Βάζοντάς τα με τον εαυτό

filip_roth-kommeni.jpg

Φίλιπ Ροθ (1933-2018)

Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ τον Μάρτιο του 1933, ο μικρότερος από τους δυο γιους μιας οικογένειας Αμερικανοεβραίων που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Σε πολλά από τα βιβλία του εμφανίζονται αργότερα χαρακτήρες βασισμένοι πάνω στους γονείς του, τον Χέρμαν και την Μπέσι Ροθ, αλλά και τον αδελφό του, Σάντι.

Ο ίδιος έχει κατά καιρούς περιγράψει σε συνεντεύξεις του την παιδική του ηλικία ως μια εδεμική περίοδο και τον εαυτό του ως πειθήνιο και υπάκουο παιδί, που έφυγε από την πατρική οικία στα δεκαοκτώ για να σπουδάσει στο Μπακνέλ. Μετά τις σπουδές του άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα, εκδίδοντας το πρώτο του βιβλίο σε ηλικία είκοσι έξι ετών. Επρόκειτο για το «Αντίο Κολόμπους», με το οποίο ο Ροθ κέρδισε την αναγνώριση και απέσπασε το National Book Award των ΗΠΑ – παράλληλα όμως, εξαιτίας της απεικόνισης των Εβραίων μέσα στο βιβλίο, εγκαινίασε μια περίοδο διαμάχης με ένα κομμάτι της εβραϊκής κοινότητας, που κράτησε σχεδόν όσο και η συγγραφική του διαδρομή. 

Η επόμενη καμπή ήρθε δέκα χρόνια αργότερα, με το «Σύνδρομο Πόρτνοϊ», έναν κατά τόπους ξεκαρδιστικό, ψυχαναλυτικό μονόλογο, που μετέτρεψε τον Ροθ σε λογοτεχνική διασημότητα και του επέτρεψε να ζει στο εξής από τις πωλήσεις των βιβλίων του, αναπροσαρμόζοντας δραστικά τον τρόπο ζωής του. Ο αντίκτυπος της επιτυχίας αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο τον θεματικό πυρήνα τριών μυθιστορημάτων που εξέδωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 – και που συναπαρτίζουν τη λεγόμενη «πρώτη τριλογία του Ζούκερμαν».

Εδώ ο Ροθ διερευνά αριστοτεχνικά τη σχέση ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα, ενώ το γεγονός ότι «δανείζει» στον Νέιθαν Ζούκερμαν μια σειρά δικών του βιογραφικών στοιχείων ευνόησε τη συνέχιση μιας παραφιλολογίας γύρω από την προσωπική του ζωή, που είχε ήδη ξεκινήσει από το «Σύνδρομο Πόρτνοϊ» – και με την οποία ο Ροθ εμφανιζόταν κατά καιρούς εξοργισμένος. Σε κάθε περίπτωση, ο Αμερικανός συγγραφέας ακολούθησε τον Ζούκερμαν για πολλά χρόνια ακόμα, πριν τελικά τον αποχαιρετήσει με το συγκινητικό «Φεύγει το φάντασμα», το 2007. 

Αν με τον Ζούκερμαν ο Ροθ εξέτασε τη σχέση λογοτεχνίας και ζωής, και αργότερα (στην περίφημη «αμερικανική τριλογία» του) τις βαθιές αντιφάσεις της μεταπολεμικής αμερικανικής κοινωνίας, με τον Ντέιβιντ Κέπες, το άλλο χαρακτηριστικό προσωπείο του, εξερεύνησε τις περιπλοκές της ερωτικής επιθυμίας, σε βιβλία όπως ο «Καθηγητής του πόθου», το «Βυζί» ή «Το ζώο που ξεψυχά».

Η συγκεκριμένη θεματική, βέβαια, μαζί με τον θάνατο, την ασθένεια, την εβραϊκή ταυτότητα, αλλά κυρίως τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη ελευθερία και τις απαιτήσεις του περίγυρου, διατρέχει όλο το έργο του Αμερικανού συγγραφέα, προσδίδοντάς του συνοχή – αλλά και επιτρέποντας ταυτόχρονα στους επικριτές του να του καταλογίσουν μονομανία και «αυτοαναφορικότητα». Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ροθ δεν πραγματεύεται ποτέ ένα θέμα από την ίδια οπτική: κάθε φορά επανέρχεται σε αυτό με μια νέα παραλλαγή, που το φωτίζει από εντελώς διαφορετική γωνία.

Ο Φίλιπ Ροθ πέθανε στις 22 Μαΐου 2018 στη Νέα Υόρκη, από καρδιακή ανεπάρκεια. Σχεδόν έξι χρόνια νωρίτερα, σε ηλικία εβδομήντα εννιά ετών, είχε ανακοινώσει την απόφασή του να σταματήσει το γράψιμο, θέτοντας τέλος σε μια συγγραφική διαδρομή μεγαλύτερη του μισού αιώνα. Στη διάρκειά της γνώρισε την αποδοχή από το ευρύ κοινό αλλά και τον έπαινο της κριτικής, αποσπώντας διακρίσεις και βραβεία σε όλο τον κόσμο, όχι όμως και το Βραβείο Νόμπελ, για το οποίο το όνομά του συζητούνταν κάθε χρόνο.

Πέρα από φανατικούς φίλους, το έργο του γνώρισε και σφοδρούς πολέμιους, που, μεταξύ άλλων, προσήψαν στον Ροθ υποτιμητική αντιμετώπιση των γυναικών ή των Εβραίων. Στις πιο σοβαρές –εξωφρενικές για τον ίδιο– από αυτές τις κατηγορίες, ο Αμερικανός συγγραφέας απάντησε αρθρογραφώντας δημόσια ή δίνοντας συνεντεύξεις, όπου τόνισε την ανάγκη για μια πεζογραφία που θα λογοδοτεί μόνο στις δικές της αξίες: την πειστικότητα, τη γλαφυρότητα, τη ζωντάνια, την αληθοφάνεια.

Είναι χαρακτηριστικό πως, παρόλο που συχνά δηλώνει απογοητευμένος από την εμμονή των δημοσιογράφων, ή και των αναγνωστών, να αναζητούν αυτοβιογραφικά στοιχεία στα βιβλία του, από μια άλλη άποψη δηλώνει κολακευμένος: επειδή οι χαρακτήρες του είναι τόσο πειστικοί, ώστε κάποιοι άνθρωποι τους πέρασαν για αληθινούς. 

Είναι προφανές πως, χτισμένη πάνω σε αυτές τις ρεαλιστικές προδιαγραφές, η πεζογραφία του Ροθ αντιστέκεται σε οποιαδήποτε ιδεολογική ανάγνωση της πραγματικότητας – όπως εξάλλου και οι ίδιοι οι ήρωες του επιβλητικού του έργου, που σε αρκετές περιπτώσεις δεν μπορούν καν να υπηρετήσουν την ελάχιστη ιδεολογία τού να είναι ο εαυτός τους. Ή, όπως το είχε θέσει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του, «Το να τα βάζεις με τον εαυτό σου είναι ενδιαφέρον, πολύ πιο ενδιαφέρον από το να κερδίζεις». 

Στη γλώσσα μας ο Φ. Ροθ ευτύχησε μεταφραστικά (Κατερίνα Σχινά, Αχιλλέας Κυριακίδης, Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Μαργαρίτα Ζαχαριάδη, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργος Τσακνιάς κ.ά), αλλά και εκδοτικά (σχεδόν όλοι οι τίτλοι κυκλοφορούν πλέον από τις εκδόσεις Πόλις). 

Έντυπη έκδοση
 


 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας