«Ιστορίες για τους παρείσακτους αυτού του κόσμου»

penny-dreadful.jpg

Οι Penny Dreadful μας υποδέχονται στον σκοτεινό και κυνικό μουσικό τους κόσμο | Φωτογραφία Penny Dreadful/ Georgia Panakia

Κουρελιασμένοι χαρακτήρες, αυταπάτες, καυστικοί στίχοι, οργισμένη ατμόσφαιρα και πολλές μελωδίες. Αυτό είναι το μουσικό παζλ των Penny Dreadful, όπως διαμορφώνεται στο δεύτερο album τους «Pilgrimage» το οποίο μόλις κυκλοφόρησε.

«Pilgrimage» σημαίνει προσκύνημα και οι Penny Dreadful προσκυνούν στην μουσική «Στο μόνο πράγμα που δεν θα σε προδώσει ποτέ», όπως μας ενημερώνει ο Γιάννης Καλιφατίδης, βασικός συνθέτης και στιχουργός του γκρουπ.

Στη συζήτηση μαζί του μας «απλώνεται» όλη η σκοτεινή ατμόσφαιρα των Penny Dreadful, με τραγούδια και στίχους που έχουν εμφανή σχέση με την καθημερινότητα και τα όσα τραγελαφικά βιώνουμε στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. « Ίσως ο ήχος της μπάντας να ήταν τελείως διαφορετικός αν δεν συνέβαιναν όλ’ αυτά γύρω μας» σημειώνει.

Μας εξηγεί ότι παρά το ότι κινούνται στην, ολοένα και πιο διευρυμένη Americana/Alternative Country σκηνή, οι ίδιοι έχουν πολλές διαφορετικές επιρροές, από την Αυστραλία μέχρι το post/punk.

Οι Penny Dreadful, όμως, επισημαίνουν ότι στην Ελλάδα «η παραγωγή και κυκλοφορία ενός δίσκου χωρίς δισκογραφική εταιρεία θα έπρεπε να είναι υποψήφια για Νόμπελ Θάρρους» προσθέτοντας ότι οι μουσικοί καλούνται να πληρώσουν αδρά προς ένα κράτος το οποίο δεν φρόντισε ποτέ να τους στηρίξει.

«Οι αρμόδιοι φορείς θα έπρεπε να αγκαλιάσουν τις μπάντες και να τις προωθήσουν. Άλλωστε, το μόνο εξαγώγιμο ελληνικό προϊόν, πέρα από το λάδι και τη φέτα, είναι ο πολιτισμός» μας λέει με νόημα ο Γιάννης Καλιφατίδης.

Το ντεμπούτο σας «Deadwood» είχε αποσπάσει πολύ καλές κριτικές και τώρα ήρθε το «Pilgrimage» το οποίο μοιάζει μεν σαν φυσική συνέχεια, αλλά έχει και αρκετές διαφοροποιήσεις μουσικά και υφολογικά. Πες μας δυο λόγια για τη νέα κυκλοφορία και την πορεία των Penny Dreadful.

Με το «Deadwood» χαρτογραφήθηκαν τα μονοπάτια στα οποία κινείται και το δεύτερο άλμπουμ. Αυτό γίνεται αντιληπτό και από τους στίχους, που αφηγούνται και πάλι ιστορίες για τους παρείσακτους αυτού του κόσμου ή μιλούν για αυταπάτες και απατηλά όνειρα.  Όσο για τη μουσική, θελήσαμε να βουτήξουμε πιο βαθιά στις επιρροές μας, να πειραματιστούμε με φόρμες και ήχους, διατηρώντας όμως τον βασικό κορμό, που είναι τα αυστραλέζικα και αμερικανικά ακούσματα. Το ζητούμενο ήταν να αποδώσουμε με μεγαλύτερη ένταση το συναίσθημα και το βίωμα, και αυτό λογίζεται ήδη ως επιτυχία για εμάς. Επομένως, οι διαφοροποιήσεις γεννήθηκαν μέσα από την προσπάθεια να αφομοιώσουμε και να αξιοποιήσουμε την εμπειρία που αποκομίσαμε από το πρώτο άλμπουμ.

Τα overdrive δείχνουν να υποχωρούν ελαφρώς στο «Pilgrimage», αλλά η οργή παραμένει.  Η μερική αυτή αλλαγή στον ήχο και οι πιο «γεμάτες» μουσικά συνθέσεις ήρθαν ως φυσική συνέπεια της εξέλιξης της μπάντας, είναι συνειδητή επιλογή ή απλά όπως έρθει η έμπνευση;

Ο ήχος των Penny Dreadful δεν χρειάζεται σώνει και καλά τεχνητές παραμορφώσεις για να ακουστεί βρόμικος και οργισμένος. Το ίδιο το παίξιμο της μπάντας έχει αρκετή ένταση για να υπηρετήσει τις συναισθηματικές εξάρσεις και τις δυναμικές του κάθε κομματιού. Πολλές φορές μου φαίνεται πως είμαστε μια punk-grunge μπάντα με κόφτη στο overdrive. Στο «Pilgrimage», η οργή παραμένει αλλά συνοδεύεται και από μια διάχυτη πικρία, ή ακόμα και από ψήγματα κυνισμού ή μαύρου χιούμορ. Όλα αυτά προέκυψαν μέσα από τις καταστάσεις που βιώνουμε όλοι μας τα τελευταία χρόνια. Ίσως ο ήχος της μπάντας να ήταν τελείως διαφορετικός αν δεν συνέβαιναν όλ’ αυτά γύρω μας. Οπότε, ναι, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για φυσική συνέπεια, στον βαθμό που είναι φυσιολογικό το προσφυγικό, η κρίση, η αθλιότητα, η αυταπάτη. Το θέμα είναι πόσο τα νιώθεις να σε αφορούν και πώς τα διαχειρίζεσαι χωρίς πομπώδεις συνθηματολογίες. Εμείς επιλέγουμε να μιλάμε για τη ζωή μας.

Στο «Pilgrimage» υπάρχουν και μπόλικες συμμετοχές από άλλους καλλιτέχνες, στα φωνητικά, αλλά και στην προσθήκη νέων οργάνων.  Αποτελεί αυτή η αναζήτηση συνεργασιών και επικοινωνίας ανάγκη για έναν μουσικό για να ανανεωθεί καλλιτεχνικά;  Είναι και ένας τρόπος για να δικτυωθούν τα μέλη μιας «σκηνής» καλύτερα μεταξύ τους και να αναπτυχθούν πιο ισχυροί δεσμοί;

Οι φιλικές συμμετοχές προέκυψαν αφενός από τις στουντιακές ανάγκες των κομματιών και αφετέρου από μια παιγνιώδη διάθεση. Η μουσική είναι παιχνίδι. Γι’ αυτό και λέμε «παίζω μουσική». Θεωρώ ότι άλλο το στούντιο, άλλο οι ζωντανές εμφανίσεις. Αλλού εστιάζεις όταν ηχογραφείς, αλλού όταν παίζεις επί σκηνής. Είναι δύο διαφορετικές διαδικασίες. Το μόνο κοινό στοιχείο είναι η ψυχή. Η πειθώ ότι πιστεύεις σ’ αυτό που κάνεις. Ότι είσαι αληθινός. Από κει και πέρα, είναι μια πανέμορφη αίσθηση να καλείς φίλους και ανθρώπους που εκτιμάς ως μουσικούς να συνεργαστούν στον δίσκο σου. Μεμιάς, βλέπεις τη μουσική σου να παίρνει άλλες διαστάσεις, που πολλές φορές ούτε και ο ίδιος τις φανταζόσουν.

Οι σκοτεινοί και σε σημεία «ενοχλητικοί» στίχοι είναι κάτι που σε χαρακτηρίζουν, και στο «Pilgrimage» υπάρχει έντονα το στοιχείο αυτό. Οι «αντιήρωες» που συνόδευαν τους Penny Dreadful στο «Deadwood» παραμένουν αφανείς συνοδοιπόροι ή μήπως προέκυψε μια ανάγκη να γράψεις για πιο κοινωνικά και λιγότερο εσωτερικά ζητήματα;

Κάθε άλλο. Οι αντιήρωες είναι κι εδώ στην πρώτη γραμμή, αν και προτιμώ να τους αποκαλώ κουρελιασμένους χαρακτήρες. Μάλιστα, στο «Pilgrimage» είναι τόσο απελπισμένοι, που φτάνουν στο σημείο να πιστέψουν ότι η μακρά οδοιπορία προς τον προσκυνηματικό τόπο, όποιος κι αν είναι αυτός, θα τους ανταμείψει για την πίστη και τις κακουχίες τους. Φτάνοντας όμως εκεί, ανακαλύπτουν προς μεγάλη τους απογοήτευση ότι ο άγιος δεν λέει να κάνει το θαύμα του. Τζάμπα τα τάματα, οι λαμπάδες, ο κόπος...

Γιατί Americana/country; Είναι μια σκηνή που διαρκώς μεγαλώνει στην Ελλάδα.

Americana έπαιζε ο Neil Young ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, για να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα, πλην όμως πολύ αγαπημένο. Απλώς τότε δεν λεγόταν έτσι. Κατά καιρούς, εμφανίζονται διάφορα συρτάρια για να χωρέσουν μουσικές και μπάντες που μοιράζονται έναν κοινό ήχο. Το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα έχει ξεπεράσει προ πολλού τα σύνορα της Αμερικής. Τι σημαίνει, όμως, Americana; Είναι όλα όσα μας έχει μάθει η αμερικάνικη μουσική, που έχει ριζώσει μέσα σε κάποιους από μας τόσο βαθιά, σε βαθμό να έχει γίνει σχεδόν βίωμα. Από την εφηβεία μας ακούμε Spirituals, Blues, Rock ’n’ Roll, Folk, Country – πράγματα γεννημένα στην Αμερική, που κατά καιρούς μπλέκονται με άλλα είδη και γεννάνε άλλες μουσικές. Φαίνεται ότι όλη αυτή η διεργασία αποκρυσταλλώνεται τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, οι Penny Dreadful κουβαλάνε κι ένα σωρό άλλες επιρροές, π.χ. από την Αυστραλία ή το Post Punk, με αποτέλεσμα ο όρος Americana να μην αρκεί για να μας καλύψει.

Διακρίνουμε μια «θρησκευτικότητα» σε αυτό το είδος, όπως και σε πολλά μουσικά ρεύματα που έρχονται, ουσιαστικά, μέσα από την λαϊκή παράδοση. Που αρχίζει και που τελειώνει η «θρησκευτικότητα» των Penny Dreadful;

Η θρησκευτικότητα έρχεται μέσα από την προσεγγιστική μέθοδο. Όπως είπα και προηγουμένως, το σημαντικό είναι να προσεγγίζεις τις επιρροές σου με ψυχή και σεβασμό και να αντλείς απ’ αυτές ιδέες και δύναμη για να ακολουθήσεις τη δική σου «θρησκευτική» πορεία. Έχουμε, όμως, και μεγάλη αδυναμία στις αιρέσεις, υπό την έννοια ότι μας αρέσει να δοκιμάζουμε νέα πράγματα και να εμπλουτίζουμε τη μουσική μας με διαφορετικά στοιχεία.

Ας πιαστούμε λίγο και από τον τίτλο του δεύτερου album. Εσύ σε τι «προσκυνάς»;

Στη μουσική. Στο μόνο πράγμα που δεν θα σε προδώσει ποτέ. Μόνο εσύ μπορεί να το προδώσεις. Γι’ αυτό και χρειάζεται πάντα να την προσεγγίζεις με ψυχή, κατάνυξη και σεβασμό. Και, προπάντων, με δέος. Δέος και συστολή απέναντι στην ίδια σου τη δημιουργία. Στην πραγματικότητα, η μουσική είναι ένα ταξίδι, όπου η κάθε πρόβα, το κάθε τραγούδι, ο κάθε δίσκος, η κάθε συναυλία συνδέονται με μια ιερότητα αλλά και με μια ελαφρότητα που σου επιτρέπει να συνεχίσεις.

Η μουσική σας έχει αρκετά κινηματογραφικά, ταξιδιάρικα στοιχεία. Ποιο θα ήταν το κατάλληλο σενάριο για να γράψεις ένα soundtrack πάνω στον ήχο των Penny Dreadful;

Λατρεύω τα ντοκιμαντέρ του Werner Herzog, αλλά και τον εναλλακτικό αμερικανικό κινηματογράφο. Στο δικό μας ντοκιμαντέρ, θα ξεκινούσαμε ένα οδοιπορικό από τις ερημικές εκτάσεις της Αυστραλίας, θα διασχίζαμε τον Ειρηνικό ωκεανό, θα περιηγούμασταν στους αχανείς αυτοκινητοδρόμους της Αριζόνα, θα διανυκτερεύαμε στα ρημαγμένα αγροκτήματα της Οκλαχόμα και σε έρημα δάση στοιχειωμένα από τον Τσαρλς Μάνσον, θα διασχίζαμε τους μουντούς βάλτους της Λουιζιάνα και θα καταλήγαμε στα απέραντα λιβάδια της Βόρειας Ντακότα, αφήνοντας πίσω μας τα σκουριασμένα βιομηχανικά κτίρια του Σικάγο.

Φωτογραφία Penny Dreadful/ Georgia Panakia

Μιας και χρησιμοποιούμε συχνά τον όρο «σκηνή», τελικά, είναι δόκιμος για τα ελληνικά δεδομένα; Υπάρχει διάθεση από καλλιτέχνες και μπάντες για περαιτέρω συνεργασία, αλληλεπίδραση και αλληλοβοήθεια;

Ναι, ασφαλώς! Άλλωστε, αυτό φαίνεται και από την αύξηση που παρατηρούμε στα φεστιβάλ ανά την Ελλάδα αλλά και από συγκροτήματα που συμπράττουν για να μοιραστούν την ίδια σκηνή για μια βραδιά ή από μουσικούς που συνεργάζονται παίζοντας ο ένας στην μπάντα του άλλου. Προσωπικά, θα ήθελα το φαινόμενο αυτό να μην περιορίζεται σε μουσικά είδη αλλά να αγκαλιάζει όλη την εναλλακτική μουσική κοινότητα.

Η καλλιτεχνική δημιουργία καθορίζεται μοιραία και από το κοινωνικό γίγνεσθαι; Ποια είναι η δική σου θέση στο… μνημονιακό πλαίσιο;  Πόσο χώρο για ανάσα έχει ένας μουσικός στην Ελλάδα του 2017;

Εννοείται ότι καθορίζεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Και μάλιστα, πολλές φορές, δεν καθορίζεται μοιραία, αλλά με μοιραία αποτελέσματα. Οι μπάντες αντιμετωπίζονται συχνά σαν εμπορικές επιχειρήσεις και πρέπει ούτε λίγο ούτε πολύ να κάνουν έναρξη επαγγέλματος στην Εφορία για να μπορούν να πουλάνε τους δίσκους τους, χωρίς ποτέ να καταφέρνουν να αποσβέσουν τα έξοδα, μιας και η παραγωγή και κυκλοφορία ενός δίσκου χωρίς δισκογραφική εταιρεία θα έπρεπε να είναι υποψήφια για Νόμπελ Θάρρους. Το ερώτημα που τίθεται είναι, όμως, γιατί να έχει έσοδα ένα κράτος από κάτι το οποίο ουδέποτε φρόντισε να στηρίξει. Οι αρμόδιοι φορείς θα έπρεπε να αγκαλιάσουν τις μπάντες και να τις προωθήσουν. Άλλωστε, το μόνο εξαγώγιμο ελληνικό προϊόν, πέρα από το λάδι και τη φέτα, είναι ο πολιτισμός.

Και που αισθάνονται πιο άνετα οι Penny Dreadful; Στο στούντιο προσθέτοντας δημιουργικές πινελιές στη μουσική τους, σε μια συναυλία αλληλεγγύης ή σε ένα μεγάλο Americana live «πάρτι»;

Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Στο στούντιο γράφεις προσπαθώντας να αποτυπώσεις τη μουσική σου όσο το δυνατόν καλύτερα. Να ολοκληρώσεις έναν κύκλο και να πας παραπέρα. Σε μια συναυλία αλληλεγγύης παίζεις για να στηρίξεις μια πρωτοβουλία, για να δώσεις μεγαλύτερη δύναμη σε μια φωνή διαμαρτυρίας. Όπως και κάθε συναυλία ή πάρτι, αν θέλεις, είναι μια διαδικασία, όπου η μουσική σου παύει να σου ανήκει και γίνεται κοινό κτήμα με τον κόσμο – που είναι και η ομορφιά του όλου πράγματος.

Τα επόμενα σχέδια; Συναυλίες υπάρχουν στο πρόγραμμα;

Με την πολυαναμενόμενη κυκλοφορία του «Pilgrimage» σε βινύλιο, θα έχουμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε το άλμπουμ ζωντανά στη σκηνή του ΙΛΙΟΝ Plus, με την υποστήριξη του Merlin’s Music Box, στις 12 Οκτωβρίου. Θα ακολουθήσουν το 3ο Prairie & Rust Fest στη σκηνή του ΖΟΟ (19-22 Οκτωβρίου) και η εμφάνισή μας στις 28 Οκτωβρίου στη σκηνή του Gagarin, μαζί με τους θρυλικούς Fuzztones. Από κει και πέρα, θα οργώσουμε την Ελλάδα ενώ περιμένουμε και κάποιες επιβεβαιώσεις για εμφανίσεις στο εξωτερικό. Πρώτη στάση, όμως, θα είναι το Vinyl is Back την Κυριακή 8 Οκτωβρίου.