Γράμμα σ’ έναν (λογοτεχνικό) ήρωα
Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Επιστολογράφος μας η Ζέτα Μπαρμπαρέσσου.
Αγαπημένη μου,
Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια αλλά όσο μεγαλώνω τόσο με τρώει η έννοια σου.
Ολο και πιο συχνά με επισκέπτεται ο ίδιος εφιάλτης.
Τους βλέπω αποσβολωμένους να κοιτάζουν τους κόκκινους λεκέδες πάνω στις χάρτινες στολές τους.
Ηλίθιοι! Γιατί μαρμαρώσατε σαν αγάλματα; Φέρτε μου το κεφάλι της! Εδώ! Αμέσως! ουρλιάζει η Βασίλισσα.
Ο πιο θαρραλέος Ασσος αρπάζει τα κοριτσίστικα μαλλιά σου, τα μαλλιά που ήδη μουλιάζουν μέσα στο αίμα, σηκώνει το ένα πόδι από το έδαφος, τραμπαλίζεται για μια στιγμή προσέχοντας να μην πατήσει το φουστάνι σου και, με προτεταμένο χέρι, βαδίζει αποφασιστικά προς τον θρόνο.
Μικρή και άμυαλη, μουρμουρίζει το Κουνέλι κι ένα κρυφό τρέμουλο περνάει κάτω από το περιποιημένο του μουστάκι. Το είχα καταλάβει απ’ την αρχή. Θα το έτρωγε το κεφάλι της. Στη ζωή δεν είναι όλα όνειρο, συμπληρώνει και αναστενάζει. Μετά παριστάνει τον πολυάσχολο ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο ρολόι του και απομακρύνεται τρέχοντας.
Ο Ποντικός κρυφοκοιτάζει τη σκηνή, από μια γωνιά, αλλά γρήγορα αποστρέφει το βλέμμα. Τον αρρωσταίνει η θέα του αίματος. Οπισθοχωρεί αθόρυβα. Χώνεται στην πρώτη τρύπα.
Ο Γάτος του Τσεσάιρ θα μπορούσε να αλλάξει τη ροή των γεγονότων αλλά προτιμάει να στέλνει χαμόγελα από το ψηλό του δέντρο. Δεν αναμιγνύεται σε παράλογες ιστορίες, μονολογεί η σοφή Κάμπια.
Στο τέλος, μιλάει η Δούκισσα. Σκύβει και ψιθυρίζει στο αυτί του Καπελά:
Και να σκεφτείς ότι η καημενούλα έλεγε πως αν ο καθένας κοιτούσε τη δουλειά του, η Γη θα γύριζε πιο γρήγορα. Τι αυταπάτη!
Αγαπημένη μου,
Τρέμω στην ιδέα ότι κάποια μέρα ο εφιάλτης μου μπορεί να βρει τρόπο και να τρυπώσει μέσα στην ιστορία σου.
Και τότε δεν θα ξυπνήσεις σε εκείνο το καταπράσινο εγγλέζικο λιβάδι.
Αλλά πιο πολύ τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί το πάθημα να σου γίνει μάθημα.
Και τότε δεν θα είσαι πια ένα τολμηρό, φιλοπερίεργο κι ετοιμόλογο κορίτσι, το κορίτσι που γνώρισα.
Αναφέρεται στο βιβλίο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» (1865) του Λούις Κάρολ (μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη, Νεφέλη, 1988).
Η Ζ. Μπαρμπαρέσσου τύπωσε τελευταία το πρώτο της βιβλίο («Ρωμαϊκή ώχρα», συλλογή διηγημάτων, Θράκα, 2018).
