Ξεχωρίζω πάντα τον Βιζυηνό

dervi.jpg

Λουκία Δέρβη Η σημερινή φιλοξενούμενη μας ξεφυλλίζει με καθαρότητα και ακρίβεια τα βιβλία που την καθόρισαν

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Στον πυρήνα της γραφής της αναδύονται ψυχικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαθλάσεις, ωσμώσεις, έλξεις ή ρήξεις. Ο εαυτός και οι εαυτότητες, ο εαυτός ως Αλλος, ο εαυτός ως συλλογική μνήμη, ο εαυτός ως χαμενοκερδισμένη αφήγηση. Η Δέρβη, με γλώσσα ελλειπτική, χαμηλόφωνη, πλάγια ειρωνική, πραγματώνει την πεζογραφική ιδιοπροσωπία της.

Η σημερινή φιλοξενούμενη της στήλης μας, έχοντας εκδώσει, μεταξύ 2004-2015, τέσσερα πεζογραφικά βιβλία, ξεφυλλίζει με καθαρότητα και ακρίβεια τα βιβλία που την καθόρισαν, εντός κι εκτός κειμένου. Μια ανοιχτή αναγνωστική βεντάλια, που εν πολλοίς αντανακλά και το υπέδαφος των κειμένων της.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Το πρώτο (δανεικό από τον αδερφό μου) βιβλίο που με μάγεψε ήταν «Ο Χοκ Φιν» του Μαρκ Τουέιν και οι τάσεις φυγής του. Ουσιαστικά, ο Χοκ Φιν ήταν ο πρώτος φανταστικός φίλος που έκανα. Ηταν όμως και κάτι άλλο: η εισαγωγή στον μαγικό κόσμο των βιβλίων.

Επειδή ταυτιζόμουν με τους ήρωες και τις ηρωίδες των αναγνωσμάτων μου, όταν προσπάθησα να διαβάσω τη «Μαντάμ Μποβαρί» του Φλομπέρ και έντρομος ο πατέρας μου πήγε και την έκρυψε στο δωμάτιό τους. Η οικογενειακή βιβλιοθήκη ήταν έκτοτε απαγορευμένη και άρα αξιοζήλευτη και τα βιβλία στα ράφια αντικείμενα πόθου.

Ετσι, στην αρχή αρκέστηκα στα δώρα που μου έκανε ο οικογενειακός μας φίλος Τάκης Χ.: Ελύτη, Σεφέρη, Ταγκόρ, Γκιμπράν. Διάβαζα ποίηση χωρίς να καταλαβαίνω τις έννοιες και τα νοήματα συνειδητοποιώντας όμως πως πίσω από αυτά κρυβόταν ένας συγγραφέας με τον οποίο προσπαθούσα να επικοινωνήσω.

Δανείζομαι βιβλία από τη βιβλιοθήκη της Σχολής Μωραΐτη έπειτα από προτροπή του αξέχαστου καθηγητή μας Ματθαίου Μουντέ. Διαβάζω τα περισσότερα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη και αποστηθίζω ολόκληρα αποσπάσματα.

Εμβαθύνω στον «Ξένο» του Καμί και τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου στα μαθήματα Γαλλικών του σχολείου και μαγεύομαι από τη φιλολογική ανάλυση.

Η Βάσω Μ., φιλόλογος που μου παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα και αναλύουμε την «Οδύσσεια», παρατηρεί πως δακρύζω όταν απαγγέλλει από τα «Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη». Ο Κώστας Τ., μαθηματικός, καταλαβαίνει πως ενδιαφέρομαι περισσότερο για την ανάλυση της «Θέλησης για δύναμη» του Νίτσε, την οποία είχε μόλις διαβάσει, παρά για τη λύση των εξισώσεων για το αυριανό μάθημα. Το ίδιο κι ο μαθηματικός του σχολείου στον οποίο εξομολογούμαι πως διαβάζω την «Πολιτεία» του Πλάτωνα και γι’ αυτό τον παρακαλώ να μη με κόψει στην προφορική εξέταση.

Εχω πια πρόσβαση στην οικογενειακή βιβλιοθήκη. Διαβάζω το «Εγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, τη «Μαντάμ Μποβαρί» του Φλομπέρ (επιτέλους), τα «Κατά συνθήκη ψεύδη» του Νόρνταου, το «Κόκκινο και το μαύρο» του Σταντάλ.

Μου αρέσει και ο «Σιντάρτα» του Εσε, η «Μπαγκαβάτ Γκίτα», η Αγία Γραφή, ο Ηράκλειτος, η «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» του Κούντερα, τα «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα» του Μπρικνέρ, ο «Γλάρος Ιωνάθαν» του Μπαχ, το «Χαμένο νησί» του Καραγάτση, o «Ερωτας στα χρόνια της χολέρας» του Μάρκες, το «Πλουσιόπαιδο» του Φιτζέραλντ, ο «Γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουεϊ.

Στην Ελβετία όπου σπούδασα πήρα μαζί μου ένα μόνο εξωσχολικό βιβλίο: «Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη» του Πετρόπουλου από τη βιβλιοθήκη μας.

Πολύ αργότερα ανακάλυψα Ελληνες σύγχρονους πεζογράφους όπως: τον Δημητρίου με τη «Φλέβα του λαιμού», τον Πανσέληνο με τους «Τέσσερις ελληνικούς φόνους», τον Κουμανταρέα με την «Κυρία Κούλα», την Καραπάνου με την «Κασσάνδρα και τον Λύκο».

Το βιβλίο των βιβλίων το ανακάλυψα αφότου εκδόθηκε η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων: είναι ο συγκεντρωτικός τόμος με τα διηγήματα του Γεώργιου Βιζυηνού. Επειτα έρχονται η «Φόνισσα» και τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, η «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, διηγήματα του Μητσάκη, το «Τέλος της μικρής μας πόλης» του Χατζή, η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Δούκα, το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου, ο «Ιαγουάρος» του Κοτζιά, η «Eroica» του Πολίτη, το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή.

Από ’κεί και πέρα αρχίζουν οι σημαντικοί σταθμοί:

Ο «Μπαρμπα-Γκοριό» είναι η εξαιρετική εισαγωγή στον Μπαλζάκ, του οποίου τα έργα διαβάζω σιγά σιγά ακόμη μετά το βούτηγμα στις «Χαμένες ψευδαισθήσεις» του – σταθμός. Ενας κόσμος, μια εποχή, ένας μέντορας.

Το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι με δίδαξε τη σεμνότητα απέναντι στην τέχνη που υπηρετώ. Ο «Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι με σημάδεψε συναισθηματικά όσο λίγα βιβλία.

Παράλληλα διαβάζω ποίηση, ξανά. Παρακολουθώ τους σύγχρονους Ελληνες ποιητές. Ξεχωρίζω πάντα τον Βαρβέρη επειδή με εμπνέει γιατί μιλάει στην ψυχή του αναγνώστη.

Ξεχωρίζω πάντα τον Βιζυηνό. Και τον Μητσάκη. Και τον Παπαδιαμάντη. Και όλα τα βιβλία που ανέφερα πριν. Ολα τα βιβλία που έχουν ψυχή.

Τελευταίο βιβλίο της Λ. Δέρβη είναι η συλλογή διηγημάτων «Αλλού, στο πουθενά» (Μελάνι, 2015).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας