«Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα»

rigas_feraios.jpg

ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ

 Όψεις του Παράδεισου και της Κόλασης στο έργο του Διονύσιου Σολωμού

Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκά στην Κόλαση πεσμένα   

«Ήταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του»[1]. Με αυτά τα λόγια ο Charles Dickens το 1859 περιέγραψε την εποχή που γέννησε τη Γαλλική Επανάσταση σαν μια εποχή χάους και σύγχυσης που σκορπούσε στους ανθρώπους τα πιο αντιφατικά αισθήματα. Μια εποχή που ταρακούνησε συθέμελα την Ευρώπη και άλλαξε ριζικά την πολιτική μοίρα της, καθώς οι ίδιοι οι συντελεστές της την βίωσαν με τους μυθικούς όρους μιας κοσμογονίας ή μιας κοσμοϊστορικής στιγμής, όπου οι άνθρωποι δεν έγραφαν απλώς ιστορία, αλλά την έπαιρναν στα χέρια τους και την άλλαζαν. που ξαναέγραφαν την ιστορία από την αρχή, δηλαδή, καθώς, από την πρώτη στιγμή, η Γαλλική Επανάσταση έλαβε τις μεταφυσικές διαστάσεις ενός κοσμοσωτήριου γεγονότος, όπου το ζητούμενο δεν ήταν η αλλαγή του τάδε ή δείνα θεσμού, αλλά η συνολική καταστροφή του παλαιού κόσμου και η δημιουργία ενός νέου[2]. Μια εποχή, επομένως, που συνέδεσε τους αγώνες της με την έλευση μιας νέας ανθρωπότητας, βγαλμένης από τα σκοτάδια της αμάθειας και της δουλείας, και που, για αυτόν τον λόγο, είδε τον εαυτό της σαν μια διαπάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του φωτός και του σκότους, του καλού και του κακού, της ελευθερίας και της τυραννίας, του παραδείσου και της κόλασης.

    Όπως για παράδειγμα ο Διονύσιος Σολωμός, όταν σε ένα ιταλικό σονέτο του το 1820, το «Contro Bonaparte», παρομοίασε τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη με τον «στυγνό βασιλέα των φαλαγγών της Κόλασης» («il crudo re dell’ infernal falange») για να αποδώσει την καταλυτική σημασία των ναπολεόντειων πολέμων. Όσο υπερβολική κι αν μοιάζει μια τέτοια παρομοίωση, δεν παύει να είναι εγγεγραμμένη στον ιστορικό ορίζοντα της εποχής. Διότι, ποια άλλη λέξη πέραν της κόλασης, θα μπορούσε να περιγράψει έναν άνθρωπο που αιματοκύλησε την Ευρώπη στο όνομα της ελευθερίας; Που προβλήθηκε ως ο μέγας ελευθερωτής και λυτρωτής των καταπιεσμένων λαών της Ευρώπης και κατέληξε να γίνει ένας νέος τύραννος στη θέση των παλαιών; Που, με τα λόγια του Αδαμάντιου Κοραή, θα μπορούσε να γίνει «θεός επί της γης»[3], αλλά κατέληξε να γίνει ο Διάβολος αυτοπροσώπως; Που, αντί να καταστήσει την Ευρώπη ένα παράδεισο τη μετέτρεψε σε μια κόλαση; Για την εποχή των επαναστάσεων, δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος που να λατρεύτηκε και να μισήθηκε τόσο παράφορα όσο εκείνος, γεννώντας τόσες ελπίδες και διαψεύδοντας τις τόσο οικτρά. Με τα λόγια του Σολωμού στην «Ωδή εις τον Λορδ Μπάιρον», ο Ναπολέων ήταν «ο άνθρωπος του αιώνος», ένα μίγμα φωτός και σκότους, αρετής και ποταπότητας, που κατεδείκνυε πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα στον ελευθερωτή και τον τύραννο. Κι αυτό ήταν κάτι που οι Ιταλοί ή οι Επτανήσιοι γνώρισαν από πρώτο χέρι κατά τα έτη 1797-1799, όταν ο Ναπολέων τους απελευθέρωσε από τους τυράννους τους για να τους εγκαταλείψει αργότερα στο έλεός τους. Κι αυτό το τραυματικό αίσθημα της προδοσίας έμελλε να στοιχειώσει τα γραπτά όλων των φιλελεύθερων ποιητών της Ιταλίας, από τον Ugo Foscolo μέχρι τον Alessandro Manzoni[4], μη εξαιρουμένων του Ανδρέα Κάλβου ή του Σολωμού, που, ως επτανήσιοι και ιταλοθρεμμένοι, είχαν κάθε λόγο να παρομοιάζουν τον Ναπολέοντα με την κόλαση[5].

    Μια παρομοίωση θρησκευτική και πολιτική μαζί που, εξομοιώνοντας την πολιτική δράση του Ναπολέοντα με τις μεταφυσικές δυνάμεις της Κόλασης, διαβάζει την ιστορία με όρους θεοδικίας. Πρακτική, η οποία ανάγεται στον χριστιανισμό και καθορίζει μείζονα έργα της δυτικής γραμματείας, όπως η Θεία Κωμωδία του Dante Aligheri ή ο Χαμένος Παράδεισος του Milton, όπου οι μεταφυσικές έννοιες του Παραδείσου και της Κόλασης χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως πολιτικές αλληγορίες για την εποχή τους[6]. Κι αν αυτά τα έργα αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για τους επαναστατικούς ποιητές του 18ου και 19ου αιώνα, είναι γιατί και οι ίδιοι βίωναν την εποχή τους με τους αποκαλυπτικούς όρους του Παραδείσου και της Κόλασης[7]. Και μάλιστα με έναν τρόπο που θα ήταν αδιανόητος στον Dante ή στον Milton, καθώς από το 1789 και μετά τα νέα επαναστατικά κινήματα δεν αμφισβήτησαν μόνον το κύρος των βασιλικών ή  εκκλησιαστικών θρόνων αλλά και τον υπέρτατο θρόνο του Θεού, από τον οποίο αντλούσαν την νομιμοποίησή τους όλοι οι ελέω Θεού ηγεμόνες της εποχής. «Μετά τους θρόνους των βασιλιάδων σειρά είχε ο θρόνος του Θεού»: αυτό ήταν ένα από τα πιο σκοτεινά συνθήματα της περιόδου που, ενάντια σε κάθε μορφή βασιλείας, στοχοποιούσε κι αυτή ακόμη τη βασιλεία των Ουρανών στο όνομα μιας νέας ανθρωπότητας. Ο «θάνατος του Θεού» και η «γέννηση του Υπεράνθρωπου» ήταν δύο έννοιες που ακούστηκαν για πρώτη φορά σε αυτή την εποχή, πολύ πριν τον Nietzsche[8].

    Φυσικά αυτά ήταν αιτήματα που αφορούσαν τις πιο ριζοσπαστικές πτέρυγες των επαναστατικών κινημάτων, κι όχι μετριοπαθείς φιλελεύθερους όπως ο Σολωμός, που, ενάντια σε αυτό τον ριζοσπαστισμό, προσπάθησε να διασώσει το κύρος της θρησκείας και να τη συμφιλιώσει με τα επαναστατικά οράματα και τα φιλελεύθερα αιτήματα της εποχής. Όπως, για παράδειγμα, στις στροφές 89-92 του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», όπου έβαζε τη μορφή της Ελευθερίας να ενώνεται με αυτή την Θρησκείας και από την ένωσή τους να φωταγωγείται η Ελευθερία με ένα υπερκόσμιο θεϊκό φως:

Α! Το φως που σε στολίζει

Σαν ηλίου φεγγοβολή

Και μακρόθεν σπινθηρίζει

Δεν είναι όχι από τη γη

 

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

Χείλος μέτωπο οφθαμός

Φως το χέρι, φως το πόδι

Κι όλα γύρω σου είναι φως.

Πλατωνικό ή χριστιανικό στην καταγωγή του, το υπέρλαμπρο αυτό φως ήταν το σήμα κατατεθέν των επαναστατικών εποχών, συμβολίζοντας την έξοδο της ανθρωπότητας από τα σκοτάδια της τυραννίας. Ένα φως πολιτικό και θρησκευτικό μαζί, που, για να φωτίσει τον κόσμο έπρεπε πρώτα να κάψει τον ήδη υπάρχοντα, και μάλιστα, με εκείνη την «ακοίμητη φλόγα» της κολάσεως που μπροστά της κάθε άλλη φωτιά μοιάζει με «δροσιά»:

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω

Που μ’ αυτήν αν συγκριθή

Κείνη η κάτω οπού σας έχω

Σαν δροσιά θέλει βρεθή.

Φωτίζοντας και κατακαίοντας, το φως αυτό ήταν εξαρχής ένα μίγμα παράδεισου και κόλασης, παράδεισου για τους επαναστάτες και κόλασης για τους τυράννους. Μόνον που, όπως στο ποίημα του Dante, για να φθάσουν στον Παράδεισο οι επαναστάτες έπρεπε πρώτα να περάσουν από την κόλαση, καθώς το υπέρλαμπρο φως της ελευθερίας περιείχε μέσα του και πολλές σκοτεινές νύχτες που δεν τις χωράει ο ανθρώπινος νους:

Α! τι νύχτα ήταν εκείνη

Που την τρέμει ο λογισμός;

Άλλος ύπνος δεν εγίνη

Πάρεξ θάνατου πικρός.

Πρόκειται βεβαίως για τη νύχτα που οι Έλληνες άλωσαν την Τριπολιτσά και κατέσφαξαν όλους τους Τούρκους και Εβραίους αμάχους, πλην ενός. Κι ασφαλώς θυμάται κανείς το αποκαλυπτικό σκηνικό της κολάσεως που έστηνε ο Σολωμός για να δικαιολογήσει το έγκλημα αυτό: τη γη που ανοίγει και βγαίνουν από μέσα της οι αδικοσκοτωμένοι Ελληνες του παρελθόντος για να οδηγήσουν τους επαναστάτες να σφάξουν ακόμη και τα γυναικόπαιδα των Τούρκων. Με τον τρόπο του ο Σολωμός απέδιδε τη σφαγή της Τριπολιτσάς στην εκδικητική μανία των Ελλήνων, στην ανάμνηση των δικών τους αμάχων που είχαν σφάξει στο παρελθόν οι Τούρκοι και τους ωθούσε να πράξουν το ίδιο. Κι αν ο εθνικός ποιητής στιγμάτιζε με τέτοια σφαγή δεν ήταν μόνον γιατί εξέθετε ανεπανόρθωτα το κύρος της ελληνικής επανάστασης στα μάτια των Ευρωπαίων, αλλά κυρίως γιατί αδικούσε το δίκαιο του ελληνικού αγώνα, παρουσιάζοντας τους Έλληνες επαναστάτες ως στυγνούς εγκληματίες που δεν διέφεραν σε τίποτα από τους Τούρκους δυνάστες τους. Η ηθική εξομοίωση τυράννων και επαναστατών: αυτή ήταν η νύχτα που έτρεμε ο σολωμικός λογισμός, ή, ο Κάλβος στην ωδή «Εις Χίον» που επίσης έτρεμε τα ελληνικά αντίποινα στις τουρκικές σφαγές, το ενδεχόμενο οι Έλληνες να προβούν σε θηριωδίες αντίστοιχες των Τούρκων. Διότι η βαθύτερη αγωνία πίσω από όλα αυτά ήταν τι είδους ελευθερία θεμελίωναν τέτοιου τύπου εγκλήματα που έκαναν τους επαναστατημένους να μοιάζουν με αντίγραφα των τυράννων τους από την ανάποδη;

    Διόλου τυχαία η εποχή των επαναστάσεων ονομάστηκε η εποχή του Τρόμου, και διόλου τυχαία όλοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι ποιητές της εποχής χρησιμοποίησαν την εικόνα της Κόλασης για να αποδώσουν τον τρόμο αυτό[9]. Έναν τρόμο που είχε συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, καθώς δεν αφορούσε εν γένει την αιματοχυσία των επαναστατικών πολέμων, αλλά τα εγκλήματα πολέμου που διέπρατταν οι επαναστάτες στο όνομα της ελευθερίας. Διότι από τις γκιλοτίνες του επαναστατημένου Παρισιού μέχρι την Τριπολιτσά, οι επαναστάτες συχνά εγκλημάτησαν επί δικαίων και αδίκων με έναν τρόπο που τους έκανε να μοιάζουν με νέους τυράννους στη θέση των παλαιών. Σαν τον Ναπολέοντα, δηλαδή, ή, σαν τον Ροβεσπιέρο, που το 1794 ξεκαθάριζε ότι κάθε γνήσια επαναστατική πολιτική θα έπρεπε να είναι μίγμα αρετής και τρόμου κι ότι χωρίς τον τρόμο η αρετή είναι αναποτελεσματική[10]. Αυτή την πολιτική του τρόμου που νομιμοποιούσε κάθε είδους εγκλήματα στο όνομα της ελευθερίας προσπάθησαν να αποκρούσουν μετριοπαθείς φιλελεύθεροι της εποχής σαν τον Σολωμό, καλώντας τους επαναστάτες να επιδείξουν μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση:

Προσοχή καμία δεν κάνει

Κανείς, όχι, εις την σφαγή

Πάνε πάντα εμπρός. Ω! φθάνει,

Φθάνει. έως πότε οι σκοτωμοί;

Μόνον που οι πάντες ήξεραν ότι η επίδειξη μετριοπάθειας σε καιρούς πολέμου ήταν μια ανεκπλήρωτη ευχή. Με τα λόγια του Ροβεσπιέρου, η εποχή έμελλε να είναι ένα μίγμα αρετής και τρόμου, με τα λόγια του Dickens, ένα μίγμα φωτός και σκότους, παράδεισου και κόλασης, σαν τους Γάμους του Παράδεισου και της Κόλασης που είχε εξαγγείλει ο William Blake το 1793. Διότι το θέμα πίσω από όλα αυτά ήταν ότι υπήρχε μια λεπτή δυσδιάκριτη γραμμή που χώριζε την ελευθερία από την ελευθεριότητα και την ασυδοσία. Μια γραμμή που οι επαναστάτες της εποχής παραβίασαν πολλές φορές και γέννησε τους κολασμένους ήρωες του ρομαντισμού: τον William Lovell του Ludwig Tieck, τον πρώτο Faust του Goethe, τον Manfred του Byron, ή τον Λάμπρο του Σολωμού, έναν γενναιόψυχο άντρα που πολεμά ηρωικά τους Τούρκους τυράννους, αλλά την ίδια στιγμή παραβιάζει κάθε κώδικα ηθικής παρασυρμένος από τον αχαλίνωτο αισθησιασμό του. Που αποπλανά μια κοπέλα, τη Μαρία, τάζοντάς της γάμο και αρνείται να αναγνωρίσει τα παιδιά που αποκτά μαζί της. Που κλείνει τους τρεις γιους του σε ορφανοτροφείο όπου και πεθαίνουν και που εν τη αγνοία του κάνει έρωτα με την κόρη του οδηγώντας την στην αυτοκτονία. Και που στο τέλος όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις τύψεις του αισθάνεται την κόλαση να φλογοβολάει μέσα του. 

Κόλαση; την πιστεύω. είναι τη. αυξάνει

Kι όλη φλογοβολάει στα σωθικά μου

Απόψε κάποιος που ό,τι θέλει κάνει

Μόστειλε από το μνήμα τα παιδιά μου

Χωρίς να τη γνωρίζω εχθές μου βάνει

Τη θυγατέρα αισχρά στην αγκαλιά μου

Δεν λείπει τώρα πάρεξ να χαλάση

Τον εαυτό του γιατί με έχει πλάσει.

Αναγνωρίζει κανείς σε αυτούς τους στίχους τα συμπτώματα της ρομαντικής εξέγερσης του ανθρώπου κατά του Θεού. Ενός Θεού που δεν κατονομάζεται καν, αλλά αποκαλείται «Κάποιος που ό,τι θέλει κάνει» και η παντοδυναμία του είναι το άλλο όνομα της αυθαιρεσίας του. Έναν κακόβουλο και μοχθηρό Θεό που δεν ποίησε τα πάντα εν σοφία, αλλά έκανε τον Λάμπρο το τέρας που είναι, κι άρα, ένας τερατώδης Θεός που οφείλει να αφανιστεί μαζί με το τερατούργημά του. Αλλά φυσικά στη σολωμική ηθική όλα αυτά δεν είναι παρά αντανακλάσεις του Λάμπρου, γεννήματα της ενοχικής του συνείδησης και της κόλασης που δημιούργησε ο ίδιος για τον εαυτό του, καθώς τόσο καιρό ήταν αυτός που έκανε ό,τι ήθελε χωρίς κανένα ηθικό φραγμό. 

    Στο ερώτημα τι είναι αυτό που δημιουργεί την κόλαση του Λάμπρου, η απάντηση είναι ο τρόμος των επαναστατικών εποχών και μάλιστα με τους όρους που τον είχε περιγράψει ο Ροβεσπιέρος, καθώς πίσω από τους κολασμένους ήρωες του ρομαντισμού λανθάνει το σκοτεινό όραμα της απόλυτης ελευθερίας, που επειδή είναι απόλυτη, οφείλει να καταπατά κάθε συμβατικό ηθικό περιορισμό. Κι αυτό ακριβώς αποδίδει η εικόνα του επαναστατημένου ανθρώπου στα ρομαντικά ποιήματα που για να επιβεβαιώσει την απόλυτη ελευθερία του δεν αναγνωρίζει κανένα ηθικό φραγμό στη δράση του και που, με τα λόγια του Goethe, θέλοντας να γίνει Υπεράνθρωπος, οφείλει να καταστρέψει τα ιερά θέσφατα του κόσμου αυτού[11]. Τον Θεό, δηλαδή, ο οποίος στέκει ως εμπόδιο στην πρόθεση του ανθρώπου να καταστεί ο μόνος κυρίαρχος επί της γης. Εξ ου και η ταύτιση αυτών των ηρώων με τις φιγούρες του Προμηθέα και του Σατανά που, ως σύμβολα εξέγερσης κατά της θεϊκής παντοδυναμίας, στοιχειώνουν την υπεράνθρωπη βούληση του ανθρώπου να γίνει θεός στη θέση του θεού. Κι αν όλα αυτά μοιάζουν με ρομαντικές υπερβολές, δεν παύουν να είναι εγγεγραμμένες στον ιστορικό ορίζοντα μιας εποχής, που ούτως ή άλλως έτεινε στην υπερβολή και που στις πιο ριζοσπαστικές στιγμές της αμφισβήτησε τον χριστιανικό Θεό είτε μέσω της αναβίωσης του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου είτε μέσω της λατρείας του Σατανά ως θεού των κατατρεγμένων και των επαναστατών[12]. Κι είναι αυτό το κράμα προμηθεϊσμού και σατανισμού που μετατρέπει τον ρομαντικό επαναστάτη σε έναν «υψηλό εγκληματία» («sublime criminal»), αγγελικό και κτηνώδη μαζί, καθώς η πρόθεσή του να καταστρέψει τον κόσμο και να τον δημιουργήσει ξανά, τον καλεί να αρνηθεί κάθε κυρίαρχη ηθική και να κυλήσει στο έγκλημα και στην ακολασία, μετατρέποντας τον αισθησιασμό και την ανηθικότητα σε μέσα απελευθέρωσής του από τον κόσμο. Για να γίνει υπεράνθρωπος ένας τέτοιος ήρωας θα πρέπει επίσης να γίνει υπάνθρωπος, παραδομένος στα ορμέμφυτα και ένστικτα του, και να καταστραφεί από αυτά[13]. Σαν τον Λάμπρο, δηλαδή, που ενώ στην αρχή αντιμετωπίζει τις συμφορές του με επαναστατικό ηρωισμό, λέγοντας ότι δεν αναγνωρίζει κανένα θεό, ή, ακόμη περισσότερο, ότι είναι ο ίδιος «θεός του εαυτού του», στο τέλος εκπίπτει στην απόλυτη μοιρολατρία, μεταθέτοντας τις ευθύνες του στον Θεό που ό,τι θέλει κάνει. Αλλά πίσω από την πτώση του Λάμπρου διαβλέπει κανείς την αγωνία του Σολωμού να καταστήσει το όραμα της απόλυτης ελευθερίας μια φενάκη. Και κυρίως να δείξει ότι η απόλυτη ελευθερία των επαναστατών να αρνηθούν τους πάντες και τα πάντα δεν είναι παρά η άλλη όψη της τυραννίας, καθώς αν η απόλυτη ελευθερία συνίσταται στο να κάνει κανείς ό,τι θέλει, το ίδιο ισχύει και για τον τύραννο που επίσης κάνει ό,τι θέλει και δεν λογοδοτεί πουθενά[14].

    Ο τρόμος της απόλυτης ελευθερίας: αυτή ήταν η κόλαση που φλογοβολούσε τα σωθικά των επαναστατικών εποχών. Η κόλαση του Ροβεσπιέρου και του Ναπολέοντα που  προβλήθηκαν στην εποχή τους ως Τιτάνες και Υπεράνθρωποι για να εκπέσουν ως κοινοί κακούργοι και υπάνθρωποι. Και πίσω από αυτούς όλοι οι επαναστάτες της εποχής που, ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, ήταν ένα μίγμα αρετής και ανηθικότητας, καθώς οι ίδιοι πολεμιστές που τη μια στιγμή μάχονταν υπεράνθρωπα τους πανίσχυρους εχθρούς τους, την άλλη κατέσφαζαν άνανδρα ανήμπορα γυναικόπαιδα. Όπως τη νύχτα της Τριπολιτσάς, όπου η ελευθερία έβγαζε το άλλο της πρόσωπο, όχι το φωτεινό, το «σαν ηλίου φεγγοβολή», αλλά το σκοτεινό και το εγκληματικό. Και το ανησυχητικό ερώτημα στην επαναστατική ρητορική της εποχής ήταν μήπως αυτό το σκοτεινό πρόσωπο της ελευθερίας ήταν και το πιο αυθεντικό; Μήπως τελικά η σφαγή στην Τριπολιτσά δεν ήταν μια στιγμή συσκότισης της ελευθερίας αλλά αντιθέτως η στιγμή της πυράκτωσής της; Το πιο φωτεινό και πύρινο πρόσωπό της που, σαν την Κόλαση, έκανε κάθε άλλη φωτιά να μοιάζει με «δροσιά»; Διότι, πέρα από τις ρομαντικές μυθοπλασίες, ο τρόμος της απόλυτης ελευθερίας βρισκόταν εκεί έξω, στα πραγματικά πεδία των μαχών, όπου ανά πάσα στιγμή οι επαναστάτες μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την υπεράνθρωπη ελευθερία τους να κάνουν ό,τι θέλουν, σφάζοντας και λεηλατώντας χωρίς κανένα ηθικό ενδοιασμό. Δημιουργοί ενός νέου κόσμου οι μαχητές της ελευθερίας ήταν επίσης οι καταστροφείς του παλαιού. Κι η αγωνιώδης κραυγή του Σολωμού, «φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;», απηχούσε το ερώτημα μέχρι που μπορούσε να φθάσει αυτή η καταστροφή, ή, πόση απανθρωπιά μπορούσε να εμπνεύσει το πάθος για ελευθερία και το όραμα ενός νέου ανθρωπισμού;

    Με πολιτικούς όρους, αυτή ήταν η κόλαση των επαναστατικών εποχών: η κόλαση των τυράννων, βεβαίως, την οποία ο Σολωμός δεν έπαψε ποτέ να στιγματίζει στο έργο του, ταυτίζοντας την είτε με τους Τούρκους είτε με τις απολυταρχικές δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας. Αλλά πλάι σε αυτήν υπήρχε επίσης η κόλαση της επαναστατικής τρομοκρατίας που έκανε την Madame de Staël το 1815 να πει ότι «σαν τον Dante, η εποχή μας κατεβαίνει όλο και πιο βαθιά από τον έναν κύκλο της κολάσεως στον άλλο»[15]. Παρομοίωση ενταγμένη στο κλίμα μιας εποχής που διάβαζε τα πολιτικά γεγονότα με όρους θεοδικίας και απέδιδε στον εαυτό της όλα τα αποκαλυπτικά συμπτώματα μιας συντέλειας του κόσμου, ως εάν πίσω από τις νέες επαναστάσεις επίκειτο η Δευτέρα Παρουσία[16]. Διότι, διαβάζοντας την πολιτική ιστορία με μεταφυσικούς όρους, η εποχή πολιτικοποίησε και ιστορικοποίησε επίσης τη μεταφυσική. Με τα λόγια του Σολωμού, «μετέτρεψε τη μεταφυσική σε φυσική»[17]. Και το έκανε αυτό για να διασώσει το όραμα της ελευθερίας, όχι μόνον από τις δυνάμεις της τυραννίας, αλλά και την ακραία επαναστατικότητα που οδηγούσε την εποχή στην ελευθεριότητα και στο μηδενισμό. Ένα μηδενισμό, τον οποίο ο Σολωμός προσπάθησε να αποκρούσει με το ερώτημα του, «αν δεν υπάρχει λοιπόν ο Θεός τότε τι υπάρχει;»[18]. Και που απέναντι σε αυτό το μηδενισμό έστησε σαν ανάχωμα τον επίγειο παράδεισο ενός «όμορφου κόσμου ηθικού αγγελικά πλασμένου». Ένα κόσμο που όσο ιδεατός κι αν μοιάζει δεν παύει να αποτελεί την πραγματική βάση της ηθικής ελευθερίας. Διότι χωρίς την ιδέα ή το όραμα ενός όμορφου κόσμου ηθικού αγγελικά πλασμένου δεν θα ήταν νοητή καμία καταγγελία της ανηθικότητας, της ασχήμιας ή του κακού. Και μαζί με αυτά δεν θα ήταν νοητή καμία προσπάθεια του ανθρώπου να βελτιώσει τον κόσμο του και τον εαυτό του.

    Στο τέλος ήταν ο Παράδεισος που όφειλε να νικήσει την Κόλαση και μάλιστα με έναν τρόπο που την καθιστούσε σύμμαχό του, ως εάν η κόλαση των επαναστατικών πολέμων ήταν το καθαρτήριο από το οποίο έπρεπε να περάσει η εποχή για να φθάσει στον παράδεισο[19]. Η κόλαση στην υπηρεσία του παραδείσου: αυτή ήταν, ή, έπρεπε να είναι, η τελική έκβαση των επαναστατικών εποχών και που στα μάτια του Σολωμού έκανε τους ελεύθερους πολιορκημένους του Μεσολογγίου να μοιάζουν «με τριαντάφυλλα θεϊκά στην κόλαση πεσμένα». Μια εικόνα που θα μπορούσε να αποδώσει συνολικά την εποχή των επαναστάσεων, και κυρίως την προσπάθειά τους να διασώσουν το ηθικό όραμα της ελευθερίας, όχι για να σώσουν τον θεό από τον άνθρωπο, αλλά τον άνθρωπο από τον ίδιο τον εαυτό του. Διότι η προσπάθεια του Σολωμού στα ώριμα ποιήματά του να αναπαραστήσει τον άνθρωπο «στην πιο καλή και γλυκιά του ώρα» προϋποθέτει πάντα την ανθρωπιστική κρίση που προκάλεσαν η απάνθρωπη βία και αιματοχυσία των επαναστατικών πολέμων. Κι αυτό αποδίδει την εικόνα μιας εποχής που στο σύνολό της ήταν κράμα αρετής και ανηθικότητας, μεγαλείου και ποταπότητας. Που περιείχε μέσα της τις πιο ηρωικές πράξεις αυταπάρνησης και συνάμα τα πιο ειδεχθή εγκλήματα και θηριωδίες. Που την μια στιγμή ξυπνούσε στους ανθρώπους τα πιο ευγενή και μεγαλόψυχα αισθήματα και την άλλη τα πιο μοχθηρά ένστικτα και αβυσσαλέα πάθη. Μια εποχή βαθύτατου ανθρωπισμού και απανθρωπιάς μαζί που, με τα λόγια του Dickens, «πήγαινε στον παράδεισο και πήγαινε στο αντίθετό του».

*  Ο Δ. Πολυχρονάκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης


[1] Charles Dickens, Ιστορία δύο πόλεων, μτφρ. Α. Αγαπητού-Β. Τράπαλη, Εξάντας, Αθήνα 1989, σ. 11.

[2] Βλ. Luc Ferry, Η επανάσταση της αγάπης, μτφρ. Λ. Σιπητάνου, Πλέθρον, Αθήνα 2012, σ. 53-59.

[3] Αδαμάντιος Κοραής, Προλεγόμενα στους αρχαίους Ελληνες συγγραφείς, τ. Α., Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1986, σ. κε΄.

[4] Βλ. Μ. Isabella, Risorgimento in Exile, Oxford University Press, Oxford 2009, σ. 50.

[5] Για τη στάση του Κάλβου απέναντι στον Ναπολέοντα, βλ. Γ.Θ. Ζώρας, Ανδρέου Κάλβου Ωδή εις Ιονίους και άλλα μελετήματα, Αθήνα 1960, σ. 21.

[6] Βλ. E.R. Curtius, European Literature and the Latin Middle Ages, μτφρ. W. Trask, Princeton University Press, Princeton 1953, σ. 365-372.

[7] Βλ. M.H. Abrams, Natural Supernaturalism. Tradition and Revolution in Romantic Literature, Norton, New York 1971, σ. 327-334.

[8] Βλ. M.A. Gillespie, Ο μηδενισμός πριν από τον Νίτσε, μτφρ. Γ. Μερτίκας, Πατάκης, Αθήνα 2001, σ. 191-242.

[9] Βλ. P.A. Schock, Romantic Satanism, Palgrave, New York 2003, σ. 18-26.

[10] Βλ. J.P. Marat – L. Saint-Just – M. Robespierre, Κείμενα, μτφρ. Μ. Βερέττας, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, σ. 238.

[11] J.W. Goethe, Φάουστ, μτφρ. Α. Προβελέγγιος, Αθήνα 1924, σ. 20.

[12] Βλ. Mario Praz, The Romantic Agony, μτφρ. A. Davidson, Oxford University Press, London 1951, σ. 51-91.

[13] Βλ. Gillespie, ό.π., σ. 227.

[14] Στις σημειώσεις του «Λάμπρου» η αρνητική αναφορά του Σολωμού στη «σκιά του Roussou» («l’ ombre di Roussou», ΑΕ 24) υπενθυμίζει ότι ήταν μια ορισμένη ερμηνεία της φιλοσοφίας του Jean Jacques Rousseau πάνω στην οποία βασίστηκε η επαναστατική πολιτική του τρόμου κατά τη δεκαετία του 1790.

[15] Madame de Staël, Considérations sur les principaux événements de la Révolution française, Tallandier, Paris 1983, σ. 303.      

[16] Βλ. Abrams, ό.π., σ. 352-356.

[17] Διονύσιος Σολωμός, Τα Ευρισκόμενα, Κέρκυρα 1859, σ. 228.

[18] Γεώργιος Καλογούρος, Κριτικά κείμενα, φιλ. επιμ. Κ. Δαφνής, Κέρκυρα 1986, σ. 146.

[19] Βλ. Κ. Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992, σ. 161-164.

 
Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις
 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας