ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βέλτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αφήνοντας, λοιπόν, τα δυόμισι γενναιόδωρα «αστεράκια» της κριτικής της Λουίζας Αρκουμανέα για τη χάρτινη κορόνα των εβδομαδιαίων της bal des têtes στη LIFO, ας πω κι εγώ δυο πραγματάκια, εν είδει χαιρετισμού, για την παράσταση του Μαρμαρινού.

Λέω, «χαιρετισμού», διότι θεωρώ κοινοτοπία να γράφω για τις σκηνοθεσίες του Μαρμαρινού, ενώ αυτό που επιθυμώ, όταν βλέπω τις αλγοριθμικές παραστάσεις του, είναι να προσπαθώ –μέσα σ’ αυτήν την πεπερασμένη σειρά αυστηρά καθορισμένων ενεργειών- να διακρίνω την «είσοδο», παρότι ο Μαρμαρινός επεξεργάζεται κατά την παράσταση πρωτογενείς κάθε φορά τιμές με τη βοήθεια της τύχης, ώστε να βγαίνει από την παράσταση, πριν εμείς καν εισέλθουμε στον νυμφώνα. Και είναι φυσικό, την αποτελεσματικότητα των παραστάσεών του να τη συναρτά όχι μόνο από την «εντολή» (ας πω τη συγκίνησή του) αλλά και από την εκτελεσιμότητά της (ας πω τη δημιουργικότητά της). Η δημιουργική λοιπόν συγκίνησή του με γοητεύει περισσότερο από τον «αντίκτυπο» σ’ έναν «κοινό νου», που τον περιφρουρεί, καθιστώντας τον ακόμη κοινότερο, η Αρκουμανέα.

Το ζήτημα για μένα είναι το «πώς» του Μαρμαρινού. Φέρ’ ειπείν: Ποια είναι η σημασία της διαγώνιας οπτικής του στη σκηνή, που τονίζεται από την παράγωνη πόρτα (σκηνικό αντικείμενο ανάλογο με το απροσδιόριστο οστό στους Πρεσβευτές του Χολμπάιν); Και ποιο «εκτός» και «εντός» η πόρτα αυτή διαχωρίζει, όταν αφήνει το «έξω» να εισβάλει στη σκέψη του θεατή, ώστε να διεμβολίσει την παγιωμένη εικόνα της ταινίας;

Ποιες γραμμές διαφυγής δημιουργούν η μουσική και ο φωτισμός, ώστε να χαρτογραφούνται κάθε φορά περιοχές που πρόκειται να έρθουν (π.χ. το τραπέζι του πόκερ φωτισμένο «από μέσα» με τον τρόπο του Βαν Γκογκ); Και ποιο ρόλο παίζει η διόγκωση της λεπτομέρειας ως «μικροπολιτική» για να αναδείξει ό,τι έλεγε ο Φόκνερ για τους Λευκούς του Νότου: «Ο μόνος τρόπος να μην καταλήξεις φασίστας είναι να γίνεις νέγρος», και αφορούσε όχι μόνο τους φτωχούς αλλά και τις παλιές πλούσιες οικογένειες;

Δεν θα συνέβαιναν όμως όλα αυτά αν ο σκηνοθέτης δεν επικεντρωνόταν στο «μέσο του μέσου», τη Γλώσσα, ώστε «κάθε παράσταση να μην μπορεί να συμβεί παρά μέσα στη γλώσσα, είτε έχει λόγο είτε είναι σιωπηλή» (π.χ. όταν στο τέλος, η Μπλανς ανεβαίνοντας τον διάδρομο από τη σκηνή στην πλατεία, σκύβει προς τους θεατές ψιθυρίζοντας εμπιστευτικά τη φράση που συνοψίζει το έργο: «Οποιος κι αν είστε –πάντα εξαρτώμαι από την ευγένεια των αγνώστων»). Από αυτήν την ευγένεια εξαρτάται και ο Μαρμαρινός. Αυτήν υπερασπίζεται με τις παραστάσεις του.

Ο Μαρμαρινός διάβασε στο «Τραμ» τον πόθο του δαιμόνιου Φραγκούλη για τη ζωή. Αυτός ο αντι-Μάρλον Μπράντο είναι ο πραγματικός ήρωας του Ουίλιαμς σήμερα και όχι ο «άντρας» με τον οποίο φόρτωσε τον Κοβάλσκι ο Καζάν. Και η ρομαντική Τζίμου είναι η σημερινή Στέλλα και όχι η Κιμ Χάντερ.

Οσοι έχουν πάρει το «Τραμ», που δεν ονομάζεται «Πόθος» αλλά «Νεκροταφεία», πρέπει να κάνουν correspondence.