Τα «βουβάλια» βλέπουν τον διπλανό, κυβερνητικό «βάλτο»

eleytheratos-12.jpg

Τα «βουβάλια» βλέπουν τον διπλανό, κυβερνητικό «βάλτο» Ο δημοσιογράφος Διονύσης Ελευθεράτος

Αφθονοι σχολιαστές θυμήθηκαν το ίδιο απόφθεγμα, μόλις η διελκυστίνδα Μαρινάκη - Μελισσανίδη μετατράπηκε στη γνωστή, εξαιρετικά βίαιη σύγκρουση: «Οταν τσακώνονται τα βουβάλια στον βάλτο, την πληρώνουν τα βατράχια». Δεν υπάρχουν βεβαίως πολλά καλοκάγαθα βατράχια στον χώρο του σύγχρονου επαγγελματικού ποδοσφαίρου, στον οποίο καταφανώς υπερτερούν ψευδο-πρίγκιπες και αυλικοί. Υπάρχει όμως απάντηση στο διπλό ερώτημα: Γιατί τώρα; Γιατί έτσι;

Γιατί τα «βουβάλια» ξεκαθαρίζουν τους λογαριασμούς τους κατ’ αυτόν τον «μετωπικό» τρόπο; Διότι βλέπουν τον παράπλευρο «βάλτο», τον κυβερνητικό: η ετοιμόρροπη κυβέρνηση Σαμαρά δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως δραστήριος, έγκυρος ρυθμιστής τέτοιων αντικρουόμενων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Σε άλλες εποχές, οι δύο «Μ» θα επιδίωκαν να λύσουν τις διαφορές τους πρωτίστως μέσω του «φίλου πρωθυπουργού». Θα κρατούσαν για τις προσωπικές τους μονομαχίες (σιγά μην έλειπαν ολοσχερώς) μικρότερα σκάγια, τα οποία θα φανάτιζαν μεν επαρκώς τους «σκληρούς πυρήνες» των οπαδών αμφότερων των ομάδων, χωρίς όμως να οδηγούν τα πράγματα στο γενικό... «ξεκατίνιασμα» που παρακολουθούμε εσχάτως.

Ενα «ξεκατίνιασμα», τα χαρακτηριστικά του οποίου «απειλούν» (ευτυχώς!) να ταρακουνήσουν συν τοις άλλοις εκείνους τους φίλους του Ολυμπιακού και της ΑΕΚ που δεν εντάσσονται στην κατηγορία των «τυφλών πιστών». Να αποκαλύψουν σε μαζική κλίμακα ότι ο καβγάς μαίνεται περισσότερο για το «φιλέτο» της Δραπετσώνας και τον ανταγωνισμό των δύο επιχειρηματιών στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, παρά για όλα τα ποδοσφαιρικά, «επικά» ή «γαργαλιστικά», που εμφανίζονται σε πρώτο πλάνο.

Οι θεσμικές «σολομώντειες λύσεις», όμως, είναι σχεδόν ανέφικτες, όταν ο η ίδια η βασιλεία του παρηκμασμένου και παραζαλισμένου «Σολομώντα» βαίνει προς το τέλος της. Ως εξουσιαστής της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων, η κυβέρνηση συνεχίζει να σπέρνει όλεθρο. Ως «ρυθμιστής» υποθέσεων αντιτιθέμενων συμφερόντων, τύπου Μαρινάκη - Μελισσανίδη, η κυβέρνηση μοιάζει με μικρογραφία μιας αξιοθρήνητης «Κοινωνίας των Εθνών», της δεκαετίας του ’30. Η μάχη θα διεξαχθεί λοιπόν απ’ ευθείας. Με τους δικούς της, αυτοτελείς κανόνες - αν υπάρχουν. Δίχως πολλές σκοτούρες για τυχόν υπέρβαση των ορίων, πέραν των οποίων η σφοδρότητά της και η «διασπορά» των πυρών θα τσακίσουν κάθε υπόλειμμα της πολυθρύλητης «αξιοπιστίας του προϊόντος», δηλαδή του ποδοσφαίρου.

Ακόμη και ο όρος «φίλοι του πρωθυπουργού» δεν έχει πλέον την ίδια έννοια και κατηγορηματικότητα. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν καλά ότι ο Β. Μαρινάκης επιχειρεί ένα περισσότερο «πολυδιάστατο» πολιτικό παιχνίδι. Ταυτοχρόνως διαθέτει, αφενός το καλό θεσμικό «οχυρό» του Δήμου Πειραιά και αφετέρου την ιδιότητα του εκφραστή της δυσαρέσκειας που χαρακτηρίζει τους περισσότερους εφοπλιστές, για την «αυτοκρατορία» της Cosco.

Ο Δ. Μελισσανίδης, από την άλλη πλευρά, έχει στα χέρια του τον ΟΠΑΠ που ενδέχεται μεταξύ άλλων να αποδειχθεί πολύτιμος μοχλός, για τη διαμόρφωση συμμαχιών στο ποδοσφαιρικό τμήμα του συνολικού «πεδίου της μάχης». Διότι μόνον αφελείς δεν αντιλαμβάνονται πια ότι το ποδοσφαιρικό στερέωμα καλύπτει απλώς κάποιο από το εμβαδόν του εκτεταμένου, πολυεπίπεδου ρινγκ. Είναι πολύ σημαντικό και για τους δυο, αλλά ως «μετερίζι». Εχει μεγάλη σημασία, αλλά «στρατηγική».

Αυτό το καταλαβαίνουν πολλοί κι ας το δείχνουν λίγοι. Το αντιλαμβάνονται και αρκετοί από εκείνους που «πολεμούν» στο Διαδίκτυο: «Ερχόμαστε- τρέμετε», «ελάτε να φάτε πάλι έξι», κ.λπ. Ακόμη και το πείραγμα, η «καζούρα», υποχρεώνεται πλέον να προσποιείται ότι «δεν παίρνει χαμπάρι» τι (άλλο) γίνεται, προκειμένου να διατηρεί κάποια αυθεντικότητα. Αγάπη για την ομάδα και τα χρώματά της, ή για το «χακί» του επιστρατευμένου οπαδού; Πόσοι φίλοι των δυο συλλόγων θα καταταγούν; Πόσοι εγκρίνουν ή ανέχονται το πρότυπο των ομάδων - πολιορκητικών κριών; Τι, πώς και πότε θα κάνουν -αν κάνουν- όσοι ασφυκτιούν κι αγανακτούν; Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αν στο εγγύς μέλλον προκύψουν «κίτρινες» και «κόκκινες» απαντήσεις.

* Δημοσιογράφος, συγγραφέας του βιβλίου «Εξουσία τι μπάλα παίζεις;»