Tα πολλαπλά πρόσωπα του ΣΥΡΙΖΑ

Εδώ και πολλά χρόνια η πολιτική παθογένεια αποτελεί για την ελληνική πολιτική κοινωνία ενδημική κατάσταση και όχι απλώς παροδικό φαινόμενο.

Με τον όρο πολιτική παθογένεια, καταλαβαίνουμε μια σειρά από παθολογικά φαινόμενα τα οποία αναφέρονται στη σύσταση και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος ως ορθολογικής δομής.

Μερικά παραδείγματα, για να κατανοήσουμε το πρόβλημα: η σύγχυση στη διάκριση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, η παντελής απουσία ελέγχου (κοινωνικού και πολιτικού) στην άσκηση της εξουσίας, η ζητούμενη θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η μετατροπή της αντιπροσωπευτικής σχέσης σε πελατειακή και άλλα. 

Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση δεν οδήγησε στην καταπολέμηση των φαινομένων της πολιτικής παθογένειας, αλλά στη διαιώνισή τους. 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση έχει ρίξει το βάρος του, όσον αφορά την άσκηση της πολιτικής εξουσίας, στη διεκπεραίωση των συμφωνιών και των ρυθμίσεων που απορρέουν από τα τεχνοκρατικά μνημόνια που υπογράφονται μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των εταίρων-δανειστών.

Κατά συνέπεια τα περιθώρια για αριστερό πολιτικό έργο είναι περιορισμένα εάν όχι μηδενικά.

Πρόκειται για ρεαλιστικό επιχείρημα, το οποίο θα εξετάσουμε εντός του ερμηνευτικού σχήματος που θα αναπτύξουμε για τα πολλαπλά πρόσωπα του ΣΥΡΙΖΑ. 

Κατά την τελευταία τριετία, με την επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ συντελούνται στην ελληνική πολιτική κοινωνία διεργασίες οι οποίες αναφέρονται σχεδόν σε όλα τα επίπεδα συγκρότησης της κοινωνίας ως πολιτικής οντότητας.

Εξ αρχής πρέπει να τονιστεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε στην κυβερνητική εξουσία όχι μέσω ενός παλλαϊκού κινήματος το οποίο διατύπωνε αιτήματα εθνικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής δικαιοσύνης (όπως κατά τη δεκαετία του ’80 με το ΠΑΣΟΚ), αλλά μέσω ενός ιδιότυπου κοινωνικού κινήματος, των «αγανακτισμένων», το οποίο είχε στόχο την ανατροπή των μνημονίων.

Αυτή την πολιτική «καταγωγή» ως έχει γίνει ήδη κοινή συνείδηση, ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την κοινοβουλευτική νίκη του Σεπτεμβρίου 2015 την απαρνήθηκε! 

Το ερώτημα το οποίο τίθεται διατυπώνεται ως εξής: Τι συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ, δύο χρόνια μετά την εκλογική επιτυχία του;

Υποστηρίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ενιαία ταυτότητα ούτε ομοιογενή φυσιογνωμία, αλλά έχει αποκτήσει πολλαπλά πρόσωπα, τα οποία «κατασκευάζονται» στα επιμέρους πεδία στα οποία εκδηλώνεται η παρουσία και η δράση του.

Τα πεδία αυτά είναι τα εξής: πρώτον, η ιστορική παράδοση και ιδεολογία της Αριστεράς, δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κομματική συλλογικότητα, τρίτον, η εμπλοκή του στην κοινοβουλευτική αντιπροσωπευτική διαδικασία, τέταρτον, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση και τέλος, το πέμπτο πεδίο περιλαμβάνει το κράτος και τη διοίκηση. 

Η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την ιστορική Αριστερά είναι προβληματική. Επί δεκαετίες στους κύκλους της Αριστεράς διεξάγονται μετά τον πόλεμο γόνιμες και καρποφόρες συζητήσεις.

Οι επιφανείς διανοούμενοι της κοινωνίας είναι αριστεροί και είναι αυτοί οι οποίοι «κατασκευάζουν» την κοινωνική συνείδηση στα χρόνια της προδικτατορικής και της «μεταπολιτευτικής» κυβερνητικής Δεξιάς.

Εάν ζούσαν αυτοί σήμερα δεν θα αναγνώριζαν το κυβερνητικό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ.

Εάν θέλουμε να προχωρήσουμε περισσότερο, οφείλει ο ΣΥΡΙΖΑ να αναγνωρίσει ότι η πολιτική συνεργασία της Αριστεράς με τη Δεξιά όχι μόνον ήταν απαραίτητη, αλλά συνιστούσε την «ιδεολογική και τη συνειδησιακή μετάφραση» της εμφύλιας διαμάχης. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα περιχαρακώθηκε σε μια εκδοχή της Αριστεράς η οποία ήταν και εξακολουθεί να είναι μειοψηφία στον ιδεολογικό διάλογο και στις διαβουλεύσεις.

Μετά το κρίσιμο πρώτο ήμισυ του 2015, ως κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ καθίσταται ένα συμπαγές γραφειοκρατικό σύμπαν.

Ολες οι τάσεις, οι «συνιστώσες» όπως ονομάζονται στη δημόσια σφαίρα καταργούνται και αυτό που απομένει είναι ένα «κέλυφος» των αγώνων της Αριστεράς. 

Για όποιον επιχειρήσει να αναλύσει το πεδίο της αντιπροσώπευσης και τελικά την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβέρνηση τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά δύσκολα από ερμηνευτική άποψη: δύο είναι τα δεδομένα σύμφωνα με τους πολιτικούς αναλυτές.

Πρώτον, η μετακίνηση εκλογικού πληθυσμού ο οποίος ψήφιζε παραδοσιακά το ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ και δεύτερον, η κυβερνητική συνεργασία με την κομματική συλλογικότητα των ΑΝ.ΕΛΛ.

Οσον αφορά το πρώτο πρέπει να τονιστεί ότι ο ΠΑΣΟΚικός εκλογικός πληθυσμός του ΣΥΡΙΖΑ σε επίπεδο συνείδησης δεν έχει αλλάξει τη νοοτροπία του: έχει παραμείνει εντός των ορίων της πελατειακής σχέσης. 

Το δεύτερο όμως δεδομένο, δηλαδή η κυβερνητική συνεργασία με αυτή τη συλλογικότητα που ονομάζονται ΑΝ.ΕΛΛ. είναι το μείζον πρόβλημα της σύγχρονης πολιτικής παθογένειας.

Αυτή η συλλογικότητα δεν είναι κόμμα, αλλά μια απλή «υπο-πολιτική κίνηση» (διατύπωση του Ulrich Beck).

Αυτό σημαίνει ότι επιμέρους κοινωνικές ομάδες χωρίς τις κλασικές διαδικασίες των κομμάτων εκφράζουν μια κοινή βούληση για τα κοινωνικά και τα πολιτικά προβλήματα και επίσης χωρίς καμία δεσμευτική διαδικασία καταλήγουν στην αυτοαναφορικότητα, δηλαδή στο μηδέν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν αποφάσισε και μετά τον Σεπτέμβριο του 2015 να συνεργάζεται σε κυβερνητικό επίπεδο με μια «υπο-πολιτική κίνηση» τύπου ΑΝ.ΕΛΛ. και να κυβερνά τη χώρα.

Τελικά και το κοινοβουλευτικό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ έχει προβλήματα. Για τα άλλα πεδία εφαρμογής θα επανέλθουμε σε επόμενο κείμενο. 

*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας