Το τελευταίο φεστιβάλ

voreia_korea-festival.jpg

Είσοδος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Στάδιο της Πρωτομαγιάς στην εναρκτήρια τελετή του 13ου Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας (1/7/1989). Τη σημαία κρατούν οι Στ Κοντονής (ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος), Δ. Μπασακάρου (Ν. ΠΑΣΟΚ), Δ.Τσίτκανος (ΚΝΕ), Γ.Κομψοπούλου(ΕΑΡ) Είσοδος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Στάδιο της Πρωτομαγιάς στην εναρκτήρια τελετή του 13ου Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας (1/7/1989). Τη σημαία κρατούν οι Στ Κοντονής (ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος), Δ. Μπασακάρου (Ν. ΠΑΣΟΚ), Δ.Τσίτκανος (ΚΝΕ), Γ.Κομψοπούλου(ΕΑΡ) | Τάσος Κωστόπουλος

«Τιμώντας το παρελθόν μας, οικοδομούμε το μέλλον»

(σύνθημα του φετινού 19ου Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας)

Μια οδυνηρή έκπληξη περίμενε τα μέλη των ελληνικών κομμουνιστικών νεολαιών που ταξίδεψαν τον περασμένο μήνα στο Σότσι της Ρωσίας για το 19ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών.

Οπως πληροφορούμαστε από τις ανακοινώσεις τόσο της ΚΝΕ όσο και της Νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση του ΝΑΡ, κατά την προσέλευσή τους στον χώρο του φεστιβάλ οι αντιπροσωπείες τους βρέθηκαν μπροστά στην απροσδόκητη απαγόρευση από την Ασφάλεια της διακίνησης «ανατρεπτικών» εντύπων και κομμουνιστικών συμβόλων, με το επιχείρημα ότι «το σφυροδρέπανο είναι παράνομο» στη σημερινή Ρωσία!

Δικαιολογητική βάση αυτής της απίθανης απαγόρευσης αποτέλεσε η γνωστή «θεωρία των δύο άκρων».

Οπως πληροφορούμαστε από τον επίσημο κανονισμό του φεστιβάλ που έχει αναρτηθεί στο Διαδίκτυο, απαγορευόταν η προσκόμιση «κάθε εξτρεμιστικού υλικού, συμπεριλαμβανόμενων των πανό, σημαιών, φυλλαδίων και ρουχισμού», το οποίο «ενσωματώνει ναζιστικά σύμβολα» ή «σύμβολα διακρίσεων βάσει της φυλής, του χρώματος, της εθνοτικής, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, του οικονομικού ή άλλου στάτους, του φύλου, της ανικανότητας, της γλώσσας, της θρησκείας, της πολιτικής ή άλλης άποψης»· ρητή εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελούσαν ωστόσο τα «επίσημα εμβλήματα των συμμετεχόντων κρατών».

Με άλλα λόγια, το σφυροδρέπανο ήταν απαγορευμένο ως σύμβολο της ταξικής πάλης («διάκρισης στη βάση του οικονομικού στάτους»), όχι όμως και ως κρατικό έμβλημα μετεπαναστατικών καπιταλισμών, όπως η Κίνα ή το Βιετνάμ.

Τα δε κριτήρια της σχετικής διάκρισης μεταξύ των προσερχομένων δεν πρέπει να διέφεραν και πολύ στην πράξη από τις μεθόδους κοινωνικού διαχωρισμού που εφαρμόζουν συνήθως οι πορτιέρηδες των νυχτερινών κέντρων...

Το σύντομο αυτό επεισόδιο, στο περιθώριο μιας διεθνούς διοργάνωσης όπου οι σύγχρονες μέθοδοι πολιτικού μάρκετινγκ παραγκώνισαν ολοσχερώς τις παραδοσιακές συνεδριακές πρακτικές της συνδιοργανώτριας Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών (ΠΟΔΝ), παρείχε το ερέθισμα για τη σημερινή μας αναδρομή.

Αντικείμενό της αποτελεί το 13ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1989 στην Πιονγιάνγκ· φεστιβάλ με διπλό ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς υπήρξε το τελευταίο που πραγματοποιήθηκε επί «υπαρκτού σοσιαλισμού» (ακριβέστερα: στις παραμονές της κατάρρευσής του) και, ταυτόχρονα, το πρώτο μαζικό άνοιγμα της Βόρειας Κορέας στον έξω κόσμο.

Ο επιμελητής της στήλης το παρακολούθησε με τη διπλή ιδιότητα του δημοσιογράφου (ως απεσταλμένος του περιοδικού «Σχολιαστής») και του μέλους της ελληνικής αντιπροσωπείας (ως μέλος της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος).

Οι εντυπώσεις του από τη χώρα του Κιμ Ιλ Σουνγκ δημοσιεύθηκαν τότε στον «Σχολιαστή» και είναι προσπελάσιμες στο Διαδίκτυο.

Εδώ θ’ ασχοληθούμε κυρίως με το ίδιο το φεστιβάλ, που το καλοκαίρι του 1989 φαινόταν λιγότερο ενδιαφέρον από δημοσιογραφική άποψη, αλλά οι μετέπειτα εξελίξεις τού προσέδωσαν μια ευνόητη σημασία.

Φεστιβάλ, όπως Ολυμπιάδα

Από την εορταστική Πιονγιάνγκ του 1989, την υποδοχή των αντιπροσωπειών (επίσημη και παλλαϊκή), την εναρκτήρια τελετή και το κλείσιμο του φεστιβάλ. Η χορογραφική υπόμνηση του ένδοξου εθνικού παρελθόντος δεν ήταν το μόνο που θύμιζε τη δική μας Οlλυμπιάδα. Από την εορταστική Πιονγιάνγκ του 1989, την υποδοχή των αντιπροσωπειών (επίσημη και παλλαϊκή), την εναρκτήρια τελετή και το κλείσιμο του φεστιβάλ. Η χορογραφική υπόμνηση του ένδοξου εθνικού παρελθόντος δεν ήταν το μόνο που θύμιζε τη δική μας Οlλυμπιάδα. | Τάσος Κωστόπουλος

Μέχρι το 1989 ο θεσμός των Παγκόσμιων Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών ήταν ταυτισμένος με την ύπαρξη του σοβιετικού μπλοκ.

Ο διοργανωτής τους -η ΠΟΔΝ- ιδρύθηκε το 1945 στο Λονδίνο ως μετωπικός οργανισμός των αντιφασιστικών νεολαιών Ανατολής και Δύσης, για να περάσει μετά το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου στη σοβιετική επιρροή· τα γραφεία της εγκαταστάθηκαν στη Βουδαπέστη και η γραφειοκρατία της αποτελούσε οργανικό τμήμα εκείνης του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Το 1949 οι ΗΠΑ έστησαν μια ανταγωνιστική «Διεθνή Συνέλευση Νεολαίας», χρηματοδοτούμενη από τη CIA, που μέχρι το 1989 δεν είχε καταφέρει ν’ αποκτήσει την εμβέλεια της ΠΟΔΝ.

Τα φεστιβάλ της τελευταίας πραγματοποιούνταν σε χώρες είτε του ανατολικού μπλοκ είτε σε φιλικές προς αυτό ουδέτερες (Αυστρία το 1959, Φινλανδία το 1962), με διττή στόχευση: διεύρυνση, αφ’ ενός, των πολιτικών συμμαχιών του σοβιετικού μπλοκ, με προσέλκυση συμμετοχών από όσο το δυνατόν ευρύτερο πολιτικό φάσμα· κλασική άσκηση πολιτισμικής διπλωματίας, αφ’ ετέρου, μέσω της επίδειξης στους επισκέπτες των κοινωνικοοικονομικών επιτευγμάτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Η αίγλη αυτών των τελευταίων μειωνόταν βέβαια σταθερά στο πέρασμα του χρόνου – ως αποτέλεσμα της οικονομικής στασιμότητας του «υπαρκτού», κυρίως όμως της επικράτησης αντιαυταρχικών διαθέσεων στις αριστερές νεολαίες της Δύσης μετά την ελευθεριακή έκρηξη της δεκαετίας του ’60.

Το πολιτισμικό σοκ της επαφής των ντόπιων νέων με τους δυτικούς ομολόγους τους αποδείχθηκε πάλι κάποιες φορές (π.χ. το 1955 στην Πολωνία) καθοριστικό για την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση των πρώτων.

Στην περίπτωση της Πιονγιάνγκ, το φεστιβάλ του 1989 παρείχε μια μοναδική ευκαιρία να δει κανείς εκ των ένδον, και μάλιστα σε συνθήκες κάπως μειωμένης επιτήρησης λόγω αυξημένης κοσμοσυρροής, μια χώρα που παρέμενε κατά κανόνα ασφυκτικά κλειστή στον έξω κόσμο· ως τέτοια το αντιμετώπισαν όχι μόνο πολλοί από τους 15.112 νέους που μετείχαν σ’ αυτό απ’ όλο τον κόσμο, αλλά και οι 969 ξένοι δημοσιογράφοι που κλήθηκαν να το παρακολουθήσουν.

Για την ίδια τη Βόρεια Κορέα, η διοργάνωση ισοδυναμούσε με μια «μίνι Ολυμπιάδα». Αρχικά, μάλιστα, είχε προγραμματιστεί ως προέκταση της ανάληψης ενός μέρους των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ (1988), εν ονόματι της εκατέρωθεν αποδεκτής ενότητας του κορεατικού έθνους.

Το τελετουργικό της έναρξής του αντέγραφε πλήρως αυτό των Ολυμπιακών: οι 180 εθνικές αντιπροσωπείες παρήλασαν με τις σημαίες τους στο νεότευκτο «Στάδιο της Πρωτομαγιάς» (το μεγαλύτερο του κόσμου μέχρι σήμερα, χωρητικότητας 150.000 ατόμων), παρουσία του «Μεγάλου Ηγέτη» Κιμ Ιλ Σουνγκ· ακολούθησε η μεταφορά της «φεστιβαλικής» φλόγας κι ένα φαντασμαγορικό καλλιτεχνικό πρόγραμμα ολυμπιακών διαστάσεων από χιλιάδες άψογα εκπαιδευμένους «εθελοντές».

Ανάλογης υφής υπήρξε και το κλείσιμο, με εκπληκτικά πυροτεχνήματα και νυχτερινή λαμπαδηφορία της βορειοκορεατικής νεολαίας σε ανατριχιαστικά στρατιωτική διάταξη.

Ολυμπιάδα θύμιζαν επίσης τα εκτεταμένα έργα που είχαν πραγματοποιηθεί εν όψει του φεστιβάλ, με την ανέγερση ενός ολόκληρου προαστίου γύρω από τη λεωφόρο Κουανγκμπόκ (που επρόκειτο να στεγάσει κατόπιν μια τυχερή μερίδα της μεσαίας τάξης) και ουκ ολίγων φαραωνικών εγκαταστάσεων.

Το ίδιο και η στάση του πληθυσμού απέναντι στις υπέρογκες σχετικές δαπάνες που, όπως ακριβώς και το δικό μας 2004, συνέβαλαν καθοριστικά στην οικονομική ύφεση των επόμενων χρόνων: «Κανείς δεν φαινόταν ν’ ανησυχεί γι’ αυτό» εν όψει του πολυπόθητου «μεγάλου πάρτι», σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός Αμερικανού που εργαζόταν τότε στην Πιονγιάνγκ ως μεταφραστής (Michael Harrold, «Comrades and Strangers», Τσαϊτσέστερ 2004, σ.181-2).

Τέσσερις κόσμοι χωριστά

Το εντυπωσιακότερο χαρακτηριστικό του 13ου Φεστιβάλ δεν ήταν, ωστόσο, η προσπάθεια της Πιονγιάνγκ ν’ ανταποκριθεί στη «διεθνή υποχρέωση» που είχε αναλάβει, αλλά η συνύπαρξη στον χώρο του τεσσάρων πολύ διαφορετικών ανθρώπινων συνόλων:

 Οι αντιπροσωπείες των δυτικών χωρών, ανεξαρτήτως πολιτικοϊδεολογικών διαφορών των επιμέρους συνιστωσών τους, θύμιζαν τα αντίστοιχα σημερινά πολιτικά κόμματα και κινήματα. Οι συντηρητικότερες εκδοχές τους απαρτίζονταν από εκκολαπτόμενους προοδευτικούς πολιτικούς καριέρας στο πλαίσιο δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων, ενώ στις ριζοσπαστικότερες αυτό που κυριαρχούσε ήταν οι διάχυτες αντισυστημικές διαθέσεις. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις δε, τυπικοί εκπρόσωποι και των δύο εκδοχών συμβίωναν στο πλαίσιο της ίδιας οργάνωσης.

 Εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα είχαν οι αντιπροσωπείες των μονοκομματικών καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Κάποιες απ’ αυτές (π.χ. της Ανατολικής Γερμανίας) συγκροτούνταν από δύο παράλληλους κόσμους: μια μαζική «βάση» προσκοπικού χαρακτήρα, με περιορισμένη ικανότητα και διάθεση εξωτερίκευσης των απόψεών της, και μια στελέχωση (του τύπου της τότε Μέρκελ) που στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις δεν έκρυβε την απέχθειά της για το καθεστώς που επισήμως υπηρετούσε.

Αλλες πάλι, όπως της Ρουμανίας του Τσαουσέσκου, απέπνεαν μια σχεδόν γελοιογραφική αίσθηση: σαραντάρηδες άρρενες «νεολαίοι» με αμφίεση μικρομεσαίου επιχειρηματία και εικοσάχρονες κοπέλες που θύμιζαν κάτι από φωτομοντέλο. Οσο για την πολυάριθμη κινεζική αντιπροσωπεία, που επίσης παρήλασε διαχωρισμένη κατά φύλα, απαρτιζόταν από καραμπινάτους γιάπηδες και νεαρές με πολυτελείς βραδινές τουαλέτες.

 Οι αντιπρόσωποι τριτοκοσμικών χωρών και κινημάτων έκλιναν προς το ένα ή το άλλο μοντέλο, σε προλεταριακότερη φυσικά μορφή. Οι μεν εκπροσωπούσαν επαναστατικά κινήματα ποικίλης εμβέλειας, με βαρύ φόρο αίματος στον βωμό του αγώνα· οι δε, καθεστώτα όντως ή οιονεί επαναστατικά – από τους (πράγματι επαναστάτες) Σαντινίστας της Νικαράγουας, μέχρι τους στρατοκράτες «κομμουνιστές» της Αιθιοπίας. Ολοι τους έδειχναν, πάντως, εντυπωσιασμένοι από το «αναπτυξιακό θαύμα» των οικοδεσποτών.

 Οι παρουσία των ντόπιων υπήρξε, τέλος, ιδιότυπα διακριτική. Οι επισκέπτες ήρθαν σε άμεση (και συνεχή) επαφή με τους άντρες και τις γυναίκες που στελέχωναν τον μηχανισμό φιλοξενίας, ξενάγησης και (διακριτικού) ελέγχου τους, όχι όμως και με τα πλήθη των θεατών στις επίσημες τελετές ή τους ντόπιους που πλημμύριζαν κάθε βράδυ τον συλλογικό περίπατο των φεστιβαλιστών επί της λεωφόρου Κουανγκμπόκ.

Οπως μας πληροφορεί πάντως ο προαναφερθείς Αμερικανός, οι μέρες εκείνες βιώθηκαν από τους κατοίκους σαν μια πρωτόγνωρη, μεθυστική επαφή με τον έξω κόσμο (Harrold, όπ.π., σ.187-8).

Διαφορετικής τάξης υπήρξαν, φυσικά, οι δοσοληψίες μας με τους Βορειοκορεάτες μετανάστες από την Ιαπωνία που είχαν στήσει πάγκους με φαγώσιμα κατά μήκος της λεωφόρου.

Πεδίο αντιπαράθεσης

Αν η ώσμωση των τριών πρώτων κατηγοριών στις βραδινές χορευτικές πίστες δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα, δεν ίσχυε το ίδιο για το πολιτικό σκέλος του φεστιβάλ.

Τα αλλεπάλληλα χάπενινγκ αλληλεγγύης προς κάποιον καταπιεσμένο λαό ή αγωνιζόμενο κίνημα, από τη Γουατεμάλα και την Κολομβία μέχρι τους Κούρδους του Ιράκ, εξελίχθηκαν δίχως επεισόδια: όσοι ενοχλούνταν, απέφευγαν απλά ν’ ανακατευτούν.

Στα επίσημα πάνελ και αμφιθέατρα οι ανοιχτές αντιπαραθέσεις έδωσαν ωστόσο και πήραν, στο πλαίσιο πάντα της συνεδριακής κοσμιότητας. Σοσιαλδημοκράτες και κάποιοι Ανατολικοευρωπαίοι αμφισβήτησαν την παραδοσιακά αντιιμπεριαλιστική θεματολογία, προτείνοντας μια πιο «οικουμενική» προσέγγιση των παγκόσμιων προβλημάτων· τα πρόσφατα γεγονότα της Κίνας μπέρδεψαν γραμμές και συμμαχίες, προοιωνιζόμενα όσα έμελλε ν’ ακολουθήσουν τις δραματικές ανατροπές του επόμενου φθινοπώρου.

Και οι ίδιοι οι οικοδεσπότες δεν έμειναν υπεράνω κριτικής.

Στο πάνελ της 3ης Ιουλίου για «τον ρόλο των νέων στην κοινωνικοοικονομική ζωή», ο Σουηδός αντιπρόσωπος δεν δίστασε λ.χ. να συγκρίνει τη Βόρεια Κορέα και τη Ρουμανία με τη Χιλή του Πινοτσέτ.

Ο Ρουμάνος ομόλογός του ζήτησε από το προεδρείο «να μην επιτρέψει στο εξής» παρόμοιες επιθέσεις, εισπράττοντας την απάντηση πως «δεν έχει το δικαίωμα να σταματήσει τη συζήτηση»· ο δε Βορειοκορεάτης περιορίστηκε να «εκφράσει τη λύπη και αγανάκτησή του» για την «παντελώς ανυπόστατη» κατηγορία σε βάρος της χώρας του, επικαλούμενος το «δημοκρατικότατο Σύνταγμά» της.

Διαφορετικής τάξης ζητήματα έθεσε, στην ίδια συζήτηση, ένας αντικαθεστωτικός Νιγηριανός φοιτητής, επιτιθέμενος στην επίσημη αντιπροσωπεία της χώρας του για την πρόσφατη επιβολή ενός ακόμη προγράμματος του ΔΝΤ με 150 νεκρούς και 1.000 συλλήψεις.

«Οι Κινέζοι φοιτητές έχουν τη συμπόνια των πάντων», διαπίστωσε. «Η συμπόνια για μας πού πήγε;».

Στη σκιά της Τιεν Αν Μεν

Το μπλοκ των Νορβηγών παρήλασε με συνθήματα αλληλεγγύης στην κινεζική εξέγερση Το μπλοκ των Νορβηγών παρήλασε με συνθήματα αλληλεγγύης στην κινεζική εξέγερση | Τάσος Κωστόπουλος

Η έναρξη του 13ου Παγκόσμιου Φεστιβάλ, την 1η Ιουλίου 1989, δεν απείχε ούτε μήνα από την πολύνεκρη καταστολή του κινεζικού φοιτητικού και λαϊκού δημοκρατικού κινήματος.

Το σοκ από το μακελειό της 4ης Ιουνίου στην πλατεία Τιεν Αν Μεν και τις συνακόλουθες εκτελέσεις «ταραχοποιών» σημάδεψε καθοριστικά την όλη διοργάνωση, οξύνοντας τις αντιθέσεις, πολιτικές και πολιτισμικές, που διαπερνούσαν έτσι κι αλλιώς το ανομοιογενές σώμα.

Οι οικοδεσπότες προσπάθησαν, βέβαια, να κουκουλώσουν το ζήτημα όπως όπως.

Οταν η οργανωτική επιτροπή της ΠΟΔΝ ρωτήθηκε σε συνέντευξη Τύπου «αν θα υπάρξει συζήτηση για τα γεγονότα της Κίνας», προτίμησε να στρίψει διά της διαδικασίας:

«Το φεστιβάλ χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία απόψεων, που τη θεωρούμε πλούτο. Στις προπαρασκευαστικές συναντήσεις, οι αποφάσεις λαμβάνονται συναινετικά. Τα γεγονότα συνέβησαν μεταξύ τέταρτης και πέμπτης προπαρασκευαστικής συνάντησης, μετά δηλαδή την κατάρτιση του προγράμματος. Η πέμπτη έγινε προχθές και πολλές αντιπροσωπείες έθεσαν ζήτημα αλλαγής του προγράμματος. Αλλες αρνήθηκαν, ενώ κάποιες ευχήθηκαν να υπάρξει διάλογος, αλλά έξω από το επίσημο πρόγραμμα. Τελικά αποφασίστηκε να μην αλλάξει το πρόγραμμα κι αυτή η διαφορετικότητα να εκφραστεί ανεπίσημα στη διάρκεια του φεστιβάλ».

Η υλοποίηση αυτής της μεσοβέζικης λύσης δεν υπήρξε καθόλου εύκολη. Η Ομοσπονδία Φοιτητών του Χονγκ Κονγκ κυκλοφόρησε μια πολυγραφημένη πρόταση για τη συγκρότηση διεθνούς δικτύου αλληλεγγύης στο κινεζικό φοιτητικό κίνημα, αξιοποιώντας το φεστιβάλ ως χώρο επαφών και ζύμωσης.

Μια δημόσια εκδήλωση για τα γεγονότα, οργανωμένη από τους Σκανδιναβούς, ματαιώθηκε πάντως με τον πιο απλό -και άδοξο- τρόπο: το δυνητικό κοινό της εγκλωβίστηκε σε μια φάλαγγα από πούλμαν που περιφέρονταν επί ώρα στο ίδιο προάστιο, «αδυνατώντας» να βρουν το επίμαχο κτίριο!

Καλύτερη τύχη είχαν οι παρεμβάσεις ορισμένων ευρωπαϊκών αντιπροσωπειών στην εναρκτήρια τελετή της 1ης Ιουλίου.

Οι Νορβηγοί παρήλασαν στο στάδιο με αγγλόγλωσσο πανό που εξέφραζε «αλληλεγγύη στους Κινέζους φοιτητές», οι δε Σουηδοί και Δανοί με παρεμφερείς διαμαρτυρίες για την απαγόρευση εισόδου κλιμακίου της Διεθνούς Αμνηστίας.

Σουηδοί και Δανοί στο 13ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ με διαμαρτυρίες για την απαγόρευση εισόδου κλιμακίου της Διεθνούς Αμνηστίας. Σουηδοί και Δανοί στο 13ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ με διαμαρτυρίες για την απαγόρευση εισόδου κλιμακίου της Διεθνούς Αμνηστίας. | Τάσος Κωστόπουλος

Μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσαν οι Ιταλοί της ευρωκομμουνιστικής FGCI, που μπήκαν στο στάδιο φορώντας ομοιόμορφα μπλουζάκια με την κινεζική επιγραφή «Τιεν Αν Μεν».

Το πανό μιας άλλης αντιπροσωπείας δεν προλάβαμε καν να το δούμε· αντιληφθήκαμε μόνο την αρπαγή του από τους ασφαλίτες στην είσοδο και την κλοτσοπατινάδα που ακολούθησε, όταν αυτοί που το ξεδίπλωσαν αναζήτησαν -επιτυχώς- καταφύγιο στο πυκνό μπλοκ των Ιταλών.

Η ελληνική αντιπροσωπεία απέφυγε παρόμοια διαβήματα. Η μαζικότερη συνιστώσα της, η ΚΝΕ, είχε μεν καταδικάσει δημόσια τη σφαγή της Τιεν Αν Μεν κι οργανώσει σχετική εκδήλωση στη Νομική με τη σφραγίδα της ΕΦΕΕ, ο πολιτικός της όμως φορέας είχε διαμετρικά αντίθετη άποψη για το ζήτημα.

Ακόμη μεγαλύτερο «ρεαλισμό» επιδείκνυε η ΕΑΡ του Λεωνίδα Κύρκου, ενώ οι ΠΑΣΟΚοι ασχολούνταν κυρίως με την προσπάθεια εξαναγκασμού της ΚΝΕ να πάψει να προβάλλει στο ελληνικό περίπτερο το «δυσφημιστικό για την Ελλάδα» βίντεο ενός πρόσφατου μαζικού ξυλοδαρμού φοιτητών από τα ΜΑΤ.

Για την τιμή των όπλων, οι Ρηγάδες αναρτήσαμε στο περίπτερό μας μια αυτοσχέδια αφισέτα αλληλεγγύης στην κινεζική εξέγερση κι αποκρούσαμε τις ευγενικές «συστάσεις» των οικοδεσποτών να την κατεβάσουμε.

Στο αρχείο του γράφοντος φυλάσσεται επίσης το χειρόγραφο σχετικής παρέμβασής του στην επίσημη συζήτηση του φεστιβάλ για «τον ρόλο των νέων στην κοινωνικοοικονομική ζωή» (3/7/1989)· παρέμβασης που έμεινε δίχως συνέχεια, μετά την αποτυχία του εγχειρήματος των Σκανδιναβών.

Το κείμενό της παρατίθεται εδώ αυτούσιο, ως δείγμα του προβληματισμού εκείνων των ημερών:

«Δεν μπορώ να μιλήσω για τον ρόλο των νέων και των φοιτητών στην κοινωνικοοικονομική ζωή, δίχως να επικεντρώσω την προσοχή μου στα πρόσφατα γεγονότα στην Κίνα.
Εμείς, η Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία “Ρήγας Φεραίος”, πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός δίχως την πιο πλήρη ελευθερία σε όλες τις σφαίρες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, δίχως το δικαίωμα των λαϊκών μαζών να ιδρύουν δικά τους, ανεξάρτητα συνδικάτα, οργανώσεις και πολιτικά κόμματα, ακόμη και σε αντίθεση με τα κόμματα που ισχυρίζονται πως τις εκπροσωπούν.
Η Ιστορία έχει αποδείξει πως η κατάληψη της εξουσίας από ένα επαναστατικό κόμμα δεν αρκεί για τον τερματισμό του καθεστώτος της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.
Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις αναπαράγονται στο εσωτερικό του μοναδικού κόμματος, το οποίο τείνει να ταυτιστεί με τον κρατικό μηχανισμό.
Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, πρέπει συνεπώς να διακρίνουμε ανάμεσα στη διακηρυκτική αντιπροσώπευση της εργατικής τάξης από κάποια πολιτική δύναμη και στα πραγματικά ταξικά συμφέροντα που αυτή υπηρετεί.
Ερχομαι στην Κίνα. Τα γεγονότα είναι γνωστά στον καθένα. Ενα φοιτητικό κίνημα αναπτύχθηκε σε όλες σχεδόν τις μεγάλες κινεζικές πόλεις για περισσότερο από ένα δίμηνο, από τον Απρίλη μέχρι τον Ιούνη, επισύροντας την υποστήριξη πολύ μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.
Το κίνημα ζητούσε τον σεβασμό των στοιχειωδέστερων δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων: δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, στην ελευθεροτυπία, το δικαίωμα να διαδηλώνει, το δικαίωμα να δημιουργήσει τις δικές του αντιπροσωπευτικές οργανώσεις.
Η απάντηση του καθεστώτος Ντενγκ Σιαοπίνγκ ήταν η κτηνώδης καταστολή, με επέμβαση του στρατού και πάνω από 2.000 νεκρούς.
Καλούμε όλες τις αριστερές, δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις να εκφράσουν ενεργητικά την αλληλεγγύη τους με την κατασταλείσα κινεζική επανάσταση του 1989 και προτείνουμε τη συλλογή υπογραφών αντιπροσώπων στο φεστιβάλ, για να παραδοθούν αργότερα στην εδώ κινεζική πρεσβεία και στους εκπροσώπους του διεθνούς Τύπου.
Καλούμε κάθε ενδιαφερόμενο επ’ αυτού να συζητήσει μαζί μας το περιεχόμενο αυτού του κειμένου».

Ο τρόμος του ΠΑΣΟΚου κατόπιν εορτής

Κουπόνια εστίασης και πρόσκληση σε υπαίθριο «σουαρέ φιλίας» του 13ου Φεστιβάλ (7/7/1989). Τα «μυστήρια» ασιατικά φαγητά δεν ήταν το μόνο πράγμα που τρόμαξε τους πληροφορητές των «Παραπολιτικών» στη Βόρεια Κορέα Κουπόνια εστίασης και πρόσκληση σε υπαίθριο «σουαρέ φιλίας» του 13ου Φεστιβάλ (7/7/1989). Τα «μυστήρια» ασιατικά φαγητά δεν ήταν το μόνο πράγμα που τρόμαξε τους πληροφορητές των «Παραπολιτικών» στη Βόρεια Κορέα | Τάσος Κωστόπουλος

Οι περισσότεροι από τους 15.112 νέους που επισκέφθηκαν την Πιονγιάνγκ τον Ιούλιο του 1989 αντιμετώπισαν το 13ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ ως ευκαιρία ομαδικών διακοπών σε μια απροσπέλαστη συνήθως γωνιά του πλανήτη. Οχι όμως όλοι.

Κάποιοι βίωσαν αυτό το ταξίδι σαν κατάδυση στην κόλαση, με δυσάρεστες εκπλήξεις και θανάσιμους κινδύνους να καιροφυλακτούν σε κάθε γωνία.

Αυτό τουλάχιστον διαπιστώνουμε από τις πρόσφατες αφηγήσεις δύο μελών της αντιπροσωπείας του ΠΑΣΟΚ στα «Παραπολιτικά» (16/9/2017), στο πλαίσιο ενός σκανδαλοθηρικού δημοσιεύματος για την εκεί συμμετοχή του νυν υπουργού Δικαιοσύνης, Σταύρου Κοντονή.

Από τα «μυστήρια» ασιατικά φαγητά «που δύσκολα πλησιάζονταν» μέχρι τον τρόμο των αφηγητών για ό,τι θα μπορούσε να τους συμβεί ανά πάσα στιγμή, η παραμονή τους στη «χώρα του ήρεμου πρωινού» ισοδυναμούσε με πραγματικό μαρτύριο.

Τα προσωπικά βιώματα του καθενός είναι, βέβαια, καθαρά υποκειμενική υπόθεση. Σοβαρό πρόβλημα, γνωστό σε όσους ασχολούνται με την προφορική Ιστορία, αποτελεί αντίθετα η μνημονική σύγχυση των όποιων βιωμάτων με τα εξιστορούμενα περιστατικά – και, απ’ αυτή την άποψη, το δημοσίευμα των «Παραπολιτικών» αποδεικνύεται αληθινό περιβόλι.

Ο γλαφυρότερος των δύο αφηγητών, στέλεχος ακόμη του ΠΑΣΟΚ στην επαρχία, καταθέτει σημεία και τέρατα:

 Μόλις προσγειώθηκε στην Πιονγιάνγκ η ελληνική αντιπροσωπεία, προειδοποιήθηκε «ότι τιμωρείται με θάνατο η προσβολή του Κιμ Ιλ Σουνγκ και η σύναψη ερωτικών σχέσεων με τους πολίτες της Β. Κορέας».

 Ολα τα μέλη της «φόρεσαν υποχρεωτικά» καρφίτσα με τη μορφή του Κιμ Ιλ Σουνγκ, την οποία μάλιστα όφειλαν να βγάζουν και να εναποθέτουν σε ειδική θήκη πριν πάνε στην τουαλέτα!

 Τα τηλέφωνα της πολυκατοικίας όπου έμενε η αντιπροσωπεία παρακολουθούνταν χοντροκομμένα, μέσω... διπλών συσκευών: μόλις σήκωνες το ακουστικό, κάποιος Κορεάτης έκανε το ίδιο στη διπλανή συσκευή, κοιτώντας σε μάλιστα «στα μάτια μ’ εκείνο το απίστευτο χαμόγελο». Με αποτέλεσμα, οι αυτοεξόριστοι ΠΑΣΟΚοι να χάσουν ζωτική πληροφόρηση για τη νεοσύστατη κυβέρνηση Τζαννετάκη: «Εννοείται ότι δεν επιχειρήσαμε ξανά να μιλήσουμε με Ελλάδα και έτσι αποκοπήκαμε εντελώς από τις εξελίξεις!».

 Πριν από την αναχώρησή τους, τέλος, οι ταξιδιώτες παρέδωσαν αναγκαστικά τα φωτογραφικά τους φιλμ για εκτύπωση, υφιστάμενοι την εύσχημη λογοκρισία των ανεπιθύμητων λήψεων.

Ολως παραδόξως, ούτε ο επιμελητής της στήλης ούτε κανένα άλλο μέλος της αποστολής (απ’ όσα ρωτήθηκαν μετά το δημοσίευμα) δεν άκουσε ποτέ παρόμοια «προειδοποίηση» περί... θανατικής ποινής.

Ανάλογης σοβαρότητας είναι και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί. Κανείς μας δεν υποχρεώθηκε να φορέσει στο πέτο τη φάτσα του Μεγάλου Ηγέτη (υπάρχουν πάμπολλες φωτογραφίες που το αποδεικνύουν), ούτε να εμφανίσει επί τόπου τα φιλμ του.

Οσο για τα «διπλά» τηλέφωνα του ισογείου της κοινής πολυκατοικίας μας, ήταν αδύνατο μ’ αυτά να καλέσεις το εξωτερικό – όπως ακριβώς συνέβαινε σε όλο τον τότε κόσμο, πριν από την εμφάνιση της τηλεκάρτας.

Για την ανενόχλητη μεταξύ μας επικοινωνία, κάθε διαμέρισμα διέθετε δική του συσκευή· όταν ήθελες δε να τηλεφωνήσεις στην Ελλάδα, μπορούσες να το κάνεις με την άνεσή σου (και κάπως τσουχτερό τίμημα) από το κοντινό τηλεφωνικό κέντρο.

Δεν αποκλείεται, φυσικά, οι κλήσεις μας να παρακολουθούνταν από τις εγχώριες υπηρεσίες ασφαλείας – συμβαίνει και σε πολύ δημοκρατικότερα καθεστώτα, της τότε κυβέρνησης Παπανδρέου συμπεριλαμβανομένης.

Μια τόσο γκροτέσκα εικόνα, όπως η φιλοτεχνούμενη στα «Παραπολιτικά», ανταποκρίνεται όμως περισσότερο στα σημερινά στερεότυπα της καουμπόικης μονομαχίας Ντόναλντ Τραμπ - Κιμ Γιονγκ Ουν, παρά σε όσα ζήσαμε ως (προνομιούχοι) επισκέπτες της χώρας το μακρινό 1989.

Ενα ταξίδι με κόστος

Η Λιμ Σου Κιουνγκ κατά τη συνέντευξη Τύπου της 30/6/1989 Η Λιμ Σου Κιουνγκ κατά τη συνέντευξη Τύπου της 30/6/1989 | Τάσος Κωστόπουλος

Υπήρξε αναμφίβολα το κεντρικό πρόσωπο του φεστιβάλ. Φοιτήτρια γαλλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χανκούκ της Σεούλ, η 21χρονη Λιμ Σου Κιουνγκ προσγειώθηκε στις 30 Ιουνίου στην Πιονγιάνγκ ως εκπρόσωπος της νεοσύστατης νοτιοκορεατικής Φοιτητικής Ομοσπονδίας (Chοndaehyop), σε πείσμα του δρακόντειου Νόμου Εθνικής Ασφαλείας που απαγόρευε στους συμπατριώτες της να ταξιδεύουν στον Βορρά δίχως προηγούμενη κυβερνητική άδεια.

Για να καλύψει τα 195 χιλιόμετρα που χωρίζουν τις δύο πρωτεύουσες χρειάστηκε να ταξιδέψει μέσω Τόκιο και Ανατολικού Βερολίνου.

Στην Πιονγιάνγκ η Λιμ έδωσε συνέντευξη Τύπου, ερμηνεύοντας την πρωτοβουλία της ως συμβολική χειρονομία υπέρ της επανένωσης της χερσονήσου – κοινό, θεωρητικά, στόχο των καθεστώτων Βορρά και Νότου, που συμφωνούν στο ενιαίο του κορεατικού έθνους, αλλά θεωρούν την αντίπερα πλευρά «προσωρινά υποδουλωμένη» στον εχθρό.

Ανακοίνωσε επίσης την πρόθεσή της να επιστρέψει στη Σεούλ, ενέργεια που ισοδυναμούσε με βέβαιη καταδίκη βάσει της δρακόντειας νομοθεσίας που είχε κληροδοτήσει στο μεταβατικό καθεστώς η πολύχρονη στρατιωτική δικτατορία.

Κατά την εμφάνισή της στην εναρκτήρια τελετή του φεστιβάλ χειροκροτήθηκε μανιωδώς από ντόπιους και ξένους.

Τις επόμενες μέρες η αδερφή της απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από το νοτιοκορεατικό Δημόσιο και ο πατέρας της εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον ιδιώτη εργοδότη του.

Οταν η νεαρή φοιτήτρια δοκίμασε να επιστρέψει στον Νότο, διασχίζοντας πεζή τον 38ο παράλληλο, οι αρχές τής απαγόρευσαν την είσοδο· υποχώρησαν μόνο όταν άρχισε πολυήμερη απεργία πείνας πάνω στη μεθόριο, πυροδοτώντας εκδηλώσεις αλληλεγγύης των συντρόφων και συναδέλφων της στο εσωτερικό.

Μόλις πέρασε τα σύνορα συνελήφθη και στις 5/2/1990 καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη, για ν’ απολυθεί τελικά τα Χριστούγεννα του 1992 και ν’ αμνηστευθεί οριστικά το 1999 από τον δημοκράτη πρόεδρο Κιμ Ντάε Τζουνγκ.

Τα επόμενα χρόνια σταδιοδρόμησε ως δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός και το 2012 εξελέγη βουλευτίνα του κεντροαριστερού Ενωμένου Δημοκρατικού Κόμματος.

Για τη σκληροπυρηνική Δεξιά παρέμεινε, φυσικά, το ιδεότυπο του προδότη: όταν το 2005 ο μοναχογιός της πνίγηκε σε δυστύχημα στις Φιλιππίνες, τα εθνικόφρονα ΜΜΕ έκαναν χαιρέκακα λόγο για «θεία τιμωρία» του νεανικού ταξιδιού της στον απαγορευμένο Βορρά...

Φωτογραφίες: Τάσος Κωστόπουλος

 Διαβάστε
 
Δημοσιογράφοι που παρακολούθησαν το 13ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και ακτιβιστές που μετείχαν σ’ αυτό κατέθεσαν τη μαρτυρία τους στα ελληνικά έντυπα της εποχής. Οπως ήταν αναμενόμενο, η προσοχή των μη κομματικών εντύπων επικεντρώθηκε κυρίως στη χώρα που το φιλοξένησε και πολύ λιγότερο στην ίδια τη διοργάνωση. Την αντίθετη ακριβώς επιλογή έκαναν τα έντυπα που συνδέονταν με το ΚΚΕ («Ριζοσπάστης», «Οδηγητής», «Πριν»), αποφεύγοντας προσεκτικά να σχολιάσουν την κατάσταση στη Βόρεια Κορέα· η «Εποχή» του ΚΚΕσ.-ΑΑ (μετέπειτα ΑΚΟΑ) και η«Αυγή» της ΕΑΡ πρωτοτύπησαν, ασχολούμενες και με τα δύο.
Οι σχετικοί τίτλοι:
  • Αλίκη Μάτση, «Ο πατήρ, ο υιός και το “Πνεύμα Τσούτσε”» (εφ. Ελευθεροτυπία, 17/7/1989, σ.24-5).
  • Νότης Παπαδόπουλος, «Στη σκιά του “ζωντανού Θεού”…» (εφ. Τα Νέα, 17/7/1989, σ.16-7).
  • Τάσος Κωστόπουλος, «Στη σκιά του Μεγάλου Ηγέτη. Αποστολή στη Β. Κορέα» (περ. Σχολιαστής, τχ.79, 9/1989, σ.36-8). 
  • Πίκια Στεφανάκου, «13ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών. Ας αλλάξουμε τον κόσμο!» (εφ. Ριζοσπάστης, 16/7/1989, σ.14-5).
  • Γ. Νταγιαννάκης, «Τα Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών, ένας θεσμός που περνά κρίση» (εφ. Η Αυγή, 16/7/1989, σ. 16).
  • Βασίλης Σκουρής, «Από το 13ο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών. Ανταπόκριση από την Πιονγκ Γιανγκ» (εφ. Οδηγητής, 6/7/1989, σ.9).
  • Β[ασίλης] Σ[κουρής], «Το Φεστιβάλ τέλειωσε. Ζήτω το Φεστιβάλ» (εφ. Οδηγητής, 13/7/1989, σ.14-5).
  • «Κορέα. Φεστιβάλ Νεολαίας» (περ. Πριν, τχ.4, 8/1989, σ.33-8). Το κεντρικό κείμενο, με τίτλο «Από τη νεολαία για τη νεολαία», υπογράφεται από τον Αλέκο Γεράλι.
  • Δημήτρης Δαϊσπύρος, «Κορέα. Χώρα της Πρωινής Γαλήνης» (εφ. Εποχή, 23/7/1989, σ.16). Το άρθρο συνοδεύεται από ανυπόγραφο κείμενο με τίτλο «Ενα φεστιβάλ αλλιώτικο από τα άλλα».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ