«Υπερφίαλος διασκελισμός των ίσκιων»

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (Αθήνα, 1945), διευθυντής του περιοδικού Γράμματα και Τέχνες (1982-1998), συν-διευθυντής του τριμηνιαίου περιοδικού ποίησης Τα ποιητικά (2011-), μελοποιημένος από τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Χάρη Κατσιμίχα και τιμημένος με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2001) και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (2009), δημοσιεύει το magnum opus του, την ποιητική σύνθεση «Εκτακτο δελτίο καιρού» (Μελάνι, 2017, σελ. 66).

Εργο που ενώ σε πρώτο επίπεδο παραμένει κλειστό και δυσπρόσιτο, τάχα γλωσσοκεντρικό, γλωσσογενές και παιχνιδίζον, στην πραγματικότητα συνοψίζει, ως ένας στοχαστικός και αισθητικός απόλογος −ως ένας δηλ. τελικός λόγος-απολογισμός− τα όσα βίωσε, σκέφτηκε και αισθάνθηκε αυτός ο τόσο αισθαντικός νους και ποιητής, που κρατά μια δική του απόσταση από τα πράγματα.

Ενας νους και μια αφή που δεν κατόρθωσαν να συντονιστούν ισόβια με το επιφαινόμενο του κόσμου. Καθώς, όπως μας λέει, «τίποτε με την πτώση δεν διανύεται». Μια πτώση στην ύπαρξη −έτσι την εκλαμβάνει ο ποιητής− σε έναν τόπο όπου μας αφαιρούνται τα μέλη. Και όπου ασφυκτιούμε στα «μελανά λιβάδια των νοημάτων».

Αξιώνοντας ή έστω υποθέτοντας την ύπαρξη μιας όντως ουσίας. Ενα πλέγμα που χωρίζει το χρονισμένο από το άχρονο και το οποίο δύναται, έστω μέσω της ποιητικής φαντασίας, να διαρρηχθεί. Ομως επαναληπτικά αποτυγχάνουμε και έτσι ο ποιητής μάς εκθέτει στο καταστάλαγμά του. Σε μια ποιητική αναφορά που συνθέτει την πλατωνική φιλοσοφία με τη λυρική μετα-σολωμική ποίηση στο πλαίσιο της σύγχρονης Αθήνας.

Εξ αρχής λοιπόν ο στοχαστικός αυτός ποιητής ανατρέπει τα αναμενόμενα. Μιλά για τις «ακτές του ουρανού όπου λιάζονται σώματα» και κομίζει «αποδείξεις» της αναζήτησης της «ουσίας». Ενδεικτικές οι διατυπώσεις: «υπερούσια μήτρα», «η μέρα από φως σκαλισμένη σε σχήματα», «εγώ ρευστός αναδύομαι», «το αρνητικό του σώματός μου», «σκιά περιπλανώμενη», «το αγωνιώδες τρίξιμο στις ραφές του φωτός», «ακούς πουλί και λες λέκιασμα ιδέας», «ο ίσκιος συλλαβίζει το αίτημα της καταγωγής του» κ.ά.

Επομένως πρόκειται για ένα «ράγισμα του γαλάζιου», μια «πείνα που γδέρνει το γαλάζιο» και που αντιτίθεται στο «Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε» της Μαρίας Νεφέλης του Ελύτη. Για να κομίσει μιαν άλλη, μια βυζαντινότροπη αντίθεση. Μια ποιητική «απόδειξη» πως έχουμε πιαστεί σε μια καφκική παγίδα, σε έναν μεταφυσικό εγκλωβισμό που κάνει τον νου να ασφυκτιά, όχι σε μια γλυκιά, αλλά σε μια αφόρητη ασφυξία: «η πάνω γνάθος ουρανός και η κάτω γνάθος γη» ή «σαθρός ο θρίαμβος του χώματος».

Και το αίτημα του ποιητή; Ακατάβλητο. «Να σκίζει ακύμαντα νερά και λαμπυρίσματα». «Οι ώρες να σκάνε φουσκάλες». Ωστε να εξοικειωθεί «με το άγριο θαύμα του θανάτου». «Χωρίς ανάγκη σώματος» να επανα-ενεργοποιήσει την αέναη Sehnsucht, τη νοσταλγία των ρομαντικών. Την αναζήτηση του «γαλάζιου άνθους» του Νοβάλις, που απαντά στην ερώτηση προς τι η τέχνη; «Επιστρέφω πάντα στον οίκο μου. Στον οίκο του πατρός μου». Ή με τα λόγια του Παπαγεωργίου: «Ποιος ορίζει το ύψος ενός αυτοσχέδιου σιντριβανιού και την ακίνητη στην έναρξη της πτώσης του καμπύλη∙ της συντριβής του τα όρια ποιος καρφώνει στο κενό».

Μια αναζήτηση που δεν είναι παρά η εκκοσμικευμένη εκδοχή μιας θρησκευτικότητας, μια προσευχή ή ένα κήρυγμα από τον άμβωνα. Στην αξίωση της ενώσεως με το όποιο θείο. Μια γραμμή που ξεκινά σχηματικά από τους ορφικοπυθαγόρειους και περνά στον Πλάτωνα, στους νεοπλατωνικούς, τους χριστιανούς, και από εκεί συνεχίζει στους Γερμανούς, στις αποχρώσεις του πιετισμού, τον Eckhart, τον Boehme, και φτάνει στους ρομαντικούς. Και παραλλάσσεται στη «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Σολωμού, στο «Μ’ ένα στεφάνι φως» της Τζένης Μαστοράκη, και πλέον στο Εκτακτο δελτίο καιρού του Παπαγεωργίου.

Και παραθέτουμε «ενδείξεις» της αισθητικής αυτής προσθήκης στο όντως σώμα μιας απαιτητικής λογοτεχνίας, μιας τέχνης ταπεινής και ιδιότυπης: «φλέγονται οι φλέβες διάφανες παιδιών», «το λευκό ως έγκαυμα», «ακατάπαυστα ζυμώνεται η σκουριά των ονομάτων», «θαύμα το θαύμα του θανάτου απλώνεται χωρίς αξιώσεις φήμης», «στρατιές αγγέλων να εφορμούν σε κάδους με απαστράπτοντα κομμάτια φεγγαριού και περισσεύματα ηχηρά πλούσιων δείπνων».

Μετέχοντας έτσι σε ένα παραλήρημα, σε έναν περιττό και αυτο-αντανακλώμενο μονόλογο, ο άνθρωπος ως ένα μεταφυσικό κύμβαλον αλαλάζον, πλησιάζει στην άκρη αυτής της γης, «της μετέωρης εξέδρας» για να παρατηρήσει τον ουρανό, αυτό το «είδος μετέωρου θόλου». Με ένα δέρμα ως «ύφασμα πλεγμένο», που σβαρνίζεται «πάνω σε γήπεδο νοερά στρωμένο χλόη του αίματος».

Ο ποιητής έως τέλους, ως ένας «υπερφίαλος διασκελισμός των ίσκιων», με τα «ακατάληπτα τραυλίσματά του» ως poeta vates (ποιητής προφήτης) οραματίζεται μια «θέα ασύνορη», μια «καταβύθιση» ουσιαστική «στα ορυχεία της λύπης», ώστε να αποφύγει τον ουρανό, αυτή την «αέρινη λεπίδα γαλανού ικριώματος».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ