Ταξιδεύοντας με τον ήχο των πνευστών

VENTUS

Από δεξιά: Οθωνας Γκόγκας (φλάουτο), Κώστας Γιοβάνης (όμποε), Γιάννης Γούναρης (κόρνο), Δημήτρης Ντακοβάνος (φαγκότο), Κώστας Τζέκος (μπάσο κλαρινέτο), Σπύρος Τζέκος (κλαρινέτο) | Publicity photo

Για κάποιους συνδεδεμένος με τον ήχο της στρατιωτικής μπάντας, για άλλους με αυτόν την τζαζ και των Big Bands του Μεσοπολέμου, ο ήχος των χάλκινων και ξύλινων πνευστών διαθέτει ιδιαίτερη γοητεία, ειδικό ηχοχρωματικό ενδιαφέρον και, φυσικά, έχει εμπνεύσει πλήθος συνθετών που έχουν εμπλουτίσει το σχετικό ρεπερτόριο.

Τις προάλλες το εννεαμελές ελληνικό σύνολο πνευστών Ventus έδωσε στο θέατρο «Πόρτα» μια πάρα πολύ ωραία συναυλία με έργα για πνευστά.

Δίχως να εξαντλείται γενικώς στην προτίμηση για έργα του μοντερνισμού, το πρόγραμμα επικεντρώθηκε σε μουσικές του Μεσοπολέμου, η γραφή των οποίων διατηρεί ανοιχτό τον διάλογο με την παράδοση.

Επιπλέον, η πρόταση συνθετών από Γαλλία, Γερμανία και Τσεχία έδωσε μιαν ενδιαφέρουσα κάθετη φέτα/στιγμιότυπο από τους δρόμους του μοντερνισμού σε όλο το εύρος του ευρωπαϊκού μουσικού γίγνεσθαι της εποχής.

Η συναυλία άνοιξε και έκλεισε με έργα του Πάουλ Χίντεμιτ: την «Πρωινή μουσική» («Morgenmusik» 1922) και το «Σεπτέτο για πνευστά» (1948). Πρόκειται για βασικώς τονικά έργα, έντονα διανοητικής έως ενίοτε σχολαστικής γραφής, που ισορροπούν αριστοτεχνικά μεταξύ παράδοσης και μοντερνισμού.

Ταυτόχρονα, θέτουν αυξημένες τεχνικές και στιλιστικές προδιαγραφές, ζητώντας από τα όργανα να παίξουν εκτεθειμένα, ενώ και οι απαιτήσεις συντονισμού είναι ιδιαίτερα υψηλές.

Αντιπροσωπευτικό δείγμα τής κατά Χίντεμιτ παιδαγωγικής «χρηστικής μουσικής», γραμμένο για τέσσερα χάλκινα πνευστά, η «Πρωινή μουσική» παίχτηκε νηφάλια, με ωραίο μελωμένο ήχο. Με μορφή και βάρος σερενάτας, το σαφώς απαιτητικότερο «Σεπτέτο» δόθηκε με νεύρο και γρήγορο, καλά συντονισμένο ομαδικό παίξιμο, χαρακτηριστικά που προσέδωσαν –ειδικά στα γοργά μέρη– συναρπαστική ζωντάνια και έντονα διανοητικό ενδιαφέρον.

Ενδιάμεσα ακούστηκαν το σεξτέτο «Νεότητα» («Mladi», 1924) του Λέος Γιάνατσεκ και η «Σονάτα για κόρνο, τρομπέτα και τρομπόνι» (1922/45) του Πουλένκ. Η πρώτη έφερε ξεκάθαρα το ερεθιστικά κινητικό, πρωτομινιμαλιστικό στίγμα της γραφής του κορυφαίου Τσέχου δημιουργού με τα συνεχώς εναλλασσόμενα ρυθμικά υπόβαθρα μεταβλητών ταχυτήτων επί των οποίων «σέρφαραν» συναισθηματικά φορτισμένες μελωδικές φράσεις.

Παίζοντας με απόλυτη εγρήγορση, οι Ventus έδωσαν μια ηδονικά εύπλαστη, αθλητικού σφρίγους, υψηλής μουσικότητας ανάγνωση. Τυπικά γαλλικής κομψότητας και ελαφράδας, η χιουμοριστική, πνευματώδης σονάτα του Πουλένκ δόθηκε από τα τρία χάλκινα πνευστά με βελούδινο ήχο και αβίαστο παιχνίδισμα˙ μοναδική επιφύλαξη, που όμως ελάχιστα υπονόμευσε την απόλαυση της ακρόασης, προκάλεσαν κάποιες στιγμιαίες ασυνέχειες στη ροή της φραστικής από την τρομπέτα.

Η συνολική εντύπωση από την πρώτη μας ακρόαση των Ventus ήταν αυτή ενός σοβαρού συνόλου, με ενδιαφέρον ρεπερτόριο –έχει κι αυτό τη σημασία του!– που πολύ θα θέλαμε να ακούγαμε συχνότερα.

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ