθέως τη Συνθήκη της Λωζάννης, το Σύμφωνο Σάικς-Πικό και συνολικά το (ομολογουμένως παράλογο, «οριενταλιστικό» στη ματιά του και εξόφθαλμα αποικιοκρατικό στους σκοπούς του) στάτους κβο ενός αιώνα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, από το Χατάι ώς τη Μοσούλη, αλλά δευτερευόντως και προς Δυσμάς, από την Κύπρο και το Αιγαίο ώς τα δυτικά Βαλκάνια…
«Βιετνάμ» στο Αφρίν
Ομως η δράση γεννάει αντίδραση και η ερντογανική «follie de grandeur» συναντά ήδη τα όριά της στα υψώματα του Αφρίν, όπου ο προαναγγελθείς από τον ίδιο «περίπατος» («σε δέκα ώρες θα είμαστε στο Αφρίν», κόμπαζε πριν από… ενάμιση μήνα) εξελίσσεται σε «μικρό Βιετνάμ» χάρη στην ψυχωμένη κουρδική αντίσταση.
Και η αντίσταση στα σχέδιά του δεν περιορίζεται στο Κουρδιστάν, αλλά επεκτείνεται ήδη τόσο στα σαλόνια της διεθνούς διπλωματίας (όπου η Τουρκία αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως επιθετικό κράτος-παρίας) και –το κυριότερο– μέσα στην ίδια την καθημαγμένη από τον φόβο τουρκική κοινωνία, το προοδευτικότερο και «κοσμικότερο» κομμάτι της οποίας ασφυκτιά από την αδιάκοπη πολιτική, πολιτισμική και πρωτίστως οικονομική οπισθοδρόμηση και απομόνωση.
Οικονομία, στράτευμα
Το βασικότερο πρόβλημα του Ερντογάν, η αχίλλειος πτέρνα του αν προτιμάτε, είναι η τουρκική οικονομία, η «Τίγρη της Εγγύς Ανατολής» όπως την περιέγραφαν μέχρι πρόπερσι οι δυτικοί οικονομολόγοι, αιμορραγεί, με τις ξένες επενδύσεις και τον τουρισμό να μειώνονται συνεχώς λόγω της αστάθειας, τη λίρα να υποχωρεί διαρκώς και την ανεργία και τον πληθωρισμό να καλπάζουν με 13% και 12% αντίστοιχα το 2017 – αν και τα πραγματικά μεγέθη είναι σίγουρα μεγαλύτερα από τα επίσημα.
Οπως σωστά είπε πέρσι ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, «είναι λογικό να νιώθουν ανασφάλεια και να φεύγουν οι ξένοι επενδυτές από μια χώρα όπου δεν υφίστανται πλέον νόμος, δικαιοσύνη και ελευθεροτυπία». Και δεν είναι μόνον οι επενδυτές – ακόμη και η τουρκική αγροτιά, η «ραχοκοκαλιά» του Ερντογάν και του ΑΚΡ σε όλες τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, διαμαρτύρεται πλέον έντονα για τις πολύ χαμηλές τιμές των εμπορευμάτων της και το «μπλοκάρισμα» της πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.
Αυτή η ασθμαίνουσα οικονομία, όπως και οι αποψιλωμένες από έμπειρα στελέχη ένοπλες δυνάμεις δεν μπορούν να υποστηρίξουν για πολύ τα μεγαλεπήβολα επεκτατικά σχέδια του «κατακτητή» Ερντογάν, ο οποίος, αντί να «μαζευτεί» κάπως στα πραγματικά του γράδα, αυτά μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης, και να λειτουργήσει επιτέλους ως ορθολογικός παίκτης απέναντι στα «μεγάλα κανόνια» που πρωταγωνιστούν στο συνεχιζόμενο γεωπολιτικό «Great Game», επιμένει στον τυφλό τσαμπουκά του «μόνος μου κι όλοι σας» – μια απόπειρα «φυγής προς τα εμπρός» από τα αδιέξοδά του που πολλοί, ανάμεσά τους και ο γράφων, πιστεύουν με βεβαιότητα ότι θα πληρώσουν ακριβά τόσο ο ίδιος και η πειθήνια «αυλή» του, αλλά και ο τουρκικός λαός συνολικά.
