Τα εκατέρωθεν λάθη στη Δικαιοσύνη

Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός προσωπικά τον τελευταίο χρόνο αντιμετωπίζουν τη Δικαιοσύνη με λάθος τρόπο. Και η συνδικαλιστική της εκπροσώπηση αντιμετωπίζει την κυβέρνηση επίσης με λάθος τρόπο. Και εξηγούμαι:

Πέρυσι τον Σεπτέμβριο στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, αφού ανέφερε για την απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) των αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως που άσκησαν οι καναλάρχες κατά των διοικητικών πράξεων του νόμου Παππά, αμέσως συνέχισε λέγοντας ότι θα απορριφθούν και οι αιτήσεις ακυρώσεως που έχουν ασκήσει, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί να γίνουν δεκτές, «δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα».

Ενώ δηλαδή εκκρεμεί η εκδίκαση και η έκδοση αποφάσεων, ο ίδιος αποφαίνεται δημόσια ότι θα απορριφθούν.

Και αποφαίνεται έτσι για ένα όργανο που έχει λίαν αυξημένο το αίσθημα της ανεξαρτησίας, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι κατ’ αποτέλεσμα τους προκαλεί και πιθανόν να συσπειρώνει κάποιους συμβούλους εναντίον του νόμου Παππά που κατ’ ουσίαν θα έκριναν.

Παραπέρα και ενώ είχαν εκδικασθεί οι αιτήσεις ακυρώσεως και ανεμένετο η έκδοση αποφάσεων, άρχισε ο πόλεμος από κατευθυνόμενους δημοσιογραφικούς και μη κύκλους σε σχέση με την προσωπική ζωή ενός άριστου ανωτάτου δικαστή, που μετείχε στη σύνθεση και θα συναποφάσιζε.

Θεωρώντας προφανώς ότι επειδή ήταν γνωστή η σχέση του στα φοιτητικά του χρόνια με τη Ν.Δ., ως λίαν ενεργού συνδικαλιστικού στελέχους στο Πανεπιστήμιο και ως εκ τούτου ότι θα εψήφιζε κατά του νόμου Παππά, τελικώς θα εκάμπετο.

Φυσιολογικό ήταν το ενδεχόμενο -και εκ του λόγου αυτού- να συσπειρωθούν δικαστές εναντίον της κυβέρνησης, σκεπτόμενοι ότι μας δημιουργείς μεν ως κυβέρνηση καταστάσεις πίεσης, αλλά εμείς θα σου δείξουμε ότι δεν πτοούμαστε.

Ακολούθησε αμέσως μετά το βράδυ που έγινε γνωστή η απόφαση, η σκληρή κυβερνητική ανακοίνωση για τη στέρηση των πόρων για να φιλοξενηθούν παιδιά σε παιδικούς σταθμούς κ.λπ., που εκινείτο στη σφαίρα της σκοπιμότητας (που ήταν σωστή ως προς την επισήμανση κάποιων παρενεργειών της απόφασης) και όχι της κριτικής στοιχειωδώς σε νομικό επίπεδο (όπως θα έπρεπε) και που πάλι δημιούργησε προηγούμενο με το ΣτΕ. Γιατί στη δικαιοδοτική κρίση υπάρχει η νομιμότητα και όχι η σκοπιμότητα, όπως στην πολιτική.

Επακολούθησε η παράκαμψη από τον πρωθυπουργό της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, που αποτελεί το αντιπροσωπευτικό όργανο των δικαστών της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης και η μη συνομιλία μαζί τους για μισθολογικά και άλλα θέματα του κλάδου τους.

Μπορεί να υπάρξει λογική σ’ αυτή τη συμπεριφορά;

Τέλος, εκδόθηκε από το ΣτΕ η απόφαση για την πενταετή παραγραφή των φορολογικών ελέγχων, που αντιμετωπίστηκε με ειρωνικά σχόλια από αναπληρωτή υπουργό και επαύξησε την ειρωνεία ο ίδιος ο πρωθυπουργός, χωρίς να σκεφτεί ότι η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ ήταν ομόφωνη και από τους 17 συμβούλους που ψήφισαν, χωρίς ούτε μία μειοψηφία, γεγονός μη συνηθισμένο για αποφάσεις της Ολομέλειας.

Δηλαδή, όταν κάποιοι από αυτούς τους συμβούλους ψήφισαν υπέρ της συνταγματικότητας του επίμαχου άρθρου του νόμου Παππά μειοψηφούντες (και υπήρξε πολύ ισχυρή μειοψηφία) ήταν καλοί και τώρα που αποφάνθηκαν ότι είναι αντισυνταγματική η συνεχής παράταση της μη παραγραφής των φορολογικών ελέγχων είναι κακοί και κατά της κυβέρνησης;

Και δεν αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση ότι σε μια Ολομέλεια για μείζονα θέματα, που ψηφίζουν συνήθως 19 ή 25 ανώτατοι δικαστές, το να τους αντιμετωπίζει μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργεί συσπειρώσεις που ενδεχομένως θα βρει μπροστά της και σε μελλοντικές κρίσιμες αποφάσεις;

Θα πρέπει επίσης να είχε αντιληφθεί ότι σ’ ένα ολιγομελές σώμα που τα ίδια πρόσωπα κινούνται επί δεκαετίες στους αυτούς δύο και τρεις ορόφους και γνωρίζουν πολύ καλά ο ένας τον άλλο, θα πρέπει οι νόμιμες κυβερνητικές προτιμήσεις να αναφέρονται σε πρόσωπα με κύρος που η άποψή τους προβληματίζει και άλλους δικαστές.

Στο μεσοδιάστημα δε όλων των παραπάνω, οι δημόσιες ύβρεις υπουργών (κάποιων μάλιστα που γνωρίζουν σε βάθος τη Δικαιοσύνη) κατά όλων των δικαστών, συλλήβδην, εκφράστηκαν επανειλημμένα και με λαϊκίστικο μοτίβο.

Πιθανόν κάποιοι να «έταξαν λαγούς με πετραχήλια», να μην έχουν «βγει οι υποσχέσεις», να προσπαθούν να δικαιολογήσουν το αποτυχημένο έργο τους και τον ρόλο τους (για τον οποίο δεν φέρουν και την κύρια ευθύνη, μια και καταστάσεις δεκαετιών σε χώρο με ιδιαιτερότητες και πολύ μεγάλη δύναμη δεν ανατρέπονται σε δύο χρόνια, ώστε να υπάρξει εξισορρόπηση) για να κρατήσουν με κάθε τρόπο τις καρέκλες τους, με τρόπο που κάνει ζημιά στην κυβέρνηση.

Είναι γεγονός ότι στη Δικαιοσύνη, κατά κοινή έστω λογική, έχουν δημιουργηθεί νησίδες ασφάλειας του παλαιού καθεστώτος, που είναι φυσικό να αντιμάχονται με τον τρόπο τους την παρούσα κυβέρνηση.

Είναι επίσης ενδεχόμενο (για να μην πω σίγουρο) κάποια πρόσωπα μέσα στο δικαστικό σώμα με το κύρος τους και την πολυετή προσπάθειά τους να έχουν δημιουργήσει ένα σημαντικό πλέγμα στήριξης του παλαιού καθεστώτος και να ελέγχουν το σύστημα αυτό είτε υπηρετούν ακόμη στη Δικαιοσύνη είτε έχουν πλέον συνταξιοδοτηθεί.

Συστήματα που δημιουργήθηκαν με μεθοδική δουλειά για χρόνια και στηρίζονται σε γερά θεμέλια, δεν καθαιρούνται με λόγια και κραυγές. Το πολύ-πολύ να αναδιπλωθούν προσωρινά και να κάνουν λίγο πίσω.

Και για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, η κυβέρνηση (και ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός κ. Παπαγγελόπουλος) έχει χρόνιο πρόβλημα με τον σημερινό βουλευτή Λέσβου της Ν.Δ. κ. Χαράλαμπο Αθανασίου και τους περί αυτόν, ικανότατο σε πολλά επίπεδα, επί δεκαετίες συνδικαλιστή του χώρου αυτού και πρόεδρο τελικά της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, που σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρησή του από τον Αρειο Πάγο, τον εκτόξευσε ο κ. Σαμαράς στις κορυφαίες θέσεις της τότε πολιτικής και κυβερνητικής πυραμίδας, που ουδέποτε έχει συμβεί με συνταξιούχο δικαστή.

Και δεν είναι τυχαίο ότι τόσα χρόνια κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις δεν είχαν πρόβλημα με συνταξιούχους δικαστές, είτε απετέλεσαν κυβερνητικά στελέχη είτε όργανα διοίκησης μεγάλων οργανισμών.

Είναι δε σωστή η πρόταση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων να κατοχυρωθεί νομοθετικά η μη ανάληψη οποιουδήποτε έργου και θέσεως που αφορά την κυβέρνηση καθώς και τον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα για μια τριετία από τη συνταξιοδότηση του δικαστή.

Για προφανείς λόγους, είτε για να μη δημιουργούνται εξαρτήσεις στο τέλος της καριέρας του είτε για να μη δίνεται η εντύπωση ότι δημιουργήθηκαν.

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, έρχεται η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων και με μια ακατανόητη στο επίπεδο της λογικής και του συμφέροντος των δικαστών ανακοίνωσή της κατηγορεί την κυβέρνηση ότι ακολουθεί το παράδειγμα της Τουρκίας και της Πολωνίας για τον έλεγχο της Δικαιοσύνης, κ.λπ.

Είναι μια ανακοίνωση που περιέχει σοβαρές και να αναπόδεικτες καταγγελίες, αποπνέει μια έντονη επιθετικότητα, ασυμβίβαστη με τον θεσμικό ρόλο των δικαστών, θυμίζει συνδικαλισμό φοιτητικού αμφιθεάτρου και αναιρεί τελικά τα δίκαια των δικαστών σε σχέση με την αντιμετώπισή τους από την κυβέρνηση όπως προαναφέρθηκε.

Χύνουν οι ίδιοι «την καρδάρα με το γάλα» και δίνουν την εντύπωση (που ασφαλώς τους αδικεί) ότι αποτελούν ισχυρό βραχίονα της Ν.Δ. και ότι επιδιώκουν τη μετωπική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση.

Που επαναλαμβάνω, αυτό τους αδικεί γιατί (οι πλείστοι τουλάχιστον) ελαύνονται από έντονα συναισθήματα πικρίας που τους εμποδίζουν να κινηθούν ψύχραιμα και αντικειμενικά.

Και το να δείξουν κάπως τα δόντια τους, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι κατανοητό. Οχι, όμως, για να μιλήσουμε μεταφορικά, να πάρουν στα χέρια τους ένα οπλοπολυβόλο, το οποίο μάλιστα δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιούν και τελικά σημάδεψε τους ίδιους.

Και με περιεχόμενο τέτοιας ανακοίνωσης είναι λογικό η κοινωνία να μη θεωρεί πλέον ότι οι δικαστές θα κρίνουν αμερόληπτα υποθέσεις που αγγίζουν την κυβέρνηση, και τώρα και στο μέλλον.

Αν πάντως επιδιώκουν τυχόν μετωπική αντιπαράθεση, η νομοθετική εξουσία, στο πλαίσιο του Συντάγματος, είναι ισχυρή και μπορούν να θεσπιστούν νόμιμα δομικές αλλαγές στη Δικαιοσύνη.

Επιπλέον δε, παρενέβη δημόσια και ορθά ο επιλεγείς από το Υπουργικό Συμβούλιο (έστω και χωρίς ομοφωνία) πρόεδρος του ΣτΕ για να υποστηρίξει ουσιαστικά την ύπαρξη του Δικαστηρίου αυτού που κινδυνεύει με παράκαμψή του σε κορυφαίας υφής συνταγματικά ζητήματα με την κυοφορούμενη άποψη θέσπισης Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναθεώρησης του Συντάγματος, ενέργεια που εάν επιχειρηθεί θα βρει αντιμέτωπο όλο τον νομικό κόσμο.

Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει εκατέρωθεν αναδίπλωση, με τον πρωθυπουργό να μιλήσει κατ’ ιδίαν με την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, να τους πει όσα δεν λέγονται δημόσια, αλλά γνωρίζουν και τα δύο μέρη ότι υπάρχουν, και να συνεννοηθούν για τη συνύπαρξη στο πλαίσιο του πολιτεύματος.

* Δικηγόρος - πρώην μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ