Αποκαλυπτικά στοιχεία για τη λειτουργία της Beat, αλλά και τις «κούρσες» του επενδυτικού χρήματος από το Λονδίνο ώς τις βρετανικές Παρθένους Νήσους και άλλους φορολογικούς παραδείσους, έγιναν γνωστά από τα μικρόφωνα της Βουλής κατά τη συζήτηση του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, ειδικά του άρθρου 12, το οποίο επιχειρεί να βάλει κανόνες στις «γκρίζες» ζώνες που εντοπίζονται στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες διαμεσολάβησης για παροχή μεταφορικού έργου.
Να σημειωθεί ότι ο εκπρόσωπος της πολυεθνικής Uber δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση της κοινοβουλευτικής επιτροπής και έστειλε υπόμνημα με τις θέσεις για τις νέες ρυθμίσεις.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Beat, Νίκος Δρανδάκης, απαντώντας σε ερωτήσεις του αρμόδιου υπουργού Χρήστου Σπίρτζη και βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, έδωσε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την εταιρεία, που έγινε πρωτοσέλιδο την περασμένη Κυριακή μέσα από δημοσίευμα της «Νέας Σελίδας» από το οποίο πιστοποιείται ότι δικηγορική εταιρεία είχε επενδύσει σε αυτήν αλλά και στον όμιλο στον οποίο προΐσταται η σύζυγος του προέδρου της Ν.Δ.
Οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης περιόρισαν όμως το ενδιαφέρον τους στον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ταξί.
«Ο κλάδος μας, οι αυτοαπασχολούμενοι, δεν είναι συντεχνία. Συντεχνία και διαπλοκή είναι εκείνοι που μέσα από την καινοτομία δεν κλέβουν μόνο τους επαγγελματίες αλλά και την πατρίδα. Εκείνοι που με πρόφαση την καινοτομία παρερμηνεύουν ακόμη και τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου» τους απάντησε ο Θύμιος Λυμπερόπουλος.
Από τα στοιχεία που έδωσε ο Νίκος Δρανδάκης, η Beat (πρώην Taxibeat) ιδρύθηκε το 2011 με έδρα το Λονδίνο.
Επέλεξε τη Βρετανία, γιατί, όπως είπε, το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει την ίδρυση εταιρείας σε μια ημέρα, ενώ στην Ελλάδα χρειάστηκε 45 ημέρες για το υποκατάστημα.
Εξασφάλισε 8 εκατ. ευρώ από 25 επενδυτές, από τους οποίους οι δύο συμμετείχαν μέσω offshore με έδρα τις βρετανικές Παρθένους Νήσους και τον Παναμά.
Εως σήμερα δεν έχει παρουσιάσει κερδοφόρες χρήσεις, γεγονός που απέδωσε στους υψηλούς μισθούς που δίνει στους 120 εργαζόμενους.
Παρ’ όλα αυτά εξαγοράστηκε τον Ιανουάριο του 2017 από τη MyTaxi, του γερμανικού ομίλου Daimler. Τότε είχε γίνει γνωστό ότι το τίμημα ήταν 43 εκατ. ευρώ, όπως είχε γραφτεί σε πολλά μέσα ενημέρωσης («Καθημερινή», capital.gr, insider.gr κ.λπ.), που δεν είχε διαψευστεί και είχε συνοδευτεί με ύμνους υπέρ της ελληνικής επιχειρηματικότητας.
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, που ρωτήθηκε στη Βουλή, δεν θέλησε να δώσει στοιχεία, ενώ δεν ήταν διαφωτιστικός για το αν καταβλήθηκαν οι οφειλόμενοι φόροι στο ελληνικό Δημόσιο.
Μίλησε για συμβάσεις που υπογράφονταν με ταξιτζήδες, ενώ διευκρίνισε ότι οι εισπράξεις από το 25% των πελατών που πληρώνουν με πιστωτική κάρτα εξυπηρετούνται από τραπεζικό φορέα που εδρεύει στην Ολλανδία.
Παρόντος του Νίκου Δρανδάκη, ο Θύμιος Λυμπερόπουλος ενημέρωσε τη Βουλή ότι η Beat παρακρατεί από τους συνεργαζόμενους οδηγούς το 12% της είσπραξης, καθώς και 3,8% όταν η πληρωμή γίνεται με κάρτα.
Εως το 2016 παρακρατούσε και ένα ποσό της τάξης των 30 ευρώ από τους ταξιτζήδες. Από την ίδια χρονιά, η εταιρεία έκανε και «επιδότηση κομίστρου» που έφτανε το 50% και την εμφάνισε ως εμπορική απάντηση στη δυναμική παρουσία της Uber.
Μετέωρο έμεινε το ερώτημα αν η Beat συνεργάζεται με μη επαγγελματίες οδηγούς.
«Αν μας πιάσει κάποιος, χρησιμοποιούμε, αν δεν μας πιάσει, δεν χρησιμοποιούμε. Είναι ξεκάθαρο τεκμήριο αθωότητας» ήταν η απάντηση του επικεφαλής της εταιρείας, που εύλογα δεν έπεισε ούτε τον Γιάννη Μανιάτη (Δημοκρατική Συμπαράταξη).
Αποδέχθηκε ότι τηρείται αρχείο πελατών, με τα τηλέφωνα και e-mail τους, σε παρατήρηση σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα.
