Η επέτειος του «αιματηρού» Δεκεμβρίου του 1944 μας βάζει μπροστά σε έναν ιστορικό και πολιτικό προβληματισμό θέλοντας και μη: Πώς πραγματευόμαστε σήμερα το ωμό ερώτημα για το αν μπορεί μια κοινωνικά νομιμοποιημένη αριστερή πολιτική δύναμη να θέσει θέμα πολιτικής εξουσίας και κοινωνικού μετασχηματισμού; Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν απαντιέται με «λιτανείες» και εορταστικές εκδηλώσεις. Και αυτό, γιατί το ερώτημα δεν έχει απαντηθεί ιστορικά, αντίθετα, έχει υποστεί σκληρή καταστολή και επανέρχεται με διαφορετικό τρόπο.
Μια τέτοια επανεμφάνιση του ερωτήματος, με άλλη μορφή, συνέβη και το 2015, τη χρονιά του περίφημου δημοψηφίσματος, τη χρονιά που επανέρχεται μονίμως, σαν φρικιαστικό παράδειγμα κοινωνικής διάλυσης, στους λόγους και στις πολιτικές χειρονομίες της κυβέρνησης της Ν.Δ. Ακόμα και η εκλογή του Κυρ. Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup θεωρήθηκε κίνηση υψηλού συμβολισμού και συγκρίθηκε με πρόσωπα και καταστάσεις του «εφιαλτικού» 2015.
Τα Δεκεμβριανά του 1944 και η κρίση του 2015 αποτελούν δύο ιστορικές τομές που, παρά τη χρονική τους απόσταση και τη διαφορετική μορφή σύγκρουσης, εγείρουν παρόμοια ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα. Και στις δύο περιπτώσεις, πολιτικά υποκείμενα που εξέφραζαν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες και διεκδικούσαν μια εναλλακτική πορεία κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού βρέθηκαν αντιμέτωπα με σκληρούς εξωτερικούς αλλά και αδυσώπητους εσωτερικούς περιορισμούς, οδηγούμενα τελικά σε ήττα, υποταγή ή και προσχώρηση στη λογική του αντιπάλου. Στα σημερινά «Ετερόδοξα» υποστηρίζουμε ότι οι ομοιότητες μεταξύ των δύο στιγμών δεν συνιστούν ιστορική επανάληψη ή κάποιο κρυφό ιστορικό μοτίβο, αλλά εκφράζουν δομικές κυκλικότητες που σχετίζονται με την καπιταλιστική πολιτική εξουσία ενός κοινωνικού σχηματισμού, εν προκειμένω του ελληνικού, όταν αυτή εισέρχεται σε γενικευμένη κρίση.
1. Τα Δεκεμβριανά και το πρόβλημα της εξουσίας, μετά την Απελευθέρωση
Τα Δεκεμβριανά εκδηλώθηκαν σε μια περίοδο όπου η ελληνική κοινωνία εξήλθε από τη γερμανική κατοχή βαθιά διχασμένη, με ένα βαθύτατο έλλειμμα κρατικής και πολιτικής νομιμοποίησης. Ο γερμανικός στρατός έφυγε αλλά άφησε πίσω του δύο «λαούς»: τον λαό της Δεξιάς και τον λαό της Αριστεράς. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είχε αναδειχτεί κυρίαρχη πολιτικοστρατιωτική δύναμη, με μαζική λαϊκή υποστήριξη και ισχυρή οργανωτική παρουσία, έχοντας συγκεντρώσει τεράστια πολιτική νομιμοποίηση. Το ΕΑΜ οργάνωσε αντίσταση, δημιούργησε παράλληλους θεσμούς (θεσμούς αλληλοβοήθειας, λαϊκά δικαστήρια, αυτοδιοίκηση, αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών) και φυσικά συγκρότησε στρατό. Για πολλούς, το 1944 ήταν η στιγμή όπου η Αριστερά ήταν ο φυσικός διάδοχος του κράτους που κατέρρευσε στην Κατοχή αλλά με σαφή τον ριζικό πολιτικό μετασχηματισμό του.
Σε αντίθεση με το ΕΑΜ, η πολιτική και κοινωνική Δεξιά, όπως και η ελληνική αστική τάξη, δεν εξήλθαν από την Κατοχή με μαζική κοινωνική νομιμοποίηση. Το προπολεμικό αστικό κράτος είχε καταρρεύσει πολιτικά και ηθικά το 1941, ενώ σημαντικά τμήματα του προπολεμικού κοινωνικού μπλοκ εξουσίας είτε συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις Κατοχής είτε επέλεξαν την αποχή και την παθητικότητα. Ωστόσο, αυτό που η Δεξιά και η αστική τάξη στερούνταν σε κοινωνική ηγεμονία το διέθεταν -και το ανασυγκρότησαν αποτελεσματικά- σε θεσμική συνέχεια, διεθνή αναγνώριση και συμμαχίες και υλικό έλεγχο του κράτους. Γι’ αυτό και η μετάβαση της Αριστεράς, από την κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ στην κρατική εξουσία ήταν αδιανόητη και αποδείχτηκε αδύνατη.
Το καθοριστικό πλεονέκτημα της πολιτικής Δεξιάς ήταν η διεθνής αναγνώριση της κυβέρνησης εξορίας. Παρά τον πόλεμο και τη γερμανική κατοχή, το προπολεμικό αστικό κράτος δεν διαλύθηκε. Διατήρησε τη διεθνή του υπόσταση και τη νομοθετική του εξουσία μέσω της Βρετανίας, ενώ την εκτελεστική εξουσία τη διατήρησε σε συνθήκες κατοχής και με βασικό μέσο τη συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις.
Αυτό σήμαινε ότι η αστική εξουσία παρέμεινε de jure κυρίαρχη ενώ το ΕΑΜ, παρά την de facto ισχύ του, παρέμεινε εκτός διεθνούς αναγνώρισης. Ετσι, το ζήτημα της εξουσίας τέθηκε όχι ως κοινωνικό ζήτημα, αλλά σαν ζήτημα νομιμότητας. Το αστικό πολιτικό προσωπικό, συνεπώς, δεν χρειαζόταν να «κερδίσει» την κοινωνία, τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο, αλλά αρκούσε να επανενεργοποιήσει το κράτος με διεθνή εγγύηση.
Μετά τα Δεκεμβριανά, η Δεξιά ανασυγκρότησε το κράτος όχι ως ουδέτερο θεσμό, αλλά ως μηχανισμό ταξικής ανασύνταξης. Ο κρατικός μηχανισμός -στρατός, αστυνομία, Δικαιοσύνη- στελεχώθηκε σε μεγάλο βαθμό από προπολεμικά αντικομμουνιστικά στοιχεία και δωσιλογικά δίκτυα που επανεντάχθηκαν στην εκτελεστική εξουσία. Ετσι, τα Δεκεμβριανά λειτούργησαν ως ιδρυτική στιγμή ενός μεταπολεμικού καθεστώτος εξουσίας, στο οποίο η Αριστερά δεν αντιμετωπίστηκε ως νόμιμος πολιτικός αντίπαλος αλλά σαν υπαρξιακή απειλή για το έθνος. Η συνέπεια δεν ήταν μόνο η στρατιωτική ήττα, αλλά ο μόνιμος διωγμός της και η θεσμοποίηση του μακροχρόνιου αποκλεισμού της από την κεντρική πολιτική σφαίρα.
2. Τι συνέβη πραγματικά το 2015;
Το 2015 δεν ήταν απλώς μια «ανέφικτη διαπραγμάτευση» ούτε μια κυβερνητική αποτυχία διαχείρισης. Ηταν η σκληρή υποταγή μιας αριστερής κυβέρνησης, που εξελίχθηκε σε προσχώρηση στο αντίπαλο πεδίο, έστω και με διαβαθμίσεις. Παραμένει, παρ’ όλα αυτά, ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα ανοιχτής σύγκρουσης για το ζήτημα της δημοσιονομικής κυριαρχίας, ως κυρίαρχου σημαίνοντος και για άλλες μορφές κυριαρχίας. Και στην περίπτωση αυτή έχουμε μια γενικότερη κρίση, πρωτοφανούς μεγέθους στα μεταπολιτευτικά χρόνια, κατάρρευσης του κομματικού συστήματος και οξύτατης κρίσης εκπροσώπησης. Το 2015 μπορεί να ιδωθεί -σε αναλογία με τα Δεκεμβριανά- ως μια στιγμή καθοριστικής αναδιάταξης του πλαισίου εντός του οποίου μπορεί να υπάρξει η Αριστερά, όχι όμως μέσω κρατικής καταστολής και διωγμών και ενός γεωστρατηγικού υπερπροσδιορισμού, αλλά μέσω δεσμευτικών οικονομικών-θεσμικών κανόνων, δηλαδή μέσω της ταξικά εργαλειοποιημένης θεσμικής υπόστασης της ευρωζώνης.
Ομως υπάρχει και μια διαφορά μεταξύ των δύο ιστορικών στιγμών. Η ήττα δεν έχει πάντοτε την ίδια ιστορική σημασία. Στην ελληνική εμπειρία, η σύγκριση των Δεκεμβριανών του 1944 με το 2015 αποκαλύπτει δύο διαφορετικούς τύπους ήττας και, κυρίως, δύο διαφορετικές πολιτικές εκβάσεις.
Στα Δεκεμβριανά, η Αριστερά υπέστη μεν στρατιωτική και πολιτική ήττα, αλλά δεν χρεώθηκε ιδεολογική προσχώρηση. Παρότι αποκλείστηκε από την κρατική εξουσία, δεν ενσωματώθηκε στη λογική του νικητή. Διατήρησε οργανωτική συνέχεια, κοινωνικές αναφορές και μια ηγεμονική αφήγηση γύρω από την κοινωνική δικαιοσύνη. Με όρους Γκράμσι, η ήττα αυτή εντάσσεται σε έναν πόλεμο θέσεων: η Αριστερά υποχώρησε στο επίπεδο της εξουσίας, αλλά κράτησε ερείσματα στο κοινωνικό και ιδεολογικό πεδίο, διαφυλάσσοντας πολιτικό δυναμικό εκπροσώπησης για το μέλλον.
Το 2015, αντίθετα, η ήττα της Αριστεράς είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Η υποχώρηση δεν περιορίστηκε στην πολιτική πρακτική· επεκτάθηκε στο επίπεδο της ερμηνείας της πραγματικότητας. Η αποδοχή του μνημονιακού πλαισίου παρουσιάστηκε ως μονόδρομος, μετατρέποντας την ήττα σε προσχώρηση στη λογική του αντιπάλου. Η διαφορά είναι κρίσιμη. Στην πρώτη περίπτωση, η ήττα άφησε ανοιχτό τον ιστορικό ορίζοντα. Στη δεύτερη, τον έκλεισε, αποδυναμώνοντας όχι μόνο το κυβερνητικό υποκείμενο αλλά το ίδιο το νόημα της αριστερής πολιτικής. Με άλλα λόγια, το σημερινό ερώτημα δεν είναι «τι πήγε στραβά», αλλά: Πώς ξανανοίγει ο ορίζοντας της πολιτικής χωρίς την ψευδαίσθηση της άμεσης νίκης και χωρίς την αποδοχή της ήττας ως ιστορικής μοίρας;
Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας