Τα βιβλία έρχονται στο προσκήνιο και εξαφανίζονται

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο ρεαλισμός στη γραφή του Δημήτρη Καρακίτσου εμπλουτίζεται και συχνά υπονομεύεται από γενναίες δόσεις παρωδίας, υπερρεαλισμού, φανταστικού και παράλογου. Είναι φανερό πως η εκστατική δύναμη της λογοτεχνίας ερεθίζει το βλέμμα του νέου πεζογράφου, που βρίσκει αφηγηματικό έδαφος στη λαϊκή μυθολογία, στα ενδολογοτεχνικά παίγνια, στη φαντασμαγορία του απίθανου. Εξού και στην πρόζα του συμβιώνουν η θεματική αναστάτωση με την υφολογική πολυτροπία. Εδώ, ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας [που εμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή «Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου» (Το Ροδακιό, 2012)] ανακαλεί με αμεσότητα και ανακεφαλαιώνει με πλάγιο χιούμορ αναγνωστικές μέρες του, και όχι μόνο, στο πέρασμα του χρόνου – πραγματικού και αφηγηματικού.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Ξεκίνησα το Δημοτικό σε ένα μονοθέσιο σχολείο, σε ένα χωριό ριζωμένο στην ελληνική επαρχία, όπου βρεθήκαμε λόγω της δουλειάς του πατέρα μου. Ημουν καλός μαθητής παρότι δεν αγαπούσα τα βιβλία. (Αυτό βέβαια με προστάτεψε από τα εξωσχολικά που διάβαζαν οι συνομήλικοι στις πόλεις.) Αντί να διαβάζω, έπαιζα: το καλοκαίρι στην πλατεία, ποδόσφαιρο μέχρι που νύχτωνε και το πρωί στην αυλή, στον ίσκιο μιας ακακίας. Ως εκ τούτου, τα πρώτα χρόνια της επιστροφής στην πόλη (πριν τελειώσω το Δημοτικό) ήταν για μένα μια περίοδος περιχαράκωσης και μοναξιάς. Τότε άρχισα να διαβάζω βιβλία του Ιουλίου Βερν, με πρώτο τη «Μυστηριώδη νήσο».

Η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία άρχισε μια δεκαετία αργότερα, έχοντας μπει στον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Θέλω να πω ότι συμβαίνει καμιά φορά να χρειάζεσαι να πιστεύεις σε έναν κόσμο διαφορετικό. Είχα αρχίσει να βλέπω τη λογοτεχνία ως διέξοδο. Κατά συνέπεια, βιβλία μέτρια, όπως το «Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ» του Αντόνιο Ταμπούκι, ενός συγγραφέα που με το ζόρι ανέχομαι σήμερα, μπορούσα να τα συγχωρώ και να ζω μαζί τους όσο μου επέτρεπαν να δραπετεύω. Αυτό μου έγινε μάθημα: άλλο «μου αρέσει ένα βιβλίο» κι άλλο «ένα βιβλίο είναι καλό».

Αγαπώ τις πρώτες ταινίες του Γκοντάρ (και τις τελευταίες του Μπουνιουέλ), τους μπαρόκ συνθέτες, σχεδόν ό,τι έχει ζωγραφίσει ο Πικάσο, αγαπώ τις ταινίες «Το πέρασμα στο Παρίσι», «Ο κανόνας του παιχνιδιού» και «Το μεγάλο φαγοπότι», ακούω μετά μανίας Βίλα-Λόμπος, Μπάριος και τη Σονάτα για φαγκότο του Ζολιβέ. Παραδόξως δεν έχω αγαπημένα βιβλία ή αγαπημένους συγγραφείς. Τα βιβλία έρχονται στο προσκήνιο και εξαφανίζονται. Καλοκαίρι 2002, αρχές Ιουλίου, διακοπές στην Υδρα. Το πρώτο βράδυ στο νησί γνωρίσαμε μια παρέα Αμερικανίδων τουριστριών στην ηλικία μας. Ηταν υπέροχα. Η Υδρα έχει (αν δεν το σάρωσε η κρίση) ένα βιβλιοπωλείο. Εκεί αγόρασα τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σεφέρη. Ηταν δεμένα τα φύλλα και τα έκοψα με την αστυνομική μου ταυτότητα, ύστερα βρήκα μια γωνιά να διαβάσω. Ηταν απολαυστική η ανάγνωσή τους.

Με τον καιρό, όμως, η αγάπη μου για τον Σεφέρη εξανεμίστηκε. Αρχισα να διαβάζω ιταλική και γαλλική λογοτεχνία, τους Ρώσους κλασικούς, άρχισα να διαβάζω τους ηθογράφους μας και τους συγγραφείς του 19ου αιώνα, από τον Ραγκαβή μέχρι τον Παλαμά – μια λεπτομερής καταγραφή των αναγνωσμάτων θα παραβίαζε τα όρια αυτού που μου ζητήθηκε εδώ. Συν ότι το να μιλάς για συγγραφείς εγνωσμένης αξίας (τον Αντρέγιεφ λ.χ.) είναι, νομίζω, αρκετά άτολμο. Ας με συγχωρήσουν λοιπόν οι αγαπητοί δεινόσαυροι (Βιργίλιος, Νίτσε, Σέξπιρ και σία): ναι, σίγουρα, η λογοτεχνία διαπερνά τους αιώνες, επίκαιρη ακόμη κι όταν οι ήρωές της προσεύχονται στον πιωμένο θεό Διόνυσο.

Ομως όλοι αυτοί οι συγγραφείς είναι καιρό θαμμένοι και η εποχή μας (όπως όλες οι εποχές) βαριέται να θηλάζει ξένα παιδιά. Γι’ αυτό, γεννά τους δικούς της καλλιτέχνες. Ολοκληρώνω τούτη την ημιτελή λίστα με ένα βιβλίο της γενιάς μου. (Αν ο όρος γενιά αναφέρεται στην ανάγκη να μοιραστούμε την εποχή μας, τότε ποιος μπορεί να πει ότι είναι ξεπερασμένος;) Ακούγονται πολλά για τα βιβλία αυτής της γενιάς. Κάποια βιβλία η απαστράπτουσα κυρία Υπερβολή τα έχρισε «βιβλία της δεκαετίας» και κάποια άλλα πέρασαν από μπροστά μας ενόσω κοιμόμασταν. Το πρώτο βιβλίο του Θανάση Σταμούλη «Η σκιά στο δέντρο» μας έπιασε στον ύπνο, γιατί από έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα δεν περιμέναμε Υφος ούτε Γλώσσα. Το βιβλίο του Θανάση Σταμούλη είναι το «παρών» μιας πεζογραφίας που προσπαθεί να χρησιμεύσει στην εποχή της. Νομίζω ότι η εποχή μας σημαδεύεται από την αναγέννηση της πεζογραφίας, της οποίας τον δρόμο είθε να ακολουθήσει η ποίηση.

 Τελευταίο βιβλίο του Δ. Καρακίτσου είναι «Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε» (Ποταμός, 2017).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας