Μία από τις ελάχιστες κοινές πολιτικές της ΕΟΚ αρχικά και εν συνεχεία Ε.Ε. υπήρξε αναμφισβήτητα η ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική). Ανεξαρτήτως των άδικων ρυθμίσεων υπέρ των χωρών του Βορρά και σε βάρος των χωρών του Νότου, η ΚΑΠ είχε ως κεντρικό στόχο την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, προκειμένου να υπάρξει η στοιχειώδης διατροφική αυτάρκεια αυτής. Σταδιακά, δε, προς εξασφάλιση της ποιότητας στην τροφική αλυσίδα, επιβλήθηκαν σημαντικοί περιορισμοί στη χρήση βλαβερών φυτοφαρμάκων, απαγορεύτηκε η χρήση μεταλλαγμένων προϊόντων και γενικά λήφθηκαν μέτρα για τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην παραγωγή των διατροφικών προϊόντων.
Αυτό, όμως, έχει ως συνέπεια την αύξηση του κόστους παραγωγής των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων εν σχέσει με τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη, όπου δεν υπάρχουν αυτοί οι περιορισμοί. Σε συνδυασμό, δε, με τη δραματική αύξηση του κόστους της ενέργειας, εξαιτίας της απώλειας του ρωσικού φυσικού αερίου λόγω του τελματώδους ρωσο-ουκρανικού πολέμου, η κατάσταση στον ευρωπαϊκό πρωτογενή τομέα έχει οδηγηθεί στα άκρα, όπως φαίνεται και από τις γενικευμένες πανευρωπαϊκά αγροτικές αντιδράσεις.
Και ενώ υπάρχουν αυτές οι αρνητικά αυξανόμενες συνθήκες, που υπονομεύουν τον ευρωπαϊκό πρωτογενή τομέα, οι ευρωπαϊκές ελίτ και η «τρομώδης» ευρωπαϊκή ηγεσία το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν συστηματικά να μειώσουν τους πόρους προς αυτόν, αντί να τους αυξήσουν όπως θα έπρεπε.
Παράλληλα, μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις, αδιαφορώντας για το μέλλον της ευρωπαϊκής παραγωγής και προκειμένου να αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς το επισιτιστικό πρόβλημα του μέλλοντος και κυρίως να διασφαλίσουν το άμεσο παρόν, κυρίως της εξαγωγικής Γερμανίας, μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων η Κομισιόν προώθησε και ενέκρινε τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών Mercosur μεταξύ της Ε.Ε. και τεσσάρων κρατών της Νότιας Αμερικής (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη, που αγγίζουν τα 300 εκατομμύρια πληθυσμό). Η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία, που απαιτεί τουλάχιστον δεκαπέντε (15) κράτη με πληθυσμό το 65% της Ενωσης συνολικά. Την καταψήφισαν η Γαλλία, η Αυστρία, η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ιρλανδία, ενώ το Βέλγιο απείχε.
Ενόψει των τεράστιων αντιδράσεων και του κινδύνου, που αναφέρονται λεπτομερώς πιο κάτω, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «έβαλε στον πάγο», παραπέμποντας το σχέδιο της συμφωνίας αυτής στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προκειμένου να εξετάσει αυτό τον βαθμό στον οποίο η συμφωνία είναι συμβατή με την αρχή της προφύλαξης, που αποτελεί βασικό πυλώνα στις ευρωπαϊκές συνθήκες για τη διασφάλιση υγιούς περιβάλλοντος και ασφαλών τροφίμων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Με αυτή τη συμφωνία των ελεύθερων συναλλαγών, θα εισάγονται στην Ε.Ε. μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων με μηδενικούς ή πολύ χαμηλούς δασμούς και θα εξάγονται αντίστοιχα ευρωπαϊκά προϊόντα προς αυτές. Γίνεται αντιληπτό ότι τα μόνα ευρωπαϊκά προϊόντα που μπορούν να εξαχθούν μαζικά σε αυτό το τμήμα του πλανήτη είναι τα γερμανικά αυτοκίνητα και η ενίσχυση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η οποία λόγω του παγκόσμιου ανταγωνισμού (Κίνα) και της επιθετικής δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ (Τραμπ) βρίσκεται σήμερα μετέωρη.
Εν σχέσει, όμως, με τα προϊόντα του πρωτογενούς ευρωπαϊκού τομέα από αυτές τις χώρες είναι βέβαιον ότι θα μπορούν να εισάγονται νωπό και κατεψυγμένο βόειο κρέας, πουλερικά και πολλά φυτικά προϊόντα, όπως καλαμπόκι, ρύζι, ζάχαρη, χυμός πορτοκαλιού, μέλι κ.λπ. Τα προϊόντα αυτά θα εισάγονται σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, εξαιτίας του διαφορετικού κόστους παραγωγής, λόγω των μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων που υπάρχουν σε αυτές τις χώρες με αποτέλεσμα την οικονομία κλίμακας, με φθηνά εργατικά χέρια, μεταλλαγμένα είδη, χρήση απαγορευμένων φυτοφαρμάκων και ορμονών στην Ε.Ε. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα οι τιμές των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων και συνακολούθως των ελληνικών να συμπιέζονται προς τα κάτω, καθιστώντας για πολλά σημερινά αγροτικά προϊόντα ασύμφορη την παραγωγή τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Περαιτέρω, λόγω της ανεξέλεγκτης δράσης των πολυεθνικών εταιρειών στον χώρο των εμπορικών δικτύων των αγροτικών προϊόντων στην Ε.Ε., η επεξεργασία και η συσκευασία πολλών προϊόντων των χωρών της Λατινικής Αμερικής θα πραγματοποιείται στον ευρωπαϊκό χώρο και στη συνέχεια θα «εισάγονται» ως ευρωπαϊκά στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα, όπως ήδη γίνεται με τις ανεξέλεγκτες ελληνοποιήσεις σήμερα αγροτικών προϊόντων, που εισάγονται από Αίγυπτο, Τουρκία και άλλες τρίτες χώρες, που δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά κριτήρια παραγωγής διατροφικών προϊόντων. Είναι βέβαιον ότι αυτό το φαινόμενο με την εφαρμογή της σύμβασης Mercosur θα λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η Ελλάδα υπερψήφισε τη συμφωνία Mercosur, παρά το γεγονός ότι λόγω της έλλειψης εθνικής στρατηγικής στον πρωτογενή τομέα τα ελληνικά προϊόντα, όπως ρύζι, καλαμπόκι, μέλι, πορτοκάλια, λεμόνια, αλλά και τα πουλερικά, όπου η Ελλάδα είναι αυτάρκης σήμερα, θα υποστούν τεράστια πίεση και πιθανόν, λόγω του υψηλού ανταγωνισμού, να αφανιστούν. Είναι προφανές ότι η δουλοπρεπής ελληνική κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή προβλέπεται να έχει καταστροφικές συνέπειες για την αγροτική ελληνική τάξη και τον πρωτογενή τομέα, υποτάχθηκε στις αποφάσεις της Κομισιόν, πίσω από τις οποίες κρύβονται τα γερμανικά συμφέροντα, όπως προαναφέρθηκε.
*Δικηγόρος
Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας