Τα ΜΜΕ σε μια νέα εποχή

Οι καταιγιστικές τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και οι ευρείες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο τον χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ).

Ιδιαίτερα η ραγδαία αύξηση της χρήσης και της συνακόλουθης επιρροής των κοινωνικών μέσων (Facebook, Twitter, Instagram κ.λπ.) έχει συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός νέου τοπίου στον χώρο της ενημέρωσης και δημόσιας συζήτησης με δυναμικές, κανόνες, ηθικά διλήμματα και προβλήματα, τα οποία μόλις έχουμε αρχίσει να συζητούμε και μελετούμε με πιο συστηματικό τρόπο σε μια προσπάθεια καλύτερης κατανόησης και ομαλής λειτουργίας των «νέων ΜΜΕ».

Θάνος Π. Ντόκος, γενικός διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Γιατί το κοινό «μισεί» τα ΜΜΕ;

Του Γιώργου Πλειού*

Το κοινό τρέφει συνήθως ανάμεικτα συναισθήματα για τα ΜΜΕ και για όσους τα εκπροσωπούν, ιδιαίτερα για τους δημοσιογράφους -τη «βιτρίνα» των μέσων-, και όχι (ακόμα) μίσος. Εν προκειμένω η λέξη «μίσος» χρησιμοποιείται μετωνυμικά για ένα πλέγμα αρνητικών συναισθημάτων και στάσεων, που καταγράφονται στις έρευνες εμπιστοσύνης προς τα ΜΜΕ όπως λ.χ. του ευρωβαρόμετρου.

Τα ποσοστά δυσπιστίας προς τα μέσα επικοινωνίας είναι τα υψηλότερα, περίπου διπλάσια, από την υπόλοιπη Ε.Ε. Παντού τα μέσα συναντούν κριτική, όμως γιατί τέτοια εκτεταμένη αμφισβήτησή τους στην Ελλάδα;

Κατ’ αρχήν η δυσπιστία των Ελλήνων προς τα ΜΜΕ δεν είναι καινούργια. Αυξάνεται σταδιακά από τις αρχές του μιλένιουμ. Είναι η εποχή που κορυφώνεται ταυτόχρονα η καταναλωτική ιδεολογία και η μιντιοκρατία και μαζί τους ο κυνισμός προς την πολιτική, αλλά και προς τα ίδια τα μέσα. Ετσι τα ΜΜΕ πριόνισαν το κλαδί που κάθονταν προσπαθώντας να βγάλουν «κάτι παραπάνω».

Δεύτερον, η καχυποψία προς τους νεωτερικούς θεσμούς είναι αναμενόμενη σε μια κοινωνία μεταπρατικού καπιταλισμού, αιωρούμενη επί μακρόν μεταξύ παράδοσης και σύγχρονης συγκρότησης, στερούσα εν τοις πράγμασι δικαιώματα και ανάπτυξη για όλους.

Γι’ αυτό ο κυνισμός των μέσων και προς τα μέσα απέκτησε γρήγορα πρωτόγνωρες διαστάσεις, σαν πυρκαγιά με 9 Μποφόρ σε κατάφυτο δάσος. Παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι σε πλείστες έρευνες ουκ ολίγοι νεωτερικοί θεσμοί συναντούν τη δυσπιστία μεγάλης μερίδας πληθυσμού. Μεταξύ αυτών σε περίοπτη θέση βρίσκονται τα ΜΜΕ.

Τρίτον, δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας ο ρόλος τον οποίο έπαιξε η έντονη έως σφοδρή κριτική στα ΜΜΕ που άσκησαν, μεταξύ άλλων, αρχηγοί κομμάτων, πρωθυπουργοί, βουλευτές, μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, εκπρόσωποι εκκλησιών κ.ά. κατά την προαναφερθείσα περίοδο.

Η κριτική αυτή, με το είδος της πολιτικής κουλτούρας που απαντάται στη χώρα μας, δεν είναι άνευ σημασίας στη διαμόρφωση στάσης των πολιτών απέναντι στα μέσα και βρήκε γόνιμο έδαφος και στον παρακάτω λόγο.

Τέταρτον, όπως γνωρίζουν από σχετικές μελέτες οι ερευνητές των μέσων, η οικονομική και όχι μόνο εξάρτησή τους από την πολιτική εξουσία και ιδιαίτερα από το κράτος είναι ίσως η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, ακόμα και σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της νότιας Ευρώπης. Συγκρίνεται ίσως μόνο με αυτήν στην Τουρκία, όπως συνάγεται από στοιχεία που καταθέτουν Τούρκοι ερευνητές.

Η εξάρτηση αυτή έγινε ισχυρότερη και ταυτοχρόνως πιο έμμεση, ήτοι απεκρύβη, με την κλιμάκωση της πολύπλευρης κρίσης που κάλυψε τη χώρα. Αν π.χ. σε άλλες χώρες η μύηση των νεοεισερχόμενων δημοσιογράφων στην «κουλτούρα της υποστήριξης» γινόταν μέσω της «ώσμωσης», στην Ελλάδα γινόταν (και γίνεται;) μέσω της ευθείας υπόδειξης ποιες πολιτικές και πρόσωπα, και πώς, θα υποστηρίζουν ή όχι οι δημοσιογράφοι.

Σε γενικότερο επίπεδο η εξάρτηση των ΜΜΕ από την πολιτική εξουσία δεν κατάγεται μόνο από τις συνήθειες που επέβαλαν οι δικτατορίες, αλλά οφείλεται και στη συγκέντρωση πολλών αρμοδιοτήτων στα χέρια των εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία.

Πέμπτο, το γεγονός ότι πολλά ΜΜΕ υιοθέτησαν άκριτα, παραβιάζοντας συχνά βάναυσα τη δημοσιογραφική δεοντολογία, αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες έως και καταστροφικές πολιτικές, καθώς και τους φορείς τους -φυσικά πρόσωπα ή πολιτικούς κ.ά. οργανισμούς- για την αντιμετώπιση της κρίσης. Κι αυτό την ίδια στιγμή που το υπέρογκο χρέος αρκετών ΜΜΕ πιστώθηκε στο δημόσιο χρέος της χώρας και συνεπώς στις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών και των απογόνων τους.

Ωστόσο, αν και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα ΜΜΕ είναι αρκετά υψηλή, δεν έχει γίνει ακόμα μίσος.

Αν όμως δεν γίνουν οι κατάλληλες κινήσεις, η διαφαινόμενη ανάδυση ενός διαφορετικού εξω-οικονομικού συστήματος ελέγχου των ΜΜΕ, όχι πλέον άμεσα ή έμμεσα από το κράτος, σε συνδυασμό με τη μάστιγα των (πραγματικά) ψευδών ειδήσεων ενδέχεται να μετατρέψει την έλλειψη εμπιστοσύνης σε μίσος προς τα ΜΜΕ αλλά και άλλους πολιτικούς, εκπαιδευτικούς κ.λπ. θεσμούς. Εκτός από τη Βουλγαρία, δίπλα μας είναι και η Τουρκία.

*Καθηγητή στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλους του Εποπτικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ελευθερία του Τύπου και των ΜΜΕ (ECPMF)

Το πολιτικό Twitter στα χρόνια του Μνημονίου

Της Λαμπρινής Ρόρη*

Twitter

Η αυξανόμενη δημοφιλία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η κρίση των παραδοσιακών μέσων αλλά και η έντονη πολιτικοποίηση στα χρόνια της κρίσης μετέφεραν συχνά το επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος στην καρδιά του διαδικτύου.

Ενώ οι καθημερινές διενέξεις έγιναν για μια παρατεταμένη περίοδο η νέα κανονικότητα -τουλάχιστον των πλέον πολιτικά ενεργών χρηστών-, η γενική αίσθηση που επικράτησε προϊούσας της πόλωσης ήταν ότι οι γέφυρες μεταξύ πολιτικά διαφωνούντων εύκολα διαρρηγνύονταν, μια εντύπωση που συνάδει με την κυρίαρχη εκδοχή στη βιβλιογραφία ότι τα νέα μέσα λειτουργούν σαν αντηχείο (echo chambers) μεταξύ πολιτικά ομόφιλων χρηστών.

Σε διεπιστημονική έρευνα που πραγματοποιήσαμε με τους Παντελή Αγαθαγγέλου και Ιωάννη Κατάκη (Πανεπιστήμιo Λευκωσίας), Δημήτρη Γουνόπουλο (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Barry Richards (Πανεπιστήμιο Bournemouth) σε 460.730 tweets, εξετάσαμε τις δυναμικές που δημιουργούνται εντός και μεταξύ κομματικών δικτύων στο ελληνικό Twitter.

Διακρίνοντας τρείς τρίμηνες περιόδους μεταξύ του 2014 και του 2016 και εφαρμόζοντας μια καινοτόμο μέθοδο αναγνώρισης της πολιτικής ταυτότητας χρηστών αποτυπώσαμε τη δομή του δικτύου, τη σχέση της με τον πολιτικό λόγο αλλά και την εκφορά συναισθήματος ανά πολιτικό χώρο.

Σε αντίθεση με την κυρίαρχη άποψη περί ερμητικά κλειστών πολιτικών συζητήσεων μεταξύ ομοϊδεατών, η μέτρηση της συνοχής των κομματικών δικτύων αναδεικνύει σημαντικές διαφοροποιήσεις, με τα δίκτυα των άκρων (Χ.Α., ΑΝ.ΕΛΛ., ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) να διαθέτουν υψηλότερο βαθμό συνοχής σε σχέση με τα υπόλοιπα. Ετσι, ενώ δεν ξενίζει ότι Χ.Α. και ΚΚΕ διαθέτουν τα πλέον συνεκτικά -άρα και εσωστρεφή- δίκτυα στο Twitter, το γεγονός ότι όλα τα κόμματα -με εξαίρεση το ΚΚΕ- έχασαν συνοχή όταν η πολιτική πόλωση κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 2015, αναδεικνύει ότι σε περιόδους κρίσης τα δίκτυα δεν είναι συμπαγή αλλά πορώδη, ακόμα και αυτά των πλέον φανατικών.

Κι αυτό γιατί η κρίση αποτελεί πολιτική ευκαιρία ακόμη και -αν όχι ειδικά- για ριζοσπάστες και εξτρεμιστές προκειμένου να κερδίσουν ορατότητα, να οικειοποιηθούν ή να θέσουν θέματα στη δημόσια συζήτηση, να πλαισιώσουν την ερμηνεία της συγκυρίας και εν τέλει να αυξήσουν την επιρροή τους.

Η οπτικοποίηση της αναπαραγωγής των tweets (retweets) σε τρεις περιόδους διαφορετικής πολιτικής έντασης μεταξύ 2014 και 2016 φέρνει στο φως τις αλλαγές που έλαβαν χώρα στη δομή του δικτύου.

Η πόλωση αύξησε την πυκνότητα των συζητήσεων, αλλά μείωσε τις αλληλεπιδράσεις. Από ομαδώσεις κομματικών χώρων στο τέλος του 2014 και στην αρχή του 2015, τα δίκτυα μεταβάλλονται σε θεματικές συστάδες (clusters) το ταραχώδες καλοκαίρι του 2015, με την τομή μνημόνιο - αντιμνημόνιο να χωρίζει το πολιτικό δίκτυο σε δύο διακριτές υπο-περιοχές «σε απόσταση ασφαλείας»: ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, Ν.Δ. διαμορφώνουν μια συστάδα (A), ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝ.ΕΛΛ., Χ.Α. μια δεύτερη (B).

Η εικόνα αυτή παραμένει περίπου ίδια την άνοιξη του 2016, με τη διαφορά ότι η Χ.Α. έχει πλέον απομακρυνθεί από τον αντιμνημονιακό χώρο, γεγονός που σχετίζεται με την ατζέντα της προσφυγικής κρίσης.

Βρίσκουμε λοιπόν ότι σε καιρό κρίσης τα δίκτυα όχι μόνο δεν είναι στατικά, αλλά ότι όταν ο κομματικός ανταγωνισμός δεν διέπεται από την κλασική τομή Αριστεράς-Δεξιάς, το Twitter απορροφά τη νέα διαίρεση.

Είναι σαφές ότι, μην απαιτώντας φυσική επαφή ή παρουσία, το διαδίκτυο διευκολύνει τις συγκλίσεις μεταξύ των άκρων. Η δημόσια ατζέντα και η πλαισίωση των θεμάτων είναι καθοριστικές ως προς τις συγκλίσεις μεταξύ ιδεολογικά αποκλίνοντων χρηστών.

Τα ευρήματα της θεματικής μελέτης βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση με αυτά της δομής του δικτύου: όταν η εναντίωση στη Γερμανία, στο ΔΝΤ, στο Μνημόνιο και στο ευρώ επικρατούν στην ατζέντα, τα άκρα συγκλίνουν, ενώ το προσφυγικό, η μετανάστευση παρεμβάλλονται σαν σφήνα.

Η αρχιτεκτονική της συζήτησης στο εσωτερικό κάθε πολιτικού χώρου δείχνει ότι η πόλωση του καλοκαιριού του 2015 μειώνει τις αλληλεπιδράσεις στο εσωτερικό της Ακρας Αριστεράς, ενώ οι συζητήσεις αραιώνουν την άνοιξη του 2016, γεγονός που πιθανώς σχετίζεται με τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, τη διάσπαση που επακολούθησε και τον ευρύτερο κατακερματισμό του χώρου.

Αντίθετα, η αλληλεπίδραση αυξήθηκε στην Ακρα Δεξιά, ενώ η ροή της διαδικτυακής επικοινωνίας δεν παραπέμπει στην ιεραρχική οργανωτική δομή του ιδεολογικού αυτού χώρου.

Ακρα Δεξιά και Ακρα Αριστερά συγκεντρώνουν υψηλότερο αρνητικό συναίσθημα σε σχέση με τα κομματικά δίκτυα του κέντρου, το οποίο κορυφώνεται τον Ιούλιο του 2015. Δεν παρατηρούνται εν γένει σημαντικές διαφοροποιήσεις στη δομή του δικτύου και στο συναίσθημα μεταξύ Ακρας Αριστεράς και Ακρας Δεξιάς.

Μπορεί το διαδίκτυο να απέχει πόρρω από το να είναι καθρέφτης της πολιτικής ζωής, όμως οι δυναμικές που δημιουργούνται εν τέλει δεν είναι αποκομμένες από τη δυναμική της κοινωνίας και της πολιτικής, ούτε και αδιάφορες ως προς τον αντίκτυπό τους στην «πραγματική» πολιτική αρένα.

Οι νέες μέθοδοι ανάλυσης μεγάλων δεδομένων μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση της διαδικτυακής δράσης αλλά και των επιδράσεων αυτής στην πολιτική συμπεριφορά.

*Lecturer in Politics, Πανεπιστήμιο του Exeter

Μελετώντας τα ψηφιακά μέσα στο πλαίσιο βίαιων συγκρούσεων

Της Δήμητρας Δημητρακοπούλου*

Τα ψηφιακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετασχηματίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μεταδίδουν και μοιράζονται πληροφορίες, ενώ ταυτόχρονα παρέχουν τα εργαλεία για τον σχηματισμό καινοτόμων δομών οργάνωσης και κινητοποίησης διαφόρων φορέων. Αυτές οι σαρωτικές αλλαγές έχουν εντείνει τη συζήτηση για τον ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις σύγχρονες κοινωνίες που πλήττονται από βίαιες συγκρούσεις, ειδικά μετά τις κινητοποιήσεις στο Ιράν (2009), την Τυνησία (2010), την Αίγυπτο (2011) και τα επονομαζόμενα κινήματα της «αραβικής άνοιξης».

Η μεταβαλλόμενη δυναμική μεταξύ των πολιτικών παραγόντων, των δημοσιογράφων και των πολιτών ανέδειξε σημαντικές αξιώσεις για τον μετασχηματισμό των σχέσεών τους, καθώς και για τη διευκόλυνση νέων μορφών πολιτικής συμμετοχής.

Καθώς το τοπίο των μέσων ενημέρωσης γίνεται ολοένα και πιο ετερογενές, αποδεικνύεται όλο και πιο δύσκολο να εντοπιστούν σταθερά μοτίβα που ερμηνεύουν την επικοινωνία και τη δικτύωση σε κοινωνίες που βιώνουν βίαιες συγκρούσεις.

Στο υβριδικό αυτό μιντιακό οικοσύστημα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δύνανται να εκφράσουν μια εναλλακτική πολιτική ατζέντα, να διευκολύνουν την οργάνωση και την κινητοποίηση διαμαρτυριών και διαδηλώσεων, να προσφέρουν πρακτική βοήθεια στους πολίτες που πλήττονται από ιδιαίτερα πολωμένες συνθήκες.

Στο πεδίο αυτό επιχειρεί να συμβάλει το ερευνητικό πρόγραμμα που χρηματοδοτήθηκε από το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2014-2016) με τίτλο «INFOCORE: (In)forming Conflict Prevention, Response and Resolution. The Role of Media in Violent Conflict». Το πρόγραμμα μελετά έξι περιπτώσεις σε τρεις κύριες περιοχές σύγκρουσης: Μέση Ανατολή (Συρία και Ισραήλ/Παλαιστίνη), Δυτικά Βαλκάνια (Κόσοβο και ΠΓΔΜ) και Αφρική (Μπουρούντι και Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό).

Στο πλαίσιο της τριετούς αυτής διεπιστημονικής έρευνας, εξετάστηκαν τα κοινωνικά μέσα και δίκτυα ως μια ψηφιακή διαδραστική «αρένα», η οποία μετασχηματίζεται με ραγδαίο ρυθμό.

Η ταχύτητα και η αυξανόμενη δημοφιλία των κοινωνικών μέσων επαναπροσδιορίζουν το διαδικτυακό περιβάλλον ως μια ταχέως εξελισσόμενη και δυναμική σφαίρα, όπου διεξάγονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις και συζητήσεις.

Την ίδια στιγμή, η αυξημένη χρήση των ψηφιακών κοινωνικών μέσων από απολυταρχικά καθεστώτα με στόχο να αρθρώσουν τις κυβερνητικές τους θέσεις και να επηρεάσουν την κοινή γνώμη σε συνδυασμό με την αύξηση της ψηφιακής προπαγάνδας και τη διάχυση ψευδών ειδήσεων, θέτουν σοβαρές προκλήσεις για τη μελέτη των κοινωνικών μέσων.

Η συστηματική και σε βάθος μελέτη του ρόλου των κοινωνικών μέσων στις βίαιες συγκρούσεις είναι σημαντική, γιατί μας παρέχει τα εργαλεία που χρειαζόμαστε για να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε τον ρόλο των ψηφιακών μέσων στην επικοινωνία και την ενημέρωση υπό συνθήκες βίαιης σύγκρουσης, καθώς και επειδή μας επιτρέπει να αναδείξουμε τα κρίσιμα ζητήματα που εγείρονται σε εξελισσόμενα ή μελλοντικά συγκρουσιακά πλαίσια.

Γιατί όμως είναι σημαντικό να μελετάμε τα κοινωνικά μέσα στο πλαίσιο των κοινωνιών που βιώνουν συνθήκες βίαιων συγκρούσεων; Τα κοινωνικά μέσα και δίκτυα μετασχηματίζουν το παγκόσμιο τοπίο των μέσων ενημέρωσης αναδιανέμοντας την εξουσία της πληροφόρησης και της επικοινωνίας μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων.

Τα κοινωνικά μέσα επηρεάζουν την πολιτική συμμετοχή και τη συμμετοχή των πολιτών στο σύγχρονο σύνθετο γεωπολιτικό σύστημα και με αυτόν τον τρόπο (ανα)διαμορφώνουν την πολιτική και τον πολιτικό λόγο.

Ταυτόχρονα, οι πολιτικές εκστρατείες βασίζονται όλο και περισσότερο στα κοινωνικά μέσα όπως το twitter και το facebook. Ως αποτέλεσμα, όλοι οι πολιτικοί και κοινωνικοί δρώντες προσπαθούν να προσελκύσουν την προσοχή σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και να αυξήσουν την ορατότητά τους μέσα από την ψηφιακή διαμεσολαβημένη επικοινωνία.

Η μελέτη σύνθετων φαινομένων, όπως αυτών που προαναφέρθηκαν, εμπεριέχει εγγενείς δυσκολίες που προκύπτουν από τους γλωσσικούς περιορισμούς, τη δυσκολία ταυτοποίησης των ενεργών δρώντων διαδικτυακά, ζητήματα ανωνυμίας (επιβεβλημένης ή σκόπιμης) και διαδικτυακά ρομπότ (internet bots) που διαχέουν ψευδές ή στρεβλό περιεχόμενο.

Η εξέταση αυτής της νέας συνθήκης των ψηφιακών μέσων μάς κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι πέρα από τα tweets και τις αναρτήσεις στο facebook, ενυπάρχουν βαθύτερα πλαίσια νοηματοδότησης που συνδέονται με ιδεολογικές, πολιτικές και κοινωνικο-πολιτιστικές συνθήκες. Η ανάλυση των κειμένων των κοινωνικών μέσων δεν μπορεί να περιοριστεί στην ανάλυση μεγάλων δεδομένων ή γλωσσικών εργαλείων.

Πρέπει να διασυνδεθεί με την ανάλυση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων, την ανάλυση λόγου και τη μελέτη του ευρύτερου κοινωνικού, πολιτικού και ιστορικού πλαισίου.

Οι μελέτες που εστιάζουν στα ψηφιακά κοινωνικά μέσα, ειδικά στις περιπτώσεις βίαιων γεγονότων ή μακροχρόνιων πολιτικών αναταραχών, πρέπει επίσης να αναδεικνύουν μέσω ανάλυσης δικτύων τα πιθανά μοτίβα ομοφιλίας (homophily), δηλαδή την έμφυτη προτίμηση των ανθρώπων να συγχρωτίζονται με αυτούς τους οποίους μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα, κοινές αντιλήψεις και αξίες.

Η ανάλυση αυτή επιτρέπει να ερμηνεύσουμε τις διασυνδέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε πολωμένες ομάδες ψηφιακά και τον τρόπο με τον οποίο οι διαδικτυακοί χρήστες απομονώνονται μέσα σε ομοειδείς κοινότητες, διαμορφώνοντας ψηφιακούς θαλάμους αντήχησης (echo chambers) και συσχετισμούς ενδο-ομάδων (in-group) και εξω-ομάδων (out-group).

Η μελέτη των κοινωνικών μέσων και δικτύων, και ειδικά του διαλόγου και των αλληλοεπιδράσεων που εξελίσσονται σε πραγματικό χρόνο, μπορεί να συνδράμει στη βαθύτερη κατανόηση της ίδιας της σύγκρουσης, αλλά και στην έγκαιρη πρόληψη της εξέλιξής της σε όλα τα στάδια κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσής της.

*Επίκουρης καθηγήτριας, Τμήμα Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ, ΑΠΘ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας