Τα βιβλία είναι σαν τους τόπους…

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Με σπουδές Πληροφορικής και Λογοτεχνίας, η Τζούλια Γκανάσου καλλιεργεί μια πρόζα όπου, συνήθως, η ρεαλιστική συνθήκη της γραφής της υπονομεύεται/σαγηνεύεται από το φανταστικό, το ονειρικό, το δυστοπικό.

Ευσύνοπτα μυθιστορήματα ή νουβέλες όπου η συγγραφέας μέσα από αμφίθυμες υπαρξιακές εμμονές διασταυρώνει την αλλόκοτη μνήμη του σώματος μ’ έναν λοξό κοινωνικό σχολιασμό.

Εδώ η σημερινή φιλοξενούμενη της στήλης μας ανακαλεί την αναγνωστική «τοπιογραφία» της ζωής της, φυλλομετράει τις περιπλανήσεις της πίσω και πέρα από τις τυπωμένες αράδες.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάϊς

Τα βιβλία είναι σαν τους τόπους: άλλα σε καλούν να τα ανακαλύψεις με απαίτηση, ορισμένα σε ενοχλούν και κάποια έρχονται στον δρόμο σου τυχαία διαμορφώνοντας τελικά τη διαδρομή.

Το πρώτο βιβλίο που πήρα από τα χέρια της μητέρας μου, ήταν το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Το πρώτο έργο που έκλεψα από το κομοδίνο του πατέρα μου, ήταν «Η ναυτία» του Σαρτρ. Και τα δύο βρίσκονται ακόμη στο πρώτο ράφι της βιβλιοθήκης μου.

Τα κείμενα που τα συντροφεύουν στο ίδιο ράφι είναι η ποίηση του Εγγονόπουλου και του Εμπειρίκου που σημάδεψε τα εφηβικά μου χρόνια φτιάχνοντας ένα ιερό στην αλογόκριτη σκέψη και στη φαντασία.

Ο αγαπημένος μου φιλόλογος με μύησε νωρίς στον Καραγάτση και στον Βιζυηνό. Αγάπησα σφοδρά τη «Μεγάλη χίμαιρα» του Καραγάτση, όπως αγάπησα το ξηρό κόκκινο κρασί όταν σουρουπώνει, την ίδια περίοδο με το ίδιο πάθος. Εξαιτίας του διηγήματος «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, δεν κοιμήθηκα ποτέ κολλητά πλάι στον γιο μου.

Την πρώτη φορά που προδόθηκα από έρωτα, ταυτίστηκα με «Την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» του Μίλαν Κούντερα.

Την ίδια περίοδο, ανέπτυξα διαλογική σχέση με το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Πεσόα και τη «Δίκη» του Κάφκα. Βρήκα ότι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο έργα υπάρχουν συνάφειες, κυρίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται η σοβαροφάνεια και η τυπολατρία του συστήματος και φυλακίζεται η πηγαία έκφραση των σύγχρονων ανθρώπων. Τότε είχα βρει την πρώτη μου δουλειά.

Λίγο αργότερα, μετακόμισα στο Παρίσι. Στη Σορβόνη εντυπωσιάστηκα από τις «Εξομολογήσεις» του Ρουσό, το «Ζαντίγκ» του Βολτέρου και το «Ονειρο του Ντ’ Αλαμπέρ» του Ντιντερό.

Στα στενά δίπλα στην Οπερα, ένας φίλος είχε παλαιοβιβλιοπωλείο. Εκείνος μου έδωσε σε έκδοση-αντίκα τη «Μαντάμ Μποβαρί» του Φλομπέρ και το «Ζωή - Οδηγίες χρήσεως» του Περέκ, βιβλία τα οποία βρίσκονται ακόμα στο πρώτο ράφι της βιβλιοθήκης μου. Ενα κρύο βράδυ, ένας άστεγος στις όχθες του Σηκουάνα μού χάρισε τον «Νάνο» του Λάνκερβιστ κι εγώ του έδωσα τα τελευταία νομίσματα που είχα στο παλτό.

Το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου με καθόρισε. Οχι μόνο ανατρέχω σ’ αυτό πολύ συχνά, όχι μόνο με παρέπεμψε στις εξαίσιες μεταφράσεις των Ρώσων κλασικών αλλά με ώθησε στο κατώφλι του εκδότη μου δέκα χρόνια πριν.

Διάβασα το «Εγκλημα και Τιμωρία» τις πρώτες μέρες της διαμονής μου στο Λονδίνο. Λειτούργησε μέσα μου παράξενα ο κόσμος του Ντοστογιέφσκι, του Τσέχοφ, του Γκόγκολ, έδρασε συμπληρωματικά αλλά και αντιφατικά αυτό το σύμπαν στη ροή του γοητευτικού αλλά και βίαιου λονδρέζικου χάους.

Ωστόσο εκεί συνάντησα την Ντόρις Λέσιγνκ. Στο μπαρ «Φλομπέρ» στο Σόχο διάβαζε ταπεινά, ενώ ο Ντίλαν έπαιζε κιθάρα εξίσου ταπεινά, σχεδόν ανύπαρκτα. Το «Χρυσό Σημειωματάριο» και «Το πέμπτο παιδί» της Λέσινγκ με παρηγόρησαν ουσιαστικά σε στιγμές αγωνίας, απελπισίας, μοναξιάς. Το ίδιο και το «Πάρτι γενεθλίων» του Πίντερ, οι «Βρικόλακες» του Ιψεν, το «Shopping and fucking» του Μαρκ Ρέιβενχιλ. Τους το χρωστάω.

Οταν πέθαινε η γιαγιά μου διάβασα τρεις φορές το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Οσκαρ Γουάιλντ, με το οποίο και την αποχαιρέτησα.

Τότε με συγκίνησαν βαθιά το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη και «Η βουή και η αντάρα» του Φόκνερ.

Κατά τη διαμονή μου στο Εδιμβούργο, αφέθηκα στη μαγεία του «Λάναρκ» του Αλασντερ Γκρέι -του Τζέιμς Τζόις της Σκοτίας. Ο κόσμος του ξεπερνάει το στιλ της κλασικής αφήγησης ή του ψυχογραφήματος και συνδέει τον ρεαλισμό, τον μοντερνισμό και την επιστημονική φαντασία σε ένα πολυδιάστατο έργο, το οποίο και με επηρέασε βαθιά. Η εργασία μου τότε ήταν πάνω στο «World light» του Λάξνες, του σημαντικότερου συγγραφέα της Ισλανδίας, ο οποίος ανοίγει τα σύνορα καταργώντας τα όρια και τους περιορισμούς, όπως όταν κλαις αφού έχασες κάτι που δεν σου ανήκε ποτέ και μετά αποφασίζεις να το διεκδικήσεις. Εκεί απέκτησα το πρώτο μου κατοικίδιο.

Τα βιβλία είναι σαν τους τόπους: σε γοητεύουν καθώς σε προκαλούν να τα εξερευνήσεις, να τα εγκαταλείψεις και να επιστρέψεις εκ νέου με καθαρότερη ματιά.

Ωστόσο, τα πιο ωραία συναπαντήματα συντελούνται όταν αποφασίσει να δράσει ο ωκεανός, όταν ξεβράζει έργα πάνω σε δάχτυλα γυμνά, σε αποτυπώματα ανάγκης. Τότε ξεκινάει η μεταμόρφωση.

Τελευταίο βιβλίο της Τζ. Γκανάσου είναι η νουβέλα «Γονυπετείς» (Γκοβόστης, 2017).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ