Οι κρίσεις στην Ουκρανία και τη Γάζα κυριαρχούν στη διεθνή σκηνή και υπονομεύουν τη διεθνή συνεργασία. Μεταξύ πολλών άλλων καθιστούν ουτοπική την υλοποίηση των υφιστάμενων, πόσο μάλλον τη διαμόρφωση νέων, πιο δεσμευτικών κανόνων, για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Επειδή η Ρωσία και οι πολιτικές της βρίσκονται συνεχώς στο προσκήνιο είναι ορθό να επισημανθεί ότι ιστορικά η «επιθετικότητά της» ακολούθησε πρότυπα διεθνούς συμπεριφοράς που, στη μεταψυχροπολεμική εποχή, πρώτες διαμόρφωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ας μου επιτραπεί να ανατρέξω σε ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε πριν από σχεδόν 24 χρόνια («Τα Νέα», 24-26 Δεκεμβρίου 1999, σελ. 6). Διαπίστωνα στο κείμενο αυτό -αντλώντας έμπνευση από την ταινία του Ζαν-Ζακ Ανό «Η αρκούδα», που μόλις είχε βγει στους κινηματογράφους- ότι ενώ ουδείς έχει αμφισβητήσει τη φυσική ρώμη της αρκούδας, μετά την προβολή αυτής της ταινίας θα είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί και η ικανότητά της να μιμείται και να μαθαίνει από τη συμπεριφορά των άλλων.
Αυτό ισχύει βέβαια και για την αποσοβιετικοποιημένη «ρωσική αρκούδα», της οποίας οι βρυχηθμοί τότε στην Τσετσενία προκάλεσαν ανησυχία στη Δύση και τις καταγγελίες διεθνών οργανισμών. Η αποφασιστικότητά της να αγνοεί δυτικές συστάσεις και απειλές δείχνει να οφείλεται στην πεποίθηση της ρωσικής ηγεσίας της εποχής (ολοκλήρωση της προεδρίας Γιέλτσιν 1991-1999 και ανάληψη προεδρικών καθηκόντων από τον Πούτιν) ότι οι συστάσεις αυτές αποτελούν μέρος του τελετουργικού της ένοπλης επέμβασης μιας μεγάλης δύναμης στη μεταψυχροπολεμική εποχή.
Είχα παρατηρήσει σε αυτό το άρθρο ότι η εσωστρέφεια και η απομίμηση επιθετικών συμπεριφορών παγιώθηκαν προοδευτικά καθώς η Δύση με διαφόρους τρόπους έδειχνε την απροθυμία της να καταστήσει την πολύ ογκώδη, τραχιά και δυσκίνητη «ρωσική αρκούδα» συνέταιρό της και πως αντίθετα «είχε επιλέξει γι’ αυτήν τον ρόλο του δυνητικού εχθρού». Προοδευτικά τα ρωσικά συμφέροντα έπαψαν να συνεκτιμώνται στις συλλογικές πολιτικές με αντίβαρο την παροχή κάποιας οικονομικής βοήθειας, όχι επαρκούς να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας αλλά αρκετής για να δημιουργήσει εξαρτήσεις και να διευκολύνει το καθεστώς γενικευμένης διαφθοράς, κύριο στήριγμα του καπιταλισμού στη Ρωσία.
Πρώτο μάθημα για τον νέο μαθητευόμενο ήταν ο εντοπισμός ενός εξωτερικού εχθρού που να προσφέρει περισπασμό από τη θλιβερή πραγματικότητα, να διεγείρει τον πατριωτισμό και τον εθνικισμό και να προσφέρει άμεσα οφέλη στον πολιτικό εκείνο που θα τον αντιμετώπιζε. Είναι γνωστό ότι η επικράτηση στον πόλεμο στην Τσετσενία συνέβαλε στην άνοδο και την εδραίωση στην εξουσία του Πούτιν ως αδιαμφισβήτητου ηγέτη της Ρωσίας.
Ενα δεύτερο σημείο μίμησης των πολιτικών των δυτικών ηγεσιών ήταν η αξιοποίηση της έννοιας «τρομοκρατία» και του αγώνα εναντίον της που, όπως γρήγορα κατανόησε η Μόσχα, προσφέρει πλήρη κάλυψη και για τις πλέον μαζικές και βάναυσες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη μεταψυχροπολεμική εποχή. Η Δύση, στην επέμβαση στο Κόσοβο και κατά τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, χρησιμοποίησε τη δικαιολογία της καταπολέμησης της τρομοκρατίας για να παραβιάσει διεθνείς κανόνες. Υπήρξαν η αφετηρία για την εδραίωση της σημερινής κατάστασης διεθνούς ανομίας.
Το τρίτο μάθημα για τη Μόσχα, η αρχή «του περιορισμού των απωλειών σε έμψυχο υλικό, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να παραμένουν δημοφιλείς και τα πολιτικά οφέλη της ηγεσίας που τις αποφάσισε ακέραια», ήταν δύσπεπτο για τη μετασοβιετική Ρωσία. Τα μαθήματα που έδωσε η Δύση με τις επιχειρήσεις της στο Κόσοβο, κυρίως όμως στον Περσικό Κόλπο, ήταν σαφή και απλά: πλήρης αξιοποίηση της αεροπορικής ισχύος, έλεγχος όλων των σημείων ανεφοδιασμού του αντιπάλου, αδιαφορία για τις διεθνείς αντιδράσεις, έλεγχος της «εικόνας των επιχειρήσεων» στα εγχώρια ΜΜΕ κ.λπ. Ομως παρά τις «επενδύσεις» της Μόσχας στο τελευταίο αυτό πεδίο η κυριαρχία της Δύσης παραμένει αδιαμφισβήτητη. Οι ρωσικές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό στα διάφορα μέτωπα του πολέμου στην Ουκρανία δεν προσφέρονται για εγχώρια επικοινωνιακή διαχείριση. Οπως τόσες φορές στο παρελθόν, μόνον η επίκληση του «πατριωτικού πόλεμου» διατηρεί προς το παρόν τη συσπείρωση του ρωσικού λαού.
Επανέρχομαι στο κείμενό μου του Δεκεμβρίου του 1999. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγα ήταν ότι «το σύνολο σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων είναι πεπεισμένο πως ο εθνικισμός αποτελεί το κατάλληλο μέσο για την τόνωση της αυτοπεποίθησης του ρωσικού λαού και κατά συνέπεια τη διασφάλιση του δικού του πολιτικού μέλλοντος». Και εδώ υπήρξε σύγκλιση απόψεων με τις επιδιώξεις του δυτικού πολιτικού κατεστημένου που, αντί να προσπαθήσει να ενσωματώσει τη Ρωσία στους θεσμούς του, με υψηλό κόστος είν’ αλήθεια, προτίμησε να τη χρησιμοποιήσει ως φόβητρο για την πλήρη ενσωμάτωση των υπόλοιπων μελών του ανατολικού συνασπισμού και την ενίσχυση της συνοχής τους.
H προσωπική μου εμπειρία από το Συμβούλιο της Ευρώπης σε περίοδο ελληνικής προεδρίας, με τη Ρωσία ενεργό μέλος αυτού του οργανισμού (Μάιος-Νοέμβριος 1998), είναι ότι υπήρχε διάθεση στη Μόσχα για μια αργή αλλά σταθερή πορεία προς την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση. Συνεχίζω να πιστεύω ότι η πλήρης ρήξη των πολιτικών δεσμών της Ρωσίας με την Ευρώπη υπήρξε και παραμένει λανθασμένη πολιτική επιλογή.
*Πρώην πρέσβης εκ προσωπικοτήτων
Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας