Το «James» του Πέρσιβαλ Εβερετ (Πούλιτζερ 2025) δεν είναι απλώς μια αναδιήγηση του κλασικού έργου του Μαρκ Τουέιν «Οι περιπέτειες του Χάλκμπερι Φιν», αλλά και μια απόπειρα αποκατάστασης του Τζιμ, ακόλουθου του λευκού αγοριού Χακ (που δραπετεύει από τον βίαιο πατέρα του) και μαζί με τον μαύρο φίλο του περιπλανώνται στον Μισισιπή με αίτημα την ελευθερία τους. Με αφετηρία αυτόν τον δευτερεύοντα χαρακτήρα, ο Εβερετ δημιουργεί μια νέα αφήγηση, αναδεικνύοντας αποσιωπημένες πλευρές της Ιστορίας, χωρίς να υποσκελίζει το πρωτότυπο έργο. Ακολουθώντας τη διακειμενική παράδοση του μοντερνισμού, όπως το «Πλατιά θάλασσα των Σαργασσών» (1966) της Τζιν Ρις, όπου η άφωνη «τρελή της σοφίτας», πρώτη σύζυγος του Ρότσεστερ στην Τζέιν Εϊρ της Σαρλότ Μπροντέ, παίρνει τον λόγο και μας αφηγείται τη δική της εκδοχή, με παρόμοιο τρόπο ο Εβερετ δίνει φωνή στον χαρακτήρα του σκλάβου που στο κλασικό βιβλίο παραμένει στο περιθώριο. Ο Τζέιμς του Εβερετ δεν είναι πια ο καλόβολος Τζιμ, ο αφελής και προληπτικός δούλος, αλλά ένας ευφυής και συναισθηματικά περίπλοκος, καλλιεργημένος άνθρωπος που χρησιμοποιεί τη γλώσσα σαν πανοπλία και διδάσκει στα μαύρα παιδιά πώς να επιβιώνουν στο καθεστώς της δουλείας: «Πάντα αποδίδει να δίνεις στους λευκούς αυτό που θέλουν».
Ο Εβερετ αποδομεί το στερεότυπο του ευγενούς λευκού και του υποταγμένου υπηρέτη, αναπληρώνοντας το κενό του αφανισμού του από τις αφηγήσεις της εποχής. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του «James» είναι η διαχείριση της γλώσσας. Ο Εβερετ καταδεικνύει το πώς η γλώσσα μπορεί να γίνει εργαλείο επιβολής, μίμησης, αλλά και απελευθέρωσης. Οι χαρακτήρες αναγκάζονται να υιοθετούν μια προσποιητά «αστεία» εκφορά του λόγου μπροστά στους λευκούς, ενώ στον ιδιωτικό τους χώρο μιλούν με ευφράδεια, πνεύμα και βάθος. Αυτό το διπλό επίπεδο της προφορικής έκφρασης προβάλλει τον βίαιο καταναγκασμό και την προσποίηση που ενέχει το καθεστώς της δουλείας δίνοντας μαθήματα επιβίωσης μέσα από τη χρήση μιας δήθεν αφελούς γλώσσας: «Τους αρέσει να σας διορθώνουν και να πιστεύουν ότι είστε ηλίθιοι. Μην ξεχνάτε, όσο περισσότερο επιλέγουν να μη θέλουν να σας ακούν τόσο περισσότερα μπορείτε να πείτε ο ένας στον άλλον μπροστά τους».
Με σκηνές δανεισμένες από το έργο του Τουέιν, αλλά και με εμβόλιμα επεισόδια που εμπλουτίζουν την πλοκή, ο Εβερετ μετατοπίζει το κέντρο βάρους και από μια περιπέτεια για παιδιά η αφήγηση μετατρέπεται σε μια ιστορία επιβίωσης. Ο Τζέιμς, ακόμα κι όταν δείχνει να συμμετέχει στα παιχνίδια του Χακ, διατηρεί μια απόσταση, γνωρίζοντας πως η παραμικρή λανθασμένη κίνηση μπορεί να είναι μοιραία γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Το μυθιστόρημα κορυφώνεται δραματικά όταν ο ήρωας γίνεται μάρτυρας του βιασμού μιας γυναίκας στον ίδιο χώρο όπου κάποτε έμενε ο ίδιος – μια σκηνή φρίκης που αποδίδεται με αξιοθαύμαστη οικονομία, μετατοπίζοντας τον αναγνώστη από τη θέση του παρατηρητή στη θέση του συμπάσχοντος. Παράλληλα, η γραφή απογειώνεται στις σελίδες όπου ο Τζέιμς συνομιλεί νοερά με τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, Λοκ και Βολτέρο, όπου ο συγγραφέας φέρνει τη ρητορική της ελευθερίας αντιμέτωπη με τη φρικτή πραγματικότητα της δουλείας. Η ίδια η πράξη της γραφής –η απόκτηση χαρτιού και μολυβιού, η επιλογή ονόματος, η ανάγκη της αφήγησης της δικής του ιστορίας– μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης. Στον Εβερετ ο Τζιμ παύει να είναι μια γραφική φιγούρα, είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται, διαβάζει και γράφει, αλλά αποκρύπτει αυτή τη γνώση για λόγους επιβίωσης. Στο δίπολο αυτό –της γλώσσας ως όπλου και της σιωπής ως στρατηγικής– στηρίζεται η υπόγεια ένταση του μυθιστορήματος. Η αφήγηση του Τζιμ είναι εσωτερική, φιλοσοφική, συγκρατημένα ειρωνική. Δεν επιζητά τη δικαίωση αλλά την αλήθεια. Η μορφή του Χακ, του αγοριού που στον Τουέιν προβάλλεται ως σύμβολο ηθικής και εξέγερσης, εδώ απογυμνώνεται από κάθε ρομαντισμό. Γίνεται φορέας μιας εγγενούς αφέλειας, καθρέφτης μιας λευκής κοινωνίας που πασχίζει να αναγνωρίσει τον ίδιο της τον ρατσισμό. Στο επίκεντρο βρίσκεται η φωνή του Τζιμ που γίνεται Τζέιμς – λιτή, διαυγής, ανεπιτήδευτη και υπαινικτική ταυτόχρονα.
«Με λένε Τζέιμς. Θα πάρω την οικογένειά μου. Μπορείτε να έρθετε μαζί μου ή μπορείτε να μείνετε εδώ. Μπορείτε να έρθετε και να δοκιμάσετε την ελευθερία ή μπορείτε να μείνετε εδώ. Μπορείτε να πεθάνετε μαζί μου προσπαθώντας να βρείτε την ελευθερία ή μπορείτε να μείνετε εδώ και να είστε νεκροί έτσι κι αλλιώς. Με λένε Τζέιμς».
Η μόνη ένσταση για την ελληνική έκδοση του «James» είναι ο χειρισμός της ιδιολέκτου των μαύρων. Σε σημεία ο λόγος τους είναι σχεδόν ακατανόητος, αν και, ίσως, αυτό να ήταν το ζητούμενο.
Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας