Υπάρχει μέλλον για τους μοναχικούς λύκους;

Το τελευταίο επεισόδιο στην αλυσίδα των τζιχαντιστικών επιθέσεων στην Ευρώπη σημειώθηκε στις 10 Νοεμβρίου στην Τουλούζη. Ενας νεαρός, ο οποίος, κατά την αστυνομία, έδρασε εσκεμμένα, έπεσε με το αυτοκίνητό του σε ομάδα Κινέζων φοιτητών, τραυματίζοντας σοβαρά τον έναν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Τουλούζη επιλέγεται ως σημείο τρομοκρατικής επίθεσης: πριν από δύο μήνες, στις 14 Σεπτεμβρίου, ένας άντρας, «φωνάζοντας επικλήσεις στον Αλλάχ», είχε επιτεθεί σε περαστικούς στον δρόμο, τραυματίζοντας εφτά.

Ομως δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο η Τουλούζη έχει μια ιδιαίτερη συμβολική σημασία στην προσπάθεια αντιμετώπισης της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας. Στην πόλη αυτή σημειώθηκε, στις 19 Μαρτίου 2012, η πρώτη ισλαμιστική επίθεση στη Γαλλία τον 21ο αιώνα. Το πρωί εκείνης της ημέρας και έχοντας προηγουμένως σκοτώσει τρεις Γάλλους στρατιώτες (βορειοαφρικανικής καταγωγής), ο Μοχάμεντ Μερά, Γάλλος αλγερινής καταγωγής, επιτέθηκε σε ένα εβραϊκό σχολείο, σκοτώνοντας με πυροβόλο όπλο έναν νεαρό ραβίνο, τα δυο του παιδιά (5 και 3 ετών) και ένα κορίτσι, 8 ετών.

Η επίθεση μαγνητοσκοπήθηκε από τον ίδιο τον δράστη, ο οποίος σκοτώθηκε μετά από δύο μέρες σε μάχη με την αστυνομία. Το -κατά τον τότε πρόεδρο Σαρκοζί- «πολιτικό» συμβάν των επιθέσεων σηματοδότησε την έναρξη του κύκλου αίματος στη Γαλλία και συνέπεσε με τις εξαγγελίες του Αλ Ζαουάχρι περί μιας Γαλλίας «ώριμης για θρησκευτική αφύπνιση»1. Ο Μερά διατηρεί, και σήμερα, μια ιδιαίτερη θέση στην τζιχαντιστική αγιογραφία και επανέρχεται συνεχώς στην επικαιρότητα με διάφορες ευκαιρίες.

Και αυτό γιατί σηματοδοτεί ουσιαστικά για τη Γαλλία και γενικότερα για τη Δύση την εμφάνιση των μοναχικών λύκων, των μεμονωμένων τρομοκρατών, που με στοιχειώδη οπλισμό (ένα πυροβόλο όπλο, ένα μαχαίρι, ένα σφυρί) ή και χωρίς καθόλου (επιβαίνοντας απλώς σε ένα αυτοκίνητο) και με κύριο μέσο τον αιφνιδιασμό, πετυχαίνουν τον στόχο τους, δηλαδή την επιβολή του τρόμου.

Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε κάποια στοιχεία κοινά ανάμεσα στο σήμερα και το τότε, ανάμεσα δηλαδή στους φόνους του 2012 και την τελευταία επίθεση: και στις δύο περιπτώσεις, οι επιθέσεις ήταν ατομικές, μεμονωμένων δραστών, με παρόμοιο ψυχολογικό υπόβαθρο (κοινωνικοπαθούς νάρκισσου στην περίπτωση του Μερά, απλώς «διαταραγμένου» στη δεύτερη), οι οποίοι, επικαλέστηκαν κίνητρα θρησκευτικά, αλλά, το ίδιο σίγουρα, ήταν διαποτισμένοι από βαθύ μίσος εναντίον των Γάλλων, των Εβραίων, της κοσμικόδοξης κοινωνίας. Και στις δυο περιπτώσεις, οι δράστες ήταν μεν άτομα με προηγούμενο ιστορικό εγκληματικών ενεργειών, χωρίς όμως, έως εκείνη τη στιγμή, καταγεγραμμένη δράση θρησκευτικού εξτρεμισμού.

Αυτό όμως που με ενδιαφέρει περισσότερο στην είδηση της συγκεκριμένης επίθεσης είναι ακριβώς το γεγονός ότι πλέον δεν αποτελεί είδηση. Ανάμεσα στις δύο επιθέσεις έχουν μεσολαβήσει εκατοντάδες άλλες, κατά τις οποίες απλοί, συνηθισμένοι πολίτες, που, στις περισσότερες των περιπτώσεων, δεν καλύπτουν τα καταγεγραμμένα κριτήρια του κινδύνου ριζοσπαστικοποίησής τους2, μετατρέπονται, από τη μια στιγμή στην άλλη, σε εν δυνάμει ή και σε πραγματικούς εγκληματίες μαζικών εγκλημάτων. Κατά το 2017, καταγράφηκαν στην Ευρώπη 47 επιθέσεις με 133 νεκρούς.

Οι 18 (με 41 νεκρούς και 260 τραυματίες) φέρουν παρόμοια χαρακτηριστικά: ένας δράστης, χωρίς ιδιαίτερο εξτρεμιστικό παρελθόν, με όπλο ή με όχημα, επίκληση στη θρησκευτική σημασία της πράξης, επίθεση στη μέση του δρόμου εναντίον αγνώστων.

Οι μοναχικοί λύκοι προφανώς έχουν πολλαπλασιαστεί. Και όπως συνήθως συμβαίνει με τις απότομες οικολογικές αλλαγές, έτσι και εδώ το οικοσύστημα της τρομοκρατίας έχει διαταραχθεί. Οι επιθέσεις δεν προκαλούν πλέον τον ίδιο με παλιά πανικό, η αίσθηση έχει αμβλυνθεί, ο τρόμος αποτελεί πλέον παντού μέρος της καθημερινότητας. Από το Λιντς μέχρι το Τούρκου και από την Ανδαλουσία ώς το Νόρφολκ, περνώντας από το κέντρο της Ευρώπης (Βερολίνο, Βρυξέλλες, Λονδίνο, Παρίσι), ο τρόμος ως αυτοσκοπός του τζιχαντιστικού μηνύματος των μοναχικών, διαταραγμένων τρομοκρατών, ούτε εντυπωσιάζει πλέον ούτε σταματά την καθημερινότητα.

Είναι ασφαλές, νομίζω, να υποθέσει κανείς ότι παρόμοιες επιθέσεις δεν θα σταματήσουν. Μπορούμε, επίσης, την ίδια στιγμή, να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι πυρήνες της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας, που αναπτύσσονται παρασιτικά εις βάρος τις ισλαμικής κοινότητας των πιστών, θα προσπαθήσουν να βρουν άλλους τρόπους επιβίωσης, κινούμενοι πιο μεθοδικά, αλλάζοντας τα μέσα και το πλαίσιο των επιθέσεων και επιλέγοντας στόχους πιο «πολιτικούς», επιστρέφοντας, με αυτόν τον τρόπο, σε πιο «ισλαμικές» μεθόδους ερμηνείας της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας3, κυρίως σε σχέση με τις διαφαινόμενες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

(1) Andrew Hussey: The French Intifada – The Long War between France and its Arabs, Granta, 2014.
(2) Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί αρκετοί μηχανισμοί μέτρησης και πρόγνωσης των κινδύνων του εξτρεμισμού, ανάμεσα στους οποίους ο πλέον αξιόπιστος είναι το VERA (Violent Extremist Risk Assessment), στις διάφορες εκδοχές του.
(3) Amr Sabet: Islam and the Political, Theory, Government and International Relations, Pluto Press, 2008.

* (εκλ.) αναπληρωτή καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ