Ηταν ήδη προχωρημένη η δεκαετία του '60 όταν ο Πέδρο Βάργκας Λιόσα, ο Περουβιανός συγγραφέας που γεννήθηκε στις 28 Μαρτίου του 1936, κέρδιζε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου αναγνωστικού κοινού με το «Η πόλη και τα σκυλιά» (μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Λέανδρο Πολενάκη). Ο Λιόσα, που θεωρούσε τη λογοτεχνία ως προπύργιο της δημοκρατίας, τιμώντας τη μεγάλη παράδοση των Λατινοαμερικανών συγγραφέων στο μυθιστόρημα αυτό ακολουθεί «τα σκυλιά», τους μαθητές ενός «εκπαιδευτικού ιδρύματος» που για να ενταχθούν στην κοινωνία τους πρέπει να μαθητεύσουν αποδεχόμενοι κάθε είδους παραβατική συμπεριφορά. Στον μικρόκοσμο του Λεόνσιο Πράδο, ήρωα του βιβλίου, η καταπίεση, η βία, ο ρατσισμός, η εκδίκηση και η συνοχή, κυρίως γύρω από την ομερτά, είναι ανεκτά, όχι επιβραβεύσιμα, αρκεί να μην απειλεί τη διεφθαρμένη «πόλη» και την ιεραρχική δομή της. Οταν, αναμενόμενα, ένα έγκλημα απειλεί το «οικοδόμημα» της σχολής, η λύση είναι απλά να συγκαλυφθεί, να θαφτεί κάτω από το χώμα, δίχως ποτέ να μάθουμε τι στ’ αλήθεια συνέβη.
Εξήντα χρόνια μετά, σε μια άλλη γωνιά του κόσμου, 33 σκελετοί έρχονται στην επιφάνεια, σε τουλάχιστον έξι ομαδικούς τάφους, αγκαλιασμένοι και γυμνοί αφού τους είχαν στερήσει και τα ρούχα, ενώ εικάζεται ότι στη γύρω περιοχή βρίσκονται θαμμένοι πολλοί περισσότεροι. Το κολαστήριο του Γεντί Κουλέ ξερνάει την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή «σοδειά του», αποκαλύπτοντας οστά κυρίως κομμουνιστών/ριών (σε εποχή που ο κόσμος είχε διαμοιραστεί και κανείς κίνδυνος ανατροπής δεν υπήρχε) που δεν παραδόθηκαν ποτέ στις οικογένειές τους, που δεν ξέρουμε εάν όλοι κι όλες δικάστηκαν καν.
Οι ομαδικοί τάφοι που θυμίζουν ναζιστική θηριωδία, παρ' όλο που οι ναζί εκτέλεσαν κάτω από 50 ενώ το ελληνικό κράτος πάνω από 400 πολίτες του με άλλη ιδεολογία, είχαν δημιουργηθεί και έπειτα μπαζωθεί από «σκυλιά» (και πόσο άδικος όρος για τα τετράποδα), από χαμηλόβαθμους και ποινικούς που αναζητούσαν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες επιβίωσης ή εξέλιξης ή επανεισαγωγής στη διεφθαρμένη «πόλη»-χώρα. Ογδόντα χρόνια μετά την εκτέλεσή τους οι συγγενείς αναζητούν τους ανθρώπους τους (που τουλάχιστον δεν διασκορπίστηκαν, όπως στην περίπτωση των Τεμπών) μέσω της ταυτοποίησης DNA.
Οι φρικιαστικές φυλακές του Επταπυργίου, που φιλοξένησαν χιλιάδες ανώνυμους και ανώνυμες, κι ανάμεσά τους συναδέλφους του Λιόσα όπως οι Αναγνωστάκης, Μίσσιος κ.ά. και γέννησαν τραγούδια όπως το «Κάποια μάνα αναστενάζει» και της «Γερακίνας γιος», αποτελούν το χειρότερο «αναμορφωτήριο» της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αφού έστελναν το μήνυμα πως (σε εποχές που εάν έγλειφες, διοριζόσουν) εάν δεν αποδεχόσουν τη διαφθορά, η «πόλη» θα έστελνε τα σκυλιά. Ετσι δομήθηκε το μεταπολεμικό σκυφτό και διεφθαρμένο κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο στη χώρα: μπαζώνοντας τάφους. Ρημάζοντας ζωές.
Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας