Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τέσσερις μεγάλου μήκους ταινίες στο βιογραφικό της, όλες με επίσημη πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κανών, η 49χρονη Σκοτσέζα Λιν Ράμσεϊ θεωρείται και είναι ήδη ένα σημαντικό κεφάλαιο στο ευρωπαϊκό σινεμά, μια δημιουργός που δεν διστάζει να παίζει με τους κανόνες της φόρμας και που, με κάθε φιλμ της, προκαλεί στην οθόνη μια εικαστική έκρηξη, επιλέγοντας πάντα ήρωες βγαλμένους από το βαθύ σκοτάδι της ψυχής.

Επτά χρόνια μετά το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν», επιστρέφει με το «Δεν ήσουν ποτέ εδώ», ακόμα μια λογοτεχνική διασκευή από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Εϊμς, αλλά, ξανά, τόσο επεξεργασμένο ώστε να γίνει απόλυτα δικό της.

Με πρωταγωνιστή τον Χοακίν Φίνιξ, αυτό το ιδιοσυγκρασιακό νεο-νουάρ, που βασίζεται περισσότερο στο βλέμμα, στον ήχο, σ’ ένα ρισκαδόρικο παιχνίδι με τα όρια του είδους, είναι η ιστορία του Τζο και της νύχτας στη Νέα Υόρκη. Ο λιγομίλητος, εσωστρεφής, σκληροτράχηλος βετεράνος Τζο πληρώνεται για να εντοπίζει χαμένα κορίτσια – αλλά μια τέτοια αποστολή του θα φέρει τον ίδιο κοντά στους δικούς του εφιάλτες, ακόμα και στον θάνατό του.

Το «Δεν ήσουν ποτέ εδώ» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο τελευταίο Φεστιβάλ Κανών και τιμήθηκε με τον Φοίνικα Ανδρικής Ερμηνείας για τον Χοακίν Φίνιξ και το Βραβείο Σεναρίου, που η Λιν Ράμσεϊ μοιράστηκε με τον Γιώργο Λάνθιμο και τον Ευθύμη Φιλίππου για τον «Θάνατο του ιερού ελαφιού». Λίγους μήνες αργότερα, η Ράμσεϊ επισκέφθηκε την Αθήνα, προσκεκλημένη στις Νύχτες Πρεμιέρας, αλλά δεν ήταν η πρώτη της επίσκεψη στη χώρα μας – κάθε άλλο.

«Ηταν χειμώνας», περιγράφει η Λιν Ράμσεϊ, «και το προτιμούσα σ’ αυτή την περίπτωση, επειδή η Σαντορίνη έχει γίνει πολύ τουριστική. Εμενα στην Οία και έγραφα και πήγαινα σ’ ένα εστιατόριο εκεί που λέγεται Αστακός!

Με εντυπωσίαζε να κοιτάζω τη θέα και να βλέπω το ηφαίστειο. Παίζω σκάκι και βρήκα πολλούς σκακιστές εκεί. Αντίθετα, όταν γυρίζαμε την ταινία, η καλοκαιρινή Νέα Υόρκη είχε μια πυρετώδη ζέστη, λες κι ήταν ηλεκτρισμένη, ο κόσμος λιποθυμούσε από τη ζέστη, ήταν γεμάτη ένταση κι αυτό πέρασε στην ταινία νομίζω».

Με εξαίρεση το ντεμπούτο της, το «Ratcatcher» το 1999, η Ράμσεϊ επιλέγει να βασίζει τις ταινίες της σε λογοτεχνικές αφετηρίες. «Ωστόσο τα σενάριά μου δεν αναπαράγουν τα βιβλία από τα οποία εμπνέονται», εξηγεί η σκηνοθέτις/σεναριογράφος. «Είναι αρκετά διαφορετικές, είναι το απόσταγμά τους.

Πιάνω σημεία, λεπτομέρειες και τα συνθέτω μ’ έναν τρόπο που σ’ εμένα να μοιάζει φυσικός, σαν μια υποσυνείδητη διαδοχή. Είναι αυτό που εντόπισα και στη δουλειά του Γιώργου Λάνθιμου – είναι ωραίο να βλέπεις κάποιον άλλον που δουλεύει σκληρά για να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα κι έναν κόσμο.

Μ’ αρέσει να νιώθω ότι έχουμε κοινά, στα σενάριά μου κάνω αναλυτικές περιγραφές, κάποιοι τα διαβάζουν και μου λένε, “α, είναι βωβή ταινία;”, επειδή έχουν λίγο διάλογο και πολλή ανάπτυξη χαρακτήρων και στοιχείων του κόσμου τους. Κι έτσι χάρηκα πολύ που μοιραστήκαμε το βραβείο Σεναρίου στις Κάνες».

Προκειμένου να γυρίσει και να ολοκληρώσει την ταινία της, η Λιν Ράμσεϊ έκανε αγώνα με τον χρόνο: «Η δημιουργία της ταινίας ήταν μια θεότρελη εμπειρία, είχαμε έξι βδομάδες προετοιμασία, εννέα μέρες γύρισμα, προγραμματισμένο να συμπίπτει με κάποιο κενό στο πρόγραμμα του Χοακίν, το μιξάζ έγινε σε πέντε ημέρες για να προλάβουμε τις Κάνες, όπου η ταινία προβλήθηκε στη μη τελική της μορφή – έχω μοντάρει κι άλλο για να βγει η ταινία στις αίθουσες».

Αλλά ήδη από την αρχή της καριέρας της, η Ράμσεϊ ποτέ δεν φοβήθηκε τη δυσκολία: «Η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία, το “Ratcatcher”, ήταν μια έκπληξη για μένα την ίδια. Είχα κάνει κάποιες μικρού μήκους που είχαν πάει στις Κάνες, είχα πολύ πρόσφατα αποφοιτήσει από τη σχολή κινηματογράφου, είχα κάνει αυτή την ταινία μ’ ένα μικρό συνεργείο, πολύ προσωπικά, γιατί ο πολύς κόσμος στο γύρισμα με τρόμαζε.

»Ημασταν όλοι πολύ μικροί, στα πρώτα μας βήματα, κανείς δεν μας εμπιστευόταν. Η εμπειρία ήταν πάρα πολύ τρομακτική, έβρεχε συνέχεια, είχαμε μείνει πίσω στο πρόγραμμα. Αλλά δεν ξεχνώ πόσο μου άρεσε που δούλευα με πρωταγωνιστές παιδιά, σ’ έκαναν να γελάς με κάθε δυσκολία».

Και την ίδια πεισματική τόλμη εξασκεί ακόμα: «Προσπαθώ να μην κάνω το ίδιο πράγμα δεύτερη φορά. Να προκαλώ τον εαυτό μου. Δίνω μεγάλη σημασία στον ήχο. Ηταν κατά κάποιον τρόπο τύχη μ’ αυτήν την ταινία που αναγκαστήκαμε να μιξάρουμε γρήγορα τον ήχο και μετά είχα τη δυνατότητα να την ξαναεπεξεργαστώ. Σε όλες μου τις ταινίες έχω συνεργαστεί με τον Πολ Ντέιβις στο μιξάζ ήχου.

Αυτό θα ήθελα να κάνω και στην επόμενη: να κάνω ένα πρώτο μοντάζ, μετά να μιξάρω τον ήχο και πάνω σ’ αυτόν να ξαναδουλέψω το μοντάζ της ταινίας. Αυτό το έχω ήδη συζητήσει με τους συνεργάτες μου και, να φανταστείς, δεν υπάρχει καν η επόμενη ταινία ακόμη, καθόλου».

Για τη μουσική τού «Δεν ήσουν ποτέ εδώ», η Ράμσεϊ επέλεξε τον Τζόνι Γκρίνγουντ των Radiohead, αλλά και σταθερό συνεργάτη του Πολ Τόμας Αντερσον στο σινεμά. «Αρχικά ήθελα μια ηχητική υπόκρουση κι όχι ακριβώς μουσική σύνθεση, σαν ηχητικό design, μια ατμόσφαιρα.

Αλλά σταδιακά συνειδητοποίησα ότι χρειαζόμουν μουσική, ο Τζόνι τότε δούλευε το “Phantom Thread / Αόρατη Κλωστή” του Πολ Τόμας Αντερσον, δεν είχε και πάρα πολύ χρόνο. Οπότε, ό,τι γύριζα του το έδειχνα, να τα πρώτα δέκα λεπτά, τα πρώτα δώδεκα λεπτά και τελικά η μουσική έγινε σαν ένας από τους ήρωες της ταινίας, ακολουθεί τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της. Δεν είχε πολλά μέσα, δεν είχαμε μεγάλο μπάτζετ, αλλά ήταν τόσο σπουδαίος συνεργάτης».

Εκείνος, ωστόσο, που η Λιν Ράμσεϊ ταυτίζει απόλυτα με την ύπαρξη, την εξέλιξη και την κριτική αναγνώριση της ταινίας είναι ο πρωταγωνιστής της, Χοακίν Φίνιξ: «Από την αρχή ήθελα τον Χοακίν για τον ρόλο. Οσο έγραφα, είχα κάνει τη φωτογραφία του screensaver, χωρίς καν να έχουμε μιλήσει ποτέ.

Ανθρωποι με ρωτούσαν ποιος θα πρωταγωνιστεί, πρότειναν εξαιρετικούς ηθοποιούς, αλλά εγώ ήθελα μόνο τον Χοακίν. Κουβαλά μια αίσθηση ευάλωτου, δεν ήθελα κάποιον που να παίξει τον ήρωα γεμάτο αισθησιασμό, ήθελα έναν άντρα τρωτό κι αυτό εκείνος το κουβαλά μαζί του. Μου έλεγαν, δεν θα μπορέσεις να τον κλείσεις, είναι πολύ εσωστρεφής.

Αλλά ήρθε στην ταινία από πολύ νωρίς, το οποίο με άγχωσε, ακόμα δεν είχα βρει όλα τα locations καν, οδηγούσα πέρα-δώθε στη Νέα Υόρκη και φοβήθηκα ότι δεν θα είχαμε χρόνο και ηρεμία να συζητήσουμε, αλλά, αντίθετα, ήταν εκεί σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις, τις πήραμε μαζί, έφερε τις δικές του ιδιαιτερότητες, αντικείμενα, συνήθειες στον ήρωα.

Μαζί ξεφορτωθήκαμε ό,τι έμοιαζε ψεύτικο στο σενάριο και προσπαθήσαμε να το κάνουμε πιο αληθινό. Το σημαντικό είναι ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός να νιώθουν ότι είναι μαζί στο ίδιο ταξίδι. Και ο Χοακίν έχει ένα καταπληκτικό αισθητήριο για το ψεύτικο, το καταλαβαίνει αμέσως και κρατά μόνο ό,τι του μοιάζει αληθινό. Κι αυτό μ’ έκανε κι εμένα να βρίσκομαι σε διαρκή εγρήγορση, να αμφισβητώ τα πάντα στην ταινία, μέχρι να είμαι σίγουρη ότι έχουν αυθεντικότητα».

Σταδιακά, η ταινία έμοιαζε να ανήκει τόσο στον Φίνιξ όσο και στη Ράμσεϊ: «Ο Χοακίν έκανε τον ήρωα δικό του κι αυτή είναι, πράγματι, μια ταινία χαρακτήρων, με επίκεντρο τον ήρωά της.

Σιγά σιγά αφομοίωσε τον ήρωα, έβλεπες τις πολλές πλευρές του πρίσματος της ερμηνείας του, την αστεία, την αλλόκοτη, την τρομακτική, κι αναρωτιόσουν τι διάολο θα κάνει μετά; Ηταν απίθανο να τον βλέπεις, βρήκαμε το ίδιο μήκος κύματος κι επιπλέον, στο μοντάζ, μια τέτοια ερμηνεία σού δίνει τη δυνατότητα να επιλέξεις πού θα πας την ταινία. Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ όταν τελειώσαμε το γύρισμα γιατί είχαμε δεθεί τόσο πολύ που μετά μας έλειπε αυτή η ενέργεια».

Η Ράμσεϊ απαντά στο ερώτημα για τη θέση των γυναικών σκηνοθετών στον κινηματογραφικό χώρο με χαρακτηριστική, βιωματική φυσικότητα: «Δεν ξέρω αν η ταινία μου έχει γυναικεία ματιά, ξέρω ότι ήθελα να έχει μια πρωτότυπη ματιά, ως σκηνοθέτης, κι όχι μια αίσθηση που έχουμε ξαναδεί ένα εκατομμύριο φορές.

»Και η βία, που στην ταινία υπάρχει πολλή, εκτυλίσσεται πάντα εκτός της οθόνης, δεν τη βλέπεις, χωρίς αυτό να την κάνει λιγότερο τρομακτική. Επειδή ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου όλα είναι τόσο φανερά διαρκώς, το να τα γνωρίζεις αλλά να μην τα βλέπεις κάνει την εμπειρία ακόμα πιο δυνατή, αυτό ισχύει ήδη από το βωβό σινεμά. Ζούμε σ’ έναν βίαιο κόσμο και η ταινία θεωρώ πως είναι μοντέρνα επειδή επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν πια βεβαιότητες, τίποτα δεν είναι άσπρο-μαύρο, καλό ή κακό».

Ηδη αναγνωρισμένη και πολυβραβευμένη, η Λιν Ράμσεϊ νιώθει ότι βρίσκεται στην αρχή της διαδρομής της: «Αγαπώ πολύ το σινεμά. Μ’ αρέσει να βλέπω κάποιον να σπρώχνει τα όρια, ας πούμε, ο Γιώργος Λάνθιμος το κάνει αυτό. Λατρεύω αυτή την εμπειρία του σινεμά που σε μεταφέρει κάπου αλλού. Νιώθω ακόμα σαν μαθήτρια, υπάρχουν τόσα να μάθεις».

Αρα και το επόμενο βήμα βρίσκεται κοντά; «Θέλω να κάνω κι άλλη ταινία γρήγορα, αλλά δεν γίνεται πάντα. Ανάμεσα στον “Κέβιν” και σ’ αυτήν εδώ έκανα ένα παιδί. Αλλά γράφω γρήγορα, πρέπει να βρω ένα άλλο ελληνικό νησί τώρα και να κάτσω να γράψω. Φέτος πήγα στην Ανάφη. Εχω υπ’ όψη μου κι ένα βιβλίο που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα. Θα δούμε. Ετσι κι αλλιώς, στην Αγγλία τώρα τα πάντα είναι μετέωρα με το Brexit κι όλα αυτά. Γιατί να μη γυρίσω μια ταινία στην Ελλάδα;»

Info: Η ταινία «Δεν ήσουν ποτέ εδώ» της Λιν Ράμσεϊ προβάλλεται από χθες στις ελληνικές αίθουσες, από τη Seven Films.